Trifontsompanis-lagadas.gr

Το τελευταίο χαμόγελο

Οι χειμωνιάτικες νύχτες στο Λαγκαδά είχαν πάντα μια ανεξερεύνητη ηρεμία. H πυκνή ομίχλη δημιουργούσε εικόνα μυστηρίου και τα τζάκια κάπνιζαν και κάλυπταν με τον καπνό τους με ένα πέπλο θαρρείς τις σκιές των σπιτιών, των δέντρων, των ανθρώπων. Τρεις σκιές σύρθηκαν απ’ το υπόγειο της αγια-Παρασκευής και κατευθύνθηκαν στα ακραία σπίτια της γειτονιάς, κοντά στο ποτάμι, που μέρες τώρα με τις δυνατές βροχές είχε φτάσει στα όριά του. Η βοή του έφτανε ως τα σπίτια άλλοτε νανουριστική και άλλοτε απειλητική. Ο μπαρμπα –Κωστούσης καθόταν στο χαγιάτι και κάπνιζε το στριφτό του τσιγάρο, καθώς αντιλήφθηκε να περνούν τρεις σκιές γρήγορα από μπροστά του και να μπαίνουν βιαστικά στην αυλή του Χρήστου Δρεμλή.Η πόρτα άνοιξε πριν ακόμα πλησιάσουν οι τρεις νυχτερινοί επισκέπτες και το καντήλι φώτισε για λίγο τα πρόσωπα των τριών ανδρών. Η κυρά-Κατερίνα πήρε τις κάπες τους και τις έβαλε κοντά στο τζάκι για να τραβήξει λίγο η υγρασία και αμέσως τους ενημέρωσε ότι είχε τσάϊ στη φωτιά αν ήθελαν να πάρουν για να ξαποστάσουν λιγάκι, γιατί η νύχτα προβλέπονταν μακριά. Εκείνη ντύθηκε χοντρά, έβαλε κι ένα σάλι από πάνω και βγήκε στην αυλή συμμαζεύοντας χόρτα και ξύλα για τη φωτιά. Έπειτα πήρε τη σκούπα και βάλθηκε μέσα στη νύχτα να φουρκαλίζει την αυλή.   Ήταν κι αυτός ένας τρόπος σκοπιάς.

-Ε μωρή Κατερίνα κι αύριο μέρα έχει, είπε από απέναντι ο γείτονας που ακόμα παίδευε το τσιγάρο του!

– Αχ  Γιώργη μέρα έχει, αλλά δεν ξέρεις τι ξημερώνει! Τα πράγματα δυσκόλεψαν, δεν ξέρουμε τι γίνεται από στιγμή σε στιγμή.

-Ήρθε ο Χρήστος με παρέα ή λάθος έκανα;

-Δεν έκανες λάθος,ήρθαν και να δούμε τι θα ξημερώσει, είπε και στράφηκε προς την αυλή μη θέλοντας να πει περισσότερα.

Μετά γύρισε και του είπε χωρίς να περιμένει απάντηση.

-Έλα άμα γυρεύεις, μια γνώμη ακόμα, είναι μια γνώμη βοηθητικιά.

Ο μπαρμπα -Κωστούσης έριξε στην πλάτη το χοντρό του σακάκι και χώθηκε γρήγορα, συνωμοτικά θαρρείς στο σπίτι της κυρά Κατερίνας.

-Καλώς τονε τον γείτονα, είπε ο Χρήστος και του έκανε θέση να κάτσει κοντά τους.

-Δεν χρειάστηκαν συστάσεις ο Σταύρος Καζαντζής ήταν γνωστός από παλιά και ο Θανάσης Σταυρούδης, επίσης γνώριμος και φίλος, καθώς όλα αυτά τα μαύρα χρόνια του Μακεδονικού αγώνα, είχαν την ίδια αγωνία και τον ίδιο πόθο για λευτεριά.

Ο Καζαντζής είχε, λέει, νέα από τον καπετάν Ζώη, μέσω του Σαραντόπουλου και έπρεπε όσο γινόταν πιο γρήγορα να ξεκαθαρίσει η υπόθεση στη Μπαλάφτσα με τον βουλγαρόφιλο Χατζή. Η εντολή ήταν να βοηθήσει κι ο Σκάρας και ο Δρεμλής που είχε πλέον τη φήμη του πιο γρήγορου εκτελεστή, μια και οι κομιτατζήδες όργωναν τα χωριά και απειλούσαν τις ζωές των ανθρώπων.

Την υπόθεση τελικά την ανέλαβαν οι τρεις τους και ο Κωστούσης θα μάζευε όσες πληροφορίες μπορούσε για τις διαδρομές του Χατζή, ώστε να του καταφέρουν το χτύπημα στο δρόμο και μακριά από το χωριό.

Ετσι και έγινε, σε μια βδομάδα ο Χατζήδενα έκλαιγε τον Χατζή και έφευγε από το χωριό γιατί φοβόταν και για την οικογένειά της μη γίνει κανένα ακόμα κακό.

Το πώς έγινε, το τι έγινε, κανένας δεν έμαθε ποτέ. Μονάχα όταν βρήκαν τον Χατζή στην άκρη του χωριού, τον βρήκαν μαχαιρωμένο και βουτηγμένο στα αίματα.

Την ίδια νύχτα όμως είχαν προσχεδιάσει και μια άλλη δύσκολη υπόθεση, αυτή του Κοπάτση στη Σάμο. Ο Κοπάτσης ηγεμόνας της Σάμου με τη βοήθεια και τη στήριξη των Τούρκων έπινε το αίμα των ανθρώπων χρόνια τώρα.Το Προξενείο είχε αποφασίσει να δώσει ισχυρά χτυπήματα στους κομιτατζήδες πρώτα, αλλά και στους Τούρκους, για να τους αποδυναμώσει, αλλά και ύστερα για να τους πληρώσει με το ίδιο νόμισμα που τους χρειαζόταν. Δεν πάει πολύ καιρός άλλωστε που οι κομιτατζήδες σκότωσαν έξω από την πόρτα του μέσα στη γειτονιά, τον Μιχαλάκη Βοσνακίδη, 24 χρονών παλικάρι, όλο ζωή και νιάτα, αρραβωνιασμένο και έτοιμο να παντρευτεί σε λίγο καιρό, σύνδεσμος του καπετάν Ζώη και του προξενείου με τον Λαγκαδά και ψυχή της αντίστασης. Η αρραβωνιαστικιά του δεν παντρεύτηκε ποτέ και πέθανε από τον καημό της κι από χτικιό μερικά χρόνια αργότερα. Στο σπίτι τους φιλοξενούσε όλες τις μυστικές συσκέψεις των ανθρώπων που οργάνωναν τον αγώνα στην επαρχία. Οι Βούλγαροι είχαν πανικοβληθεί από την δράση των νέων παιδιών στον αγώνα, αφού ένας 18χρονος, ο Γιάννης Στόγιος ή Κινές από την Λιγκοβάνη, δάσκαλος φλογερός και πατριώτης πρώτης γραμμής γίνεται αρχηγός ανταρτικής ομάδας και τρομοκρατεί το βουλγαρικό κομιτάτο. Τη νύχτα εκείνη λοιπόν παίχτηκε  και η Ζωή του Κοπάτση σε κλήρο ,το ποιος θα τον αναλάβει τελικά.Ο Καζαντζής στο μεταξύ μετά το χτυπήματα που έδωσε σε αρκετές υποθέσεις σε Τούρκους και Βουλγάρους, είχε επικηρυχθεί από την τουρκική διοίκηση. Φεύγοντας για λίγο καιρό στην Αθήνα, κάνει γνωριμίες με πρόσωπα που κινούν τα νήματα του αγώνα.Τώρα πλέον είναι γνωστός με το όνομα καπετάν-Μπαρέτης και πότε μεταμφιεσμένος, πότε κρυφά, γυρνά και βοηθά όπου μπορεί στον αγώνα. Τη νύχτα εκείνη στου Δρεμλή κουβεντιάστηκε το θέμα Κοπάτση, το προξενείο βιαζόταν να κλείσει η υπόθεση του μισητού ηγεμόνα της Σάμου και όλο πλέον το ενδιαφέρον να επικεντρωθεί στη Μακεδονία.Έπεσε κλήρος, και ο κλήρος έγραφε το όνομα του Θανάση Σταυρούδη. Ο Θανάσης χάρηκε για το τυχερό του χαρτί, αλλά ο Μπαρέτης αντέδρασε αμέσως λέγοντας πως δεν δέχεται την κλήρωση γιατί ο Θανάσης έχει μικρά παιδιά ακόμα και είναι αμαρτία απ΄το θεό να μπει σε τέτοιο κίνδυνο. Ο λόγος του ήταν σταθερός και δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Άλλωστε ο Μπαρέτης ήταν πιο ταξιδεμένος, έφτασε κι ως την Αθήνα, ενώ ο Θανάσης το μεγαλύτερο ταξίδι του ήταν στη Σαλονίκη και τα γύρω βουνά. Το αίμα του Μπαρέτη κόχλαζε θαρρείς στις φλέβες του, περνούσαν από το μυαλό του όλα εκείνα τα πρόσωπα του Μιχάλη Βοσνακίδη, του παπά-Ιωακείμ Ανανιάδη του καθηγητή και ειρηνοδίκη στο Λαγκαδά, ψυχή του μακεδονικού αγώνα, που οι Βούλγαροι με τη βοήθεια των Τούρκων τον κατακρεούργησαν στη Γευγελή και αφού τον έγδαραν τον έκοψαν σε κομμάτια και τον πέταξαν στο βουνό και οι μορφές τόσων άλλων ακόμα μαρτύρων.Τα μάτια του γυάλιζαν θαρρείς και είχε μπροστά του τον Κοπάτση και μαστόρευε την τιμωρία του.

Ο καιρός δεν άργησε και μόλις πήρε να έρχεται η άνοιξη και μπήκε ο Μάρτης, ο καπετάν Σταύρος Μπαρέτης έφτασε στη Σάμο ως καπνέμπορος και προσπαθεί να γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα.Εκεί γνωρίζει τον δικηγόρο Μανιάτη και οργανώνουν την εκτέλεση του Κοπάτση. Μια Κυριακή, που έμελλε να είναι η τελευταία του τυράννου, ο Μπαρέτης ντύνεται γυναίκα και πηγαίνει στην εκκλησία όπου παραφυλάγει τον Κοπάτση που πάει να εκκλησιαστεί. Εκεί πριν ακόμα προλάβει να μπει στην εκκλησιά τον σκοτώνει και τρέπεται σε φυγή. Κρύβεται σε ένα πηγάδι και αργότερα στο μοναστήρι της αγίας Ζώνης. Όμως κατά την συμπλοκή, τραυματίστηκε από έναν σωματοφύλακα του Κοπάτση. Με πληγές ανοιχτές προσπαθεί να αποφύγει την σύλληψη. Οι Τούρκοι ακολουθώντας τα ίχνη των αιμάτων του, τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν στο νοσοκομείο της Σάμου, όπου όμως αντί για περίθαλψη αντιμετωπίζει τη σκληρότητα των Τούρκων οι οποίοι του βγάζουν τα νύχια και τον βασανίζουν για να μάθουν ποιος κρύβεται πίσω από την πράξη του. Ο Μπαρέτης θα μείνει απαθής στα μαρτύρια και τους βασανισμούς και λίγο πριν πεθάνει, ρωτάει να μάθει τι έγινε ο Κοπάτσης.Στην απάντηση ότι πέθανε, θα αφήσει ένα χαμόγελο να του ξεφύγει, που θα ήταν και το τελευταίο χαμόγελο της ζωής του. Πέθανε σαν παλικάρι, όπως και έζησε σαν παλικάρι. Η λευτεριά άρχισε ήδη να χαμογελά στην πατρίδα. Την ίδια χρονιά θ’ αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση της ιστορίας.