Trifontsompanis-lagadas.gr

Το μυστικό της μητέρας

Τα πόδια του είχαν ξυλιάσει από το κρύο και τα χέρια παρά τα γάντια που φορούσε ήταν παγωμένα κι αυτά. Πάτησε ορθοπεταλιά για να φτάσει μια ώρα γρηγορότερα στο σπίτι να ζεσταθεί. Από το τιμόνι του ποδηλάτου κρεμόταν το δίχτυ με τα ψώνια που τον έστειλε η μάννα του να κάνει. Έφτασε κοντανασαίνοντας και με την μύτη κατακόκκινη από το κρύο και έτρεξε κατά πάνω στη σόμπα για να ζεστάνει τα παγωμένα μέλη του. Η μητέρα τον κοίταξε τρυφερά και έσκυψε να του χαϊδέψει τα μάγουλα με τα ζεστά της χέρια.

-Όλα καλά; Εντάξει τα ψώνια έφτασαν τα λεφτά;

-Ναι εντάξει.

-Λοιπόν σε λίγο τελειώνω το κέϊκ και βγάζω την πίτα από τη φωτιά και θα είμαστε έτοιμοι. Πάνε αν θες στη γειτονιά να καλαντίσεις σε όσους δεν τα είπες και έλα να φύγουμε.

Έτσι και έγινε, βγήκε φορτσάτος έξω ,ξεχνώντας το κρύο και τα παγωμένα δάχτυλα, έβαλε τα γάντια, πήρε το τριγωνάκι του ξαμολήθηκε στη γειτονιά. Είχε αρχίσει κι όλας να σουρουπώνει και το κρύο έσφιγγε περισσότερο, αλλά μπρος στα κέρδη που θα εισέπραττε, ποιος νοιαζόταν τώρα για το κρύο! και σε εφτά-οχτώ σπίτια να πήγαινε, καλά θα ήταν γιατί στη γειτονιά το μπαξίσι των καλάντων είναι πάντα το καλύτερο και το μεγαλύτερο, μιας και όλοι ήταν γνωστοί και λίγο ως πολύ συγγενείς τους.

Έτρεχε γρήγορα από σπίτι σε σπίτι, ανεβοκατέβαινε σκάλες σχεδόν τρέχοντας και στα δυόροφα  καθόταν στη μέση της σκάλας και τα έλεγε δυνατά για να ακούσουν και οι δυό οικογένειες, οπότε με έναν σμπάρο δυό τριγώνια! Μονάχα στη θεία Αλίκη του χάλασαν τη δουλειά, όταν απαίτησαν ξεχωριστή τραγουδιστική παράσταση για να χαρούνε τα μικρά, όπως του είπαν. Ε…αν είναι για τα μικρά… τους έκανε το χατίρι, αλλά τα είπε γρήγορα και δεν μπήκε καν μέσα στο σπίτι, όπως του φώναξε η θεία για να τον κεράσει, γιατί είπε πως τον περιμένει η μάνα του και βιάζεται. Πήρε το φιλοδώρημα, δίφραγκο εισέπραξε, γέμισε και τη σακούλα του με μανταρίνια και δύο ωραία μήλα στάρκεν, κάτι χουρμάδες και έφυγε τρέχοντας γιατί είχε ήδη περάσει η ώρα. Αυτή την ώρα την περίμενε χρόνια, από μικρός, γιατί κάθε χρόνο έκλαιγε να πάει με τη μάνα του εκεί που πήγαινε κι αυτή και δεν τον έπαιρνε μαζί της, μια γιατί έκανε κρύο, μια γιατί χιόνιζε, μια γιατί ήταν αργά και έπρεπε να ξεκουραστεί για την άλλα μέρα που θα ξυπνούσαν πρωί για τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία.

-Άντε χριστιανέ μου, είπε η μάνα, κόντεψε να ξημερώσει χριστούγεννα! Γιατί αργήσατε τόσο;

-Βάλε νερό για να πλυθώ και τα λέμε μετά με την ησυχία μας είπε ο πατέρας του.

Ο μπαμπάς μόλις είχε γυρίσει από τη λίμνη, με γεμάτο τον τορβά ψάρια, και τα έριξε σε ένα μεγάλο ταψί για να ξεκαθαρίσει τα μικρά από τα μεγάλα, τα γριβάδια από τα τσιρόνια και τις πεταλούδες. Τα ψάρια χοροπηδούσαν ακόμα μέσα στον τορβά και όταν τα έριξε στο ταψί καναδυό πήδηξαν έξω και τα βράχια τους άνοιγαν ακόμα και ανάσαιναν, κι ο Άγγελος καθόταν και έβλεπε την αγωνιώδη προσπάθεια των ψαριών να ανασάνουν για τελευταία φορά ίσως. Και θυμόταν το γνωστό τραγούδι «στη στεριά δε ζεί το ψάρι…»

Στον φούρνο το κέϊκ είχε ροδοκοκκινίσει και η μητέρα του πήρε μια πετσέτα και το σκέπασε γυρίζοντάς το ανάποδα για να βγει σωστά  από τη φόρμα. Μοσχοβόλησε όλο το σπίτι. Του ήρθε να αρπάξει ένα κομμάτι ζεστό και να το κατασπαράξει, αλλά σκεφτόταν πρώτα ότι αύριο ξημέρωναν χριστούγεννα και ήθελε να μεταλάβει και ότι η μάνα του είπε πως το ετοίμασε για άλλο σκοπό.

Ο πατέρας πλύθηκε στο νεροχύτη και η μητέρα του έριχνε ζεστό νερό με ένα κανάτι, και σε λίγο του ετοίμασε κάτι πρόχειρο για να ξεγελάσει την πείνα του, ώσπου να καθίσουν στο παραμονιάτικο τραπέζι για να θυμιαστούν.

Κάποια στιγμή άκουσε τη μητέρα του να του λέει:

-Λοιπόν νεαρέ, έτοιμος να με συνοδέψεις;

-Για πού με το καλό; Ρώτησε ο πατέρας.

-Μυστική αποστολή, είπε ο Άγγελος κρυφογελώντας, γιατί κι αυτός δεν ήξερε πού πάνε.

Του έδωσε η μητέρα του να κρατά το κουτί με το κέϊκ κι αυτή είχε σε μια σακούλα κάποια ψώνια, λίγο ζεστό φαγητό, λίγα φρούτα, καφέ, ζάχαρη και κάποια γλυκά.

Περπατούσαν μέσα στη νύχτα και η παγωνιά δεν έλεγε να μαλακώσει. Τα φώτα της πόλης δεν ήταν και τα δυνατότερα, έφεγγαν ίσα-ίσα να μη χάνεις το δρόμο σου, κι όταν είχε και ομίχλη, τότε σε οδηγούσε το ένστικτο προς τον προορισμό σου.

Πέρασαν απ’ την αγιά -Παρασκευή και έστριψαν σε ένα στενό. Οι καμινάδες των σπιτιών κάπνιζαν και τα χαμηλά σπίτια σου έδιναν την αίσθηση ότι χαμήλωναν ακόμα περισσότερο καθώς έπεφτε το βράδυ. Τα φωτισμένα παράθυρα μαρτυρούσαν τις μεγάλες οικογένειες και τις προετοιμασίες για το βράδυ και την αυριανή γιορτή. Σε κάποιες περιπτώσεις η μάνα σχολίαζε χαμογελώντας, α!!! αυτοί την έβαλαν κι όλας στη μασίνα τη γαλοπούλα ή την κότα, για να είναι ξένοιαστοι αύριο για την τιγανιά.

Σε μια στιγμή σταμάτησαν σε ένα χαμηλό σπιτάκι, ένα μικρό δωμάτιο, με ένα χαγιάτι κλειστό, και μια πόρτα, που δεν θα έπαιρνε όρκο ότι ασφάλιζε και πολύ το σπίτι από το κρύο. Μια γριούλα καθισμένη δίπλα σε μια μικρή χαμηλή σόμπα, κουκουλωμένη με ένα σάλι, προσπαθούσε να ζεσταθεί και έδειξε έκπληξη καθώς είδε να μπαίνουνε μέσα στο δωμάτιο. Η μητέρα πήρε στα χέρια της την γκαζόλαμπα και προσπάθησε να σηκώσει λίγο το φυτίλι για να βλέπονται καλύτερα. Ένα απλό ντιβάνι, ένα τραπέζι στο κέντρο του δωματίου, μια μπάντα υφαντή καρφωμένη στον τοίχο, δυό-τρεις φωτογραφίες κάποιων γερόντων με παχιά μουστάκια, ήταν το όλο νεκόρ του καθιστικού της κυρά-Αρχοντούλας.  Πήρε δυό ξυλαράκια και ένα κωκ- πετροκάρβουνο και το έριξε στη σόμπα για να κρατήσει η ζέστη όλη τη νύχτα.

-Μη βάζεις βρέ κόρη μου, δεν θέλω ζέστη, θα πέσω τώρα για ύπνο, να μη ξοδεύω και ξύλα. Τελειώνουν και τα κάρβουνα, άσε καλύτερα…

-Μη στεναχωριέσαι, είπε η μητέρα του, θα σου φέρω κάρβουνα από βδομάδα.

Πάρε κι αυτά για αύριο και τις γιορτές και αν χρειαστείς κάτι ειδοποίησέμε με την Παναγιώτα. Αύριο Χριστούγεννα, να είμαστε καλά όλοι οι άνθρωποι και καλή χρονιά να έχουμε. Να… ο Άγγελος σου έφερε και ένα κέικ.

Προσπάθησε να το αφήσει στο τραπεζάκι, αλλά η γριούλα του άρπαξε το χέρι και το φίλησε σχεδόν με ευλάβεια.

-Ευχαριστώ γιαβρί μου, ο θεός να σου δίνει του κόσμου τα καλά, καλή πρόοδο να έχεις και να μοιάσεις τους γονέους σου στη χρυσή τους τη καρδιά. Και την πήρε ένα παράπονο. Έβγαλε το μαντηλάκι της και σκούπισε τα μάτια της. Συγνώμη τέτοια μέρα σας στεναχωρώ κι εσάς. Άϊντε πάτε τώρα γιατί σας περιμένουν στο σπίτι σας να θυμιαστείτε, και ρούφηξε τη μύτη και τα δάκρυά της.

Ο Άγγελος είδε τα μάτια της μάνας του βουρκωμένα και του ήρθε κι αυτού να κλάψει, καθώς σκεφτόταν ήδη τη μοναξιά της κυρά-Αρχοντούλας χρονιάρες μέρες, αλλά και την πίκρα της, που κανένας από τους δικούς της δεν την θυμήθηκε. Τα παιδιά της στην Αθήνα και τη Γερμανία, τα εγγόνια σκορπισμένα στους πέντε ανέμους, ξέχασαν κι από πού κρατάει η σκούφια τους.

Η μητέρα του τον πήρε από το χέρι και πλησίασαν την κυρά-Αρχοντούλα, άνοιξε την αγκαλιά της και τον έκλεισε μέσα, του φίλησε το μέτωπο και τον σταύρωσε.

Η μητέρα του έσκυψε και της φίλησε το χέρι καθώς της εύχονταν :

– Άντε κυρά Αρχοντούλα, καλά χριστούγεννα με υγεία και του χρόνου.

Άνοιξαν την πόρτα και έφυγαν μέσα στο σκοτάδι, παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Απόλυτη σιγή στη μικρή πόλη. Η μυρωδιά των καυσόξυλων και των πετροκάρβουνων σου μπούκωνε τη μύτη, σε κάποια σπίτια είχαν αρχίσει να κουβαλιούνται οι μουσαφίρηδες και ακούγονταν γέλια και φωνές. Ό Άγγελος περπατούσε δίπλα στη μάνα του χωρίς να μιλά, ήταν ακόμα σκεφτικός γι αυτά που είδε και έζησε, καθώς έμαθε το μυστικό της μάνας του, που για 10 χρόνια του κρατούσε κρυφό. Ήθελε να την αγκαλιάσει και να τη φιλήσει, γιατί τώρα στα δέκα του μπορούσε να καταλάβει ότι μερικές φορές κάποια πράγματα πρέπει να μένουν μυστικά, και κυρίως όταν πρόκειται για πράξεις τελείως προσωπικές που έχουν να κάνουν με την γαλήνη της ψυχής σου.

Στη στροφή για το σπίτι τον κοίταξε κατάματα και τον ρώτησε.

-Την αποψινή μας επίσκεψη μπορείς να την κρατήσεις μυστική;

-Ούτε στον μπαμπά να το πω;

-Ούτε στο μπαμπά! Να ξέρεις ότι μόλις μεγαλώσεις θα πηγαίνεις μόνος σου στην κυρά-Αρχοντούλα πάντα τέτοιες χρονιάρες μέρες και να δεις πώς η καρδούλα σου θα γαληνεύει και θα γεμίζει αγάπη και στοργή για όλο τον κόσμο που είναι αναγκεμένος

Όσο δίνεις αγάπη, τόσο αισθάνεσαι πλούσιος. Κι εμείς φτωχοί ανθρώποι είμαστε, αλλά μπορούμε να αγαπάμε και να συμπονάμε. Να, τώρα δε νιώθεις σαν βασιλιάς στη καρδιά σου;

Την αγκάλιασε σφιχτά και τη φίλησε καθώς έφτασαν στην εξώπορτα του σπιτιού τους. Στο σπίτι ο πατέρας του ξαπλωμένος κοντά στη ξυλόσομπα που μπουμπούνιζε, σχεδόν είχε πάρει έναν υπνάκο και δεν πρόσεξε ότι τα κάστανα που έβαλε πάνω στη σόμπα είχαν αρχίσει και καίγονται και να μυρίζουν. Στο ραδιόφωνο ακούγονταν τραγούδια και χορωδίες με χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα και έδιναν μια κάποια αίσθηση άλλης ατμόσφαιρας. Σε λίγο ήρθε και η αδερφή του με τη  γιαγιά από το διπλανό σπίτι που έμενε, ήρθε και ο θείος Τάκης με την οικογένεια και στρωθήκανε στο τραπέζι για να γευτούν τα τελευταία νηστίσιμα της ημέρας. Πάνω στο τραπέζι, ακόμα υπήρχαν ένα κρεμμύδι κι ένα σκόρδο, λίγα φρούτα, το χριστόψωμο, ένα ποτήρι κρασί, πέντε- έξη κέρματα και το θυμιατήρι που κάπνιζε. Ο μπαμπάς σηκώθηκε , τους  θύμιασε όλους ευχόμενος κάθε καλό, γεροσύνη, καλοσύνη και καλά μπερεκέτια, και στο τέλος κόπηκε και το χριστόψωμο για το καλό της ημέρας.

 

Τι του ήρθε απόψε και τα θυμόταν όλα αυτά, παραμονή Χριστουγέννων, καθώς οι φλόγες απ’ το βαρέλι –σόμπα, που έβραζε το τσάϊ για τους πρόσφυγες, ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό και θαρρείς προσπαθούσαν να συναντήσουν το άστρο της Ανατολής, εδώ στη σκοτεινή νυχτιά στο λιμάνι! Η κυρά –Αρχοντούλα δεν ζει πια, κι αυτός σαράντα χρόνια μετά, πιστός στο λόγο που έδωσε στη μάνα του, ακολουθεί το δικό του αστέρι που οδηγεί σε μιαν άλλη φάτνη όπου η αγάπη κομματιάζεται και μοιράζεται στους αγραυλούντες και «φυλλάσσοντες φυλακάς της νυκτός» και του κόσμου μας. Είχε αρχίσει να χαράζει, από μακριά οι καμπάνες του χωριού ηχούσαν Χριστούγεννα. «Δόξα εν υψίστοις θεώ και επι γής ειρήνη…» ;

Δεν νομίζω !!!