Trifontsompanis-lagadas.gr

Όταν η ιστορία δεν μας διδάσκει το παρελθόν, τότε επαναλαμβάνεται στο παρόν και στο μέλλον.

Όταν η ιστορία δεν μας διδάσκει το παρελθόν,

τότε επαναλαμβάνεται στο παρόν και στο μέλλον.

Του Τρύφωνα Τσομπάνη

Είναι αλήθεια πως η σχέση του ανθρώπου με την ιστορία, παρά το ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη μαζί του, δεν είναι και η καλύτερη διότι συχνά την ξεχνά, την απαξιώνει , την παραμελεί, ή και αδιαφορεί γι΄αυτήν. Όμως οι παλιοί λέγανε πως «η ιστορία επαναλαμβάνεται, άλλοτε ως φάρσα και άλλοτε ως δράμα»!

Αναμφίβολα το μυαλό μας πάει στο δράμα που ζει η ανθρωπότητα σήμερα, στο λεγόμενο Ουκρανικό θέμα, που αν οι λαοί μάθαιναν την ιστορία τους, αλλά και την ιστορία των γειτόνων τους, θα επέλεγαν άλλους τρόπους να λύσουν τις διαφορές τους. Το αίμα ποτέ δεν ήταν λύση!

Για όσους ανασκαλεύουν την ιστορία είναι γνωστή η τοξική σχέση Ρωσίας και Ουκρανίας από τα πολύ παλιά χρόνια. Ένα βιβλίο της Anne Applebaum , καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, με τίλτο ο «Κόκκινος λιμός», δηλαδή η κόκκινη πείνα, δίνει αρκετά και ενδιαφέροντα στοιχεία γι΄αυτή την τοξική σχέση και περιγράφει λεπτομερώς όλες τις ιστορικές παραμέτρους αυτής ιδιαίτερα προβληματικής σχέσης των δύο γειτόνων λαών. Η σχέση αυτή χάνεται μέσα στην ιστορία και το χρόνο, ακόμα από το διάστημα της πρώτης εμφάνισης των Σλαυικών φύλλων στην περιοχή, όπως και ο αγώνας της επικυριαρχίας των Ρώσων επί των Ουκρανών και γενικώς επί των γειτόνων τους. Από την ιστορία λοιπόν μαθαίνουμε για την κατάσταση στην περιοχή και μάλιστα η Ουκρανία τον 16ο αιώνα ζεί σε ένα ιδιόρρυθμο καθεστώς, καθώς η εκκλησιαστική της σχέση έχει να κάνει με το γεγονός ότι υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πολιτικά ανήκε στο Ρωμαιοκαθολικό βασιλιά της Λιθουανίας και Πολωνίας Σιγισμούνδο Β΄ (1544-1572). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ζεί κάτω από ένα πολιτικό καθεστώς θρησκευτικής καταπίεσης καθότι υφίστατο σφοδρή πίεση του ρωμαιοκαθολικού στοιχείου και της προπαγάνδας του, προκειμένου να την προσεταιριστούν, πέρα από τις πιέσεις των Ρώσων να την εκρωσίσουν και να την ελέγχουν πολιτικά και εκκλησιαστικά. Πράγμα που κατάφεραν λίγα χρόνια αργότερα.

Την εποχή εκείνη ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης στέλνει ως Έξαρχό του (εκπρόσωπό του) στην Ουκρανία, η οποία τότε αποκαλούνταν και Μικρά Ρωσία, σε διάκριση από την μεγάλη Ρωσία του βασιλείου της Μόσχας, μια σπουδαία προσωπικότητα της εποχής και κατά τους ιστορικούς τον πλέον μορφωμένο, την εποχή εκείνη, κληρικό της εκκλησίας, τον Επίσκοπο Λητής και Ρεντίνης Δαμασκηνό τον Στουδίτη, δηλαδή τον επίσκοπο της Επαρχίας Λαγκαδά, ώστε να επιληφθεί του θέματος και να βάλει τάξη στα πράγματα. Η επιλογή του Δαμασκηνού είχε να κάνει βασικά με την σπουδαία μόρφωσή του, την διπλωματική του ευφυία, την πνευματικότητά του, την γλωσσομάθειά του, καθώς μιλούσε πέραν των ελληνικών, ρωσικά, λατινικά, αραβικά και είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί ακόμα και την Ομηρική διάλεκτο στην οποία έγραφε και κείμενα. Στο βάθος λοιπόν της ιστορίας καταγράφονται οι σχέσεις Ουκρανίας και Μόσχας κυρίως και εκ του γεγονότος ότι ο Ουκρανικός λαός κόντρα στο ρεύμα προσηλυτισμού από τους Ρωμαιοκαθολικούς , κατάφερε να σταθεί στα πόδια του και να δημιουργήσει μια εκκλησία, μαρτυρίου μεν, αλλά και μαρτυρίας γνήσιου εκκλησιαστικού φρονήματος, λόγω της άνθισης του μοναχισμού στα περίφημα μοναστήρια και τις Λαύρες του Κιέβου, τις οποίες εμείς γνωρίσαμε ως «Ρωσική ευσέβεια», αφού η Ουκρανία είχε ήδη υποδουλωθεί στη Μόσχα και την Τσαρική Αυτοκρατορία, το δε Κίεβο ήταν πρωτεύουσά τους, αλλά κατ΄ουσίαν ήταν Ουκρανική η ευσέβεια!

Γράφει λοιπόν στο βιβλίο της η Appledaun:

«Ἡ Τσαρική Αὐτοκρατορία ἐπιδίωκε νά ἐκρωσίση τήν Οὐκρανία. Ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος Α΄ στήν πρώτη μεγάλη ἐκπαιδευτική μεταρύθμιση πού ἔγινε στήν Ρωσική Αὐτοκρατορία, ἀπέτρεψε νά χρησιμοποιοεῖται στά Σχολεῖα ἡ οὐκρανική γλώσσα μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν εἶναι γλώσσα, ἀλλά διάλεκτος. Αὐτό, βεβαίως, θά τό συνεχίσουν ἀργότερα καί οἱ Μπολσεβίκοι πράγμα πού περιόριζε «τήν ἐπιρροή τοῦ ἐθνικοῦ κινήματος καί ὁδήγησε στόν “ἀναλφαβητισμό”, ἀλλά, βέβαια, καί στόν “ἐκρωσισμό”».

«Μέχρι τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917 ἡ ἐργασία στή δημόσια διοίκηση, τά ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα καί τήν ἐπιχειρηματική δραστηριότητα ἀπαιτοῦσαν παιδεία στή ρωσική γλώσσα καί ὄχι στήν οὐκρανική. Στήν πράξη αὐτό σήμαινε ὅτι οἱ Οὐκρανοί πού ἦταν πολιτικά, οἰκονομικά ἤ πνευματικά φιλόδοξοι ἔπρεπε νά γνωρίζουν τή ρωσική γλώσσα».

Τό ρωσικό Κράτος ἐμπόδιζε κάθε ἀναβίωση τοῦ οὐκρανικοῦ ἐθνικοῦ κινήματος, ἀπέκλειε τίς οὐκρανικές ὀργανώσεις ἀπό τήν κοινωνία τῶν πολιτῶν καί ἀπό τούς κρατικούς θεσμούς. Μάλιστα, ὁ Τσάρος Ἀλέξανδρος Β΄ τό ἔτος 1876 «ἐξέδωσε διάταγμα πού ἔθετε ἐκτός νόμου οὐκρανικά βιβλία καί περιοδικά καί ἀπαγόρευε τή χρήση τῆς οὐκρανικῆς γλώσσας στά θέατρα, ἀκόμη καί στή μουσική λιμπρέτα, κείμενα ὄπερας.

Ὁ ἴδιος Τσάρος ἀπαγόρευσε τίς νέες ἐθελοντικές ὀργανώσεις μέ οὐκρανική ταυτότητα, ἐνῶ ἀντίθετα ἐπιχορηγοῦσε φιλορωσικές ἐφημερίδες καί ὀργανώσεις. Αὐτός ὁ ἐκρωσισμός τῶν Οὐκρανῶν ἐπεξετεινόταν καί στήν ἐκβιομηχάνιση, ἀφοῦ οἱ Ρῶσοι ἐνίσχυαν τήν κατασκευή ἐργοστασίων στίς οὐκρανικές πόλεις, ἀπό ἄλλα μέρη τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι, «τό 1917 μόλις τό ἕνα πέμπτο τῶν κατοίκων τοῦ Κιέβου μιλοῦσε οὐκρανικά».

Μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους ἡ Τσαρική Ρωσία, πρίν ἐπικρατήσει ὁ κομμουνισμός στήν Ρωσία, προσπαθοῦσε νά ἀποδομήση τήν οὐκρανική ἐθνική παράδοση καί ταυτότητα, ἐπιχειροῦσε τόν ἐκρωσισμό τοῦ οὐκρανικοῦ λαοῦ.

Φυσικά αὐτό δέν γινόταν σέ ἕνα κλίμα ἀπάθειας τῶν Οὐκρανῶν, γι’ αὐτό «συχνά ξεσποῦσαν ἀντιπαραθέσεις ἀνάμεσα σέ Ρώσους καί Οὐκρανούς ἐργάτες (στά ἐργοστάσια στά ὁποῖα μιλοῦνταν ἡ ρωσική γλώσσα), οἱ ὁποῖες μερικές φορές ἔπαιρναν “τή μορφή τῶν πιό ἄγριων μαχαιρωμάτων” καί μαζικῶν βίαιων συγκρούσεων». Στην περίοδο δε του 1931-33 πέθαναν από λιμό (πείνα) τρία εκατομμύρια Ουκρανοί γιατί η Μόσχα είχε δεσμεύσει όλο την συγκομιδή σιτηρών.

Αυτή η αφύσικη, για ομόδοξους λαούς, σχέση συνεχίστηκε για πολλά χρόνια και έγιναν αρκετές κινήσεις για πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία, αλλά το αίμα που έρευσε δεν άφησε να στεριώσει το όραμα του Ουκρανικού λαού για αυτονομία και πλήρη ανεξαρτησία. Ούτε η παρέμβαση του αγ. Δαμασκηνού του Λητής και Ρεντίνης, του επισκόπου μας, κατάφερε να αποτρέψει τις ρωσικές επεμβάσεις, ούτε οι προσευχές των αγίων των μοναστηριών του Κιέβου, κατάφεραν να κάμψουν την βουλιμία των ρώσων τσάρων και σταλινικών αρχών, ούτε τα κλάματα των παιδιών της Ουκρανίας σταμάτησαν την παραφροσύνη της εξουσίας της Μόσχας.

Η επανάληψη λοιπόν της ιστορίας ως δράμα, δεν άργησε να έρθει, και δυστυχώς το βιώνουμε όλοι με κομμένη την ανάσα!