Trifontsompanis-lagadas.gr

Στον Αϊ Θανάση της Χωρούδας Μέρος A2

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ (εἰκ. 13)

Στήν ἱ­στό­ρη­ση τοῦ θέ­μα­τος τῆς Γεν­νή­σε­ως ὁ ἁ­γι­ο­γρά­φος εἶ­ναι λι­τός. Ὁ χῶ­ρος πού τοῦ προ­σφε­ρό­ταν γιά νά ἀ­να­πτύ­ξει τό θέ­μα του ἦ­ταν βέ­βαι­α πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος, ἀλ­λά αὐ­τός ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται γι᾽αὐ­τό καθ᾽ αὐ­τό τό θέ­μα τῆς θε­ί­ας ἐ­ναν­θρω­πί­σε­ως. Ἡ Πα­να­γί­α γο­νυ­κλι­νής πρό τῆς φάτ­νης μέ τό θεῖ­ο Βρέ­φος «ἐ­σπαρ­γα­νω­μέ­νον» (εἰκ. 14). Στά δε­ξιά τῆς εἰ­κό­νος καί σχε­δόν στή γω­νί­α τῆς πα­ρα­στά­σε­ως ὁ Ἰ­ω­σήφ ἐ­ξί­στα­ται γιά τό γε­γο­νός. Ἡ στά­ση καί ἡ ἀ­πο­ρί­α του δε­ί­χνουν ὅ­τι αὐ­τός δέν ἔ­χει θέ­ση στή θε­ί­α σάρ­κω­ση πού ἔ­γι­νε «ἐκ πνε­ύ­μα­τος ἁ­γί­ου».

Πί­σω του στέ­κε­ται καί τόν συν­τρο­φε­ύ­ει ἕ­νας γε­ρο­βο­σκός ἤ ἡ προσωπο-ποίηση τοῦ πειρασμοῦ καί τοῦ λογισμοῦ πού στη­ρί­ζε­ται στήν ρά­βδο του. Στά ἀ­ρι­στε­ρά τῆς πα­ρα­στά­σε­ως καί πί­σω ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος ἕ­νας βο­σκός τοῦ ὁ­πο­ί­ου σώ­ζε­ται μό­νο τό κά­τω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τος.

EIKONES0045 EIKONES0015

Τό σπή­λαι­ο πού σκε­πά­ζει τήν ὅ­λη πα­ρά­στα­ση εἶ­ναι δο­σμέ­νο μέ τά χρώ­μα­τα τοῦ κα­φέ-κόκ­κι­νου. Ὁ ἀ­στέ­ρας στέλ­νει τίς ἀ­κτί­νες του πά­νω στό Βρέ­φος. Ἡ πα­ρά­στα­ση σώ­ζε­ται μό­νο ἡ μι­σή καί ἔτ­σι δέν μπο­ροῦ­με νά ἐν­το­πί­σου­με ἄλ­λα πρό­σω­πα πού ἴ­σως νά πλαι­σι­ώ­νουν τό θέ­μα. Αὐ­τό ὅ­μως πού πα­ρα­τη­ροῦ­με εἶ­ναι ἡ ἀ­πά­λει­ψη τῆς σκη­νῆς τοῦ λου­τροῦ καί ἡ ἀ­που­σί­α τῶν Μά­γων.[1] Ἐ­δῶ ὁ ἁ­γι­ο­γρά­φος ἀ­κο­λου­θεῖ το­ύς ἄλ­λους με­τα­βυ­ζαν­τι­νο­ύς ὁ­μο­τέ­χνους του καί εἰ­κο­νί­ζει τήν Θε­ο­τό­κο γο­νυ­κλι­νή πρό τοῦ Βρέ­φους.

Εἰκ. 13. Ἄνω: Γέννηση, Ὑπαπαντή. Κάτω: Προφήτης
Ἠλίας, ἅγιος Παντελεήμων, ἅγιος Κοσμᾶς.

Εἰκ. 14. Ἡ Γέννηση. (Λεπτομέρεια).

Ἡ φο­ρη­τή εἰ­κό­να τῆς Γεν­νή­σε­ως τῆς μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ἡ Γέν­νη­ση τῆς Δο­χει­α­ρί­ου καί τοῦ Πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τῆς Με­γί­στης Λα­ύ­ρας, ἴ­σως νά ἀ­πο­τέ­λε­σαν τόν ὁ­δη­γό γιά τόν ἀ­νώ­νυ­μο τε­χνί­τη τῆς Χω­ρο­ύ­δας. Ὅ­μως αὐ­τός δου­λε­ύ­ει μέ με­γά­λη ἀ­φαι­ρε­τι­κή δι­ά­θε­ση, καί κρα­τᾶ μό­νο τά βα­σι­κά καί ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα πρό­σω­πα γιά νά ἱ­στο­ρή­σει τό θέ­μα του·

Ἡ Ὑπαπαντή (εἰκ. 13)

Σάν συ­νέ­χει­α φυ­σι­κή θά λέ­γα­με τῆς Γεν­νή­σε­ως, ἔρ­χε­ται ἡ εἰ­κό­να τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς. Κα­τε­στραμ­μέ­νο ὅ­λο τό μι­σό ἄ­νω μέ­ρος τῆς πα­ρα­στά­σε­ως μᾶς δί­νει τή δυ­να­τό­τη­τα νά με­λε­τή­σου­με μό­νο τά ὑ­πάρ­χον­τα στοι­χεῖ­α, κι αὐ­τά εἶ­ναι ἡ ὕ­παρ­ξη τεσ­σά­ρων προ­σώ­πων καί ἡ σχη­μα­τι­κή πα­ρά­στα­ση τοῦ Να­οῦ. Ἡ δι­ά­τα­ξη τῶν σω­μά­των, ἡ κί­νη­ση καί τό σχέ­δι­ο τῆς εἰ­κό­νας μᾶς φέρ­νουν στό νοῦ τήν Ὑ­πα­παντή τοῦ Θε­ο­φά­νους στή φο­ρη­τή εἰ­κό­να τῆς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα. Εἶ­ναι ὁ κα­θι­ε­ρω­μέ­νος με­τα­βυ­ζαν­τι­νός τύ­πος,[2] μέ τόν Χρι­στό στά χέ­ρι­α τοῦ Συ­με­ών δε­ξιά, τήν Πα­να­γί­α ἀ­ρι­στε­ρά μέ τά χέ­ρι­α ἁ­πλω­μέ­να πρός τό παι­δί, τόν Ἰ­ω­σήφ νά ἀ­κο­λου­θεῖ κρα­τών­τας μέ­σα στό ροῦ­χο του δυό πε­ρι­στέ­ρι­α καί τήν προ­φή­τι­δα Ἄν­να νά προ­βάλ­λει ἀ­νά­με­σά τους κρα­τών­τας εἰ­λη­τά­ρι­ο πού γρά­φει: «τοῦ­το τὸ Βρέ­φος οὐ­ρα­νὸν καὶ γῆν ἐ­στε­ρέ­ω­σε». Τά πρό­σω­πα εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­να καί δέν μπο­ροῦ­με νά σχο­λι­ά­σου­με τό ὕ­φος καί τή χρω­μα­τι­κή τους ἀ­πό­δο­ση. Ἡ ἱ­στό­ρη­ση τῆς πα­ρα­στά­σε­ως στόν γνω­στό αὐ­τό τύ­πο ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τόν 15ο αἰ­ώ­να καί συ­νε­χί­ζε­ται ἀ­πό ὅ­λους τούς ζω­γρά­φους τῆς κρη­τι­κῆς σχο­λῆς, ἀλ­λά καί ἀ­πό τούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Νι­κο­λά­ου Ρίτ­ζου στό Σε­ρά­γε­βο,[3] τοῦ Θε­ο­φά­νη στόν Ἀ­να­παυ­σᾶ, καί τῆς μο­νῆς τῶν Φι­λαν­θρω­πι­νῶν,[4] θά λέ­γα­με ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦν το­ύς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κο­ύς τύ­πους πού μι­μεῖ­ται ὁ τε­χνί­της μας.

Ἡ πα­ρά­στα­ση τῆς Βα­πτί­σε­ως πού ἀ­κο­λου­θεῖ δέν μᾶς δί­νει τή δυ­να­τό­τη­τα γιά σχό­λι­α καί πα­ρα­τη­ρή­σεις. Σώ­ζε­ται μό­νο ἕ­να μι­κρό τμῆ­μα της, στό κά­τω ἀ­ρι­στε­ρό μέ­ρος, πού φα­νε­ρώ­νει τήν ὕ­παρ­ξη μέ­σα στήν πα­ρά­στα­ση, βου­νῶν καί
πο­τα­μί­ων ὑ­δά­των. Στήν κά­τω με­γά­λη ζώ­νη ἔ­χου­με τίς πα­ρα­στά­σεις ὁ­λό­σω­μων
Ἁ­γί­ων.

Ὁ Προφήτης Ἠλίας (εἰκ. 13)

Σέ με­τω­πι­κή στά­ση ἱ­στο­ρη­μέ­νος, ὁ «πρὸ συλ­λή­ψε­ως ὢν ἡ­γι­α­σμέ­νος, ὁ ἔν­σαρ­κος ἄγ­γε­λος, ὁ νοῦς ὁ πύ­ρι­νος, ὁ ἐ­που­ρά­νι­ος ἄν­θρω­πος». Εὐ­λο­γεῖ μέ τή δε­ξιά ἐ­νῶ ἡ ἀ­ρι­στε­ρά του εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­νη καὶ ἐ­πι­χρι­σμέ­νη. Φο­ρεῖ ἱ­μά­τι­ο στήν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ γκρί καί τῆς ὤ­χρας καὶ χι­τώ­να χρώ­μα­τος χον­δρο­κόκ­κι­νου, στίς δέ ἄ­κρες τοῦ χι­τώ­να καὶ γύ­ρω ἀ­πό τό λαι­μό φέ­ρει μη­λω­τή.

Οἱ ἅ­γι­οι Παν­τε­λε­ή­μων, Κο­σμᾶς καὶ Δα­μι­α­νός, οἱ ἀ­νάρ­γυ­ροι, ἀ­κο­λου­θοῦν στήν ἴ­δι­α με­τω­πι­κή στά­ση. Ὁ ἅ­γι­ος Δα­μι­α­νός εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­νος καὶ σώ­ζε­ται μό­νο ἡ ἐ­πι­γρα­φή τοῦ ὀ­νό­μα­τός του «Ο Α­ΓΙ­ΟΣ ΔΑ­ΜΗ­Α­ΝΟΣ». Οἱ ἅ­γι­οι Παν­τε­λε­ή­μων καί Κο­σμᾶς φο­ροῦν πλο­ύ­σι­α ἱ­ε­ρα­τι­κοῦ τύ­που ἐν­δύ­μα­τα, στήν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ κόκ­κι­νου καί τοῦ σταχ­το­πρά­σι­νου ἀν­τί­στοι­χα, στό δε­ξί χέ­ρι κρα­τοῦν λα­βί­δα πού ἀ­πο­λή­γει σέ σταυ­ρό, ἐ­νῶ μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό κρα­τοῦν κι­βω­τί­δι­α ἀ­νοιχτά, προ­φα­νῶς μέ φάρ­μα­κα «τὴν τῶν ψυ­χῶν ἐ­πι­μέ­λει­αν καὶ τῶν σω­μά­των τὴν θε­ρα­πε­ί­αν ἐ­πι­δει­κνύ­με­νοι» (εἰκ. 13). Ὁ ἅ­γι­ος Παν­τε­λε­ή­μων νέ­ος, ἀ­γέ­νει­ος καὶ σγου­ρο­κέ­φα­λας, ἐ­νῶ ὁ ἅ­γι­ος Κο­σμᾶς «νέ­ος ἀρ­χι­γέ­νει­ος, φα­λα­κρί­ζων καὶ σγου­ρα­κί­ζων, τὰς τρί­χας ἔ­χων ἄ­νω­θεν τῶν ὠ­τί­ων» ὅ­πως το­ύς πε­ρι­γρά­φει ὁ Δι­ο­νύ­σι­ος στήν Ἑρ­μη­νε­ί­α του.

Ἡ ἴ­δι­α φόρ­μα, ὅ­μοι­α κί­νη­ση τῶν σω­μά­των καί τῶν χε­ρι­ῶν συ­ναν­τᾶ­ται σέ πολ­λές ἄλ­λες πε­ρι­ο­χές. Οἱ Ἅ­γι­οι εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρα ἀ­γα­πη­τοί καί ἡ πα­ρά­στα­σή τους ἔ­χει θέ­ση στή δι­α­κό­σμη­ση πολ­λῶν Να­ῶν. Πλη­σι­έ­στε­ρη τυ­πο­λο­γι­κή συγ­γέ­νει­α ἔ­χουν μέ τίς πα­ρα­στά­σεις στό ΝΑGΟRΙCΙΝΟ,[5] στόν ἅ­γι­ο Νι­κό­λα­ο Κα­στο­ρι­ᾶς,[6] καί στό NEREZI.[7]

Οἱ τρεῖς ἅ­γι­οι αὐ­τοί Ἅ­γι­οι μα­ζί μέ το­ύς ἁ­γί­ους Ἰ­ω­άν­νη Ἐ­λε­ή­μο­να, Χα­ρά­λαμ­πο καί Ἰ­ά­κω­βο Ἀ­δελ­φό­θε­ο, εἶ­ναι ἔρ­γα τῆς ἴ­δι­ας χει­ρός ἤ δέχ­τη­καν ἐ­πι­ζω­γρά­φι­ση
ἀ­ EIKONES0071

από τόν ἴ­δι­ο τε­χνί­τη. Ἡ δι­α­φο­ρά τους εἶ­ναι κα­τα­φα­νής στό χρῶ­μα τῶν ἱ­μα­τί­ων, στο­ύς προ­πλα­σμο­ύς καί στά πλα­τιά σαρ­κώ­μα­τα.

Ὁ Ἅ­γι­ος πού ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι, πι­θα­νό­τα­τα ὁ ἅ­γι­ος Εὐ­στά­θι­ος. Ἡ δε­ξιά του πλευ­ρά εἶ­ναι ἐ­πι­χρι­σμέ­νη καί σώ­ζε­ται μό­νο ἡ κα­τά­λη­ξη τῆς ἐ­πι­γρα­φῆς -ΘΙΟΣ. Στήν τα­ύ­τι­ση τῆς μορ­φῆς τοῦ Ἁ­γί­ου ὁ­δη­γο­ύ­μα­στε ἀ­πό τόν γνω­στό στίς βυ­ζαν­τι­νές τοι­χο­γρα­φί­ες τύ­πο τοῦ ἁ­γί­ου Εὐ­στα­θί­ου (εἰκ. 15). Ὥ­ρι­μος στήν ἡ­λι­κί­α, μέ κοντή γε­νει­ά­δα, «μι­ξαι­πό­λι­ος στρογ­γυ­λο­γέ­νης», ὅ­πως γρά­φει ἡ Ἑρ­μη­νε­ί­α (σ. 185 & 270). Φέ­ρει ἱ­μά­τι­ο κο­σμη­μέ­νο, στό ὕ­ψος τῶν γο­νά­των καί στήν κά­τω ἄ­κρη, μέ κεν­τή­μα­τα, καί φο­ρεῖ χι­τώ­να πρα­σί­νου χρώ­μα­τος. Κρα­τεῖ στό δε­ξί χέ­ρι σταυ­ρό καί στό ἀ­ρι­στε­ρό δό­ρυ. Εἶ­ναι ὁ γνω­στός τύ­πος τοῦ 16ου αἰ­ώ­να καί με­τά, ὅ­που ὁ Ἅ­γι­ος πα­ρι­στά­νε­ται ὡς μάρ­τυ­ρας μέ τόν σταυ­ρό στό χέ­ρι.[8]

Εἰκ. 15. Νότιος τοῖχος: ἅγιος Εὐστάθιος, ἅγιος Τρύφων,
ἁγία Παρασκευή, ἁγία Κυριακή.

 

Ὁ ἅγιος Τρύφων – ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ (εἰκ. 15)

Εἰ­κο­νί­ζε­ται σέ κα­τά μέ­τω­πο στά­ση μέ ἐ­λα­φρά κλί­ση τῆς κε­φα­λῆς του πρός τόν ἅ­γι­ο Εὐ­στά­θι­ο. Νέ­ος, ἀ­γέ­νει­ος, κατ­σα­ρο­μά­λης, φο­ρεῖ πα­ρό­μοι­ο μέ τόν ἅ­γι­ο EIKONES0022

Εὐ­στά­θι­ο ἱ­μά­τι­ο, κο­σμη­μέ­νο ἐ­πί­σης μέ σχέ­δι­α, καί χι­τώ­να στήν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ κι­νά­βα­ρι. Κρα­τεῖ στό δε­ξί χέ­ρι σταυ­ρό, ἐ­νῶ μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό δε­ί­χνει τό σύμ­βο­λο τοῦ Πά­θους τοῦ Κυ­ρί­ου. Πα­ρό­μοι­ο τύ­πο, μέ ἐ­λά­χι­στες δι­α­φο­ρές, συ­ναν­τᾶ­με στήν S­O­ΡO­C­Α­NI[9] Σερ­βί­ας καί μέ πα­ρό­μοι­α κί­νη­ση τῶν χε­ρι­ῶν στήν Ἀ­να­παυ­σᾶ μέ­σα σέ με­τά­λι­ο, ὅ­πως ἐ­πί­σης δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­νο στήν χρω­μα­τι­κή ἀ­πό­δο­ση τόν συ­ναν­τᾶ­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ τῆς Βέρ­ροι­ας στόν ἐ­ξω­νάρ­θη­κα (βό­ρει­ος τοῖ­χος) στόν Ναό τῶν τρι­ῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ τῶν Με­τε­ώ­ρων καί στόν Ναό τῆς Πα­να­γί­ας (Μη­τρό­πο­λη) Κα­λαμ­πά­κας (ἀ­δη­μο­σί­ευ­τες).

Ἡ ἁγία Παρασκευή (εἰκ. 15)

Ἡ ἁ­γί­α σέ με­τω­πι­κή στά­ση φο­ρεῖ σκου­ρό­χρω­μο ἔν­δυ­μα πού κα­λύ­πτει τήν κε­φα­λή. Οἱ πλο­ύ­σι­ες πτυ­χές τοῦ ἐν­δύ­μα­τος γρά­φον­ται μέ ὄμ­πρα ὠ­μή (σταχ­το­πρά­σι­νο). Κρα­τεῖ στή δε­ξιά σταυ­ρό, ἐ­νῶ ση­κώ­νει τήν ἀ­ρι­στε­ρά καί δι­δά­σκει το­ύς δη­μί­ους της, «τοὺς φι­λο­σό­φους κα­τα­πλήτ­του­σα, τὸ θάρ­σος τοῦ Ἀν­τω­νί­ου κα­τα­τα­ρά­ξα­σα καὶ τὸν Χρι­στὸν ἐν στα­δί­ῳ μέ­σῳ ἀ­νο­μο­ύν­των δι­αγ­γέ­λου­σα εὐ­στα­θῶς».[10] Ἡ Ἁ­γί­α πού ἀ­κο­λου­θεῖ ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν ἁ­γί­α Κυ­ρι­α­κή. Σώ­ζε­ται μό­νο τό πορ­τραῖ­το τῆς Ἁ­γί­ας καί ἡ ἐ­πι­γρα­φή Η Α­ΓΙ­Α ΚΗ­ΡΙ (Α­ΚΗ). Εἰ­κο­νί­ζε­ται νέ­α μαν­δη­λο­φο­ροῦ­σα μέ πλο­ύ­σι­α κό­μη βο­στρυ­χω­τή ἡ ὁ­πο­ί­α ἁ­πλώ­νε­ται πά­νω στο­ύς ὤ­μους τῆς Ἁ­γί­ας. Κρα­τεῖ δέ σταυ­ρό στό δε­ξί της χέ­ρι. Πρό­κει­ται γιά ἕ­να θαυ­μά­σι­ο πορ­τραῖ­το τῆς Ἁ­γί­ας. Ἐ­δῶ ὁ ἁ­γι­ο­γρά­φος βρί­σκε­ται στίς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μές τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας του, ὅ­πως καί στόν ἅ­γι­ο Σπυ­ρί­δω­να καί στο­ύς στρα­τι­ω­τι­κο­ύς Ἁ­γί­ους, πού θά ἐ­ξε­τά­σου­με πα­ρα­κά­τω (εἰκ. 16).

Εἰκ. 16. Ἡ ἁγία Κυριακή.

Ἡ τε­λει­ό­τη­τα τῶν γρα­ψι­μά­των, ἡ με­λε­τη­μέ­νη γραμ­μή, ἡ ἐ­λε­ύ­θε­ρη πι­νε­λιά, κά­τι ἀρ­κε­τά δύ­σκο­λο ὅ­ταν πρό­κει­ται γιά νω­πο­γρα­φί­α, δε­ί­χνουν τή μα­στο­ριά καί τήν πε­ί­ρα τοῦ ζω­γρά­φου. Τά χρώ­μα­τα δέ­νουν σω­στά καί οἱ προ­πλα­σμοί καί τά σαρ­κώ­μα­τα σέ μιά τέ­λει­α ἁρ­μο­νί­α μᾶς δί­νουν ἕ­να σω­στό καί ὄ­μορ­φο ἔρ­γο.

Μέ τήν ἁ­γί­α Κυ­ρι­α­κή κλε­ί­νουν οἱ πα­ρα­στά­σεις τοῦ νο­τί­ου το­ί­χου. Κά­ποι­α «εὐ­σε­βὴς χε­ίρ», βλέ­πον­τας ἴ­σως τήν κα­τα­στρο­φή πού ὑ­πέ­στη­σαν οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες ἀ­πό τήν ὑ­γρα­σί­α, ἔ­χρι­σε μέ ἄ­σβε­στη τίς ὑ­πό­λοι­πες πα­ρα­στά­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κό­μα δέν ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ.

EIKONES0060

ΒΟΡΕΙΟΣ ΤΟΙΧΟΣ

Ὁ βό­ρει­ος τοῖ­χος τοῦ Να­οῦ εἶ­ναι αὐ­τός πού φέ­ρει τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες καί κα­λύ­τε­ρα δι­α­τη­ρη­μέ­νες πα­ρα­στά­σεις (εἰκ. 17). Στήν ὑ­ψη­λό­τε­ρη ζώ­νη εἰ­κο­νί­ζον­ται σκη­νές ἀ­πό τή ζωή τοῦ Χρι­στοῦ, δη­λα­δή, Μυ­στι­κός Δεῖ­πνος, ἡ προ­δο­σί­α, ἡ ἀπό­νι­ψη τοῦ Πι­λά­του, ἡ Στα­ύ­ρω­ση, ὁ Ἐ­πι­τά­φι­ος καί μέ­ρος τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, ἐ­νῶ στήν κά­τω πλα­τύ­τε­ρη ζώ­νη εἰ­κο­νί­ζον­ται σέ φυ­σι­κό σχε­δόν μέ­γε­θος οἱ ἅ­γι­οι Ἀρ­τέ­μι­ος, Νι­κή­τας, Ἰ­ά­κω­βος ὁ Πέρ­σης, Χρι­στό­φο­ρος, Μερ­κο­ύ­ρι­ος, Θε­ό­δω­ρος ὁ στρα­τη­λά­της, Θε­ό­δω­ρος ὁ Τή­ρων, Προ­κό­πι­ος, Νέ­στωρ, Δη­μή­τρι­ος καί Γε­ώρ­γι­ος.

Εἰκ. 17. Βόρειος τοῖχος.

Οἱ πα­ρα­στά­σεις τοῦ Δω­δε­κα­όρ­του βέ­βαι­α εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­νες στό ἄ­νω μέ­ρος, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ψευ­δο­ρο­φῆς καί ἔτ­σι κα­θι­στᾶ ἀ­δύ­να­τη τή με­λέ­τη τῶν πα­ρα­στά­σε­ων ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­να. Γι᾽ αὐ­τό θά πε­ρι­ο­ρι­στοῦ­με στήν πα­ρου­σί­α­ση καί τόν σχο­λι­α­σμό τῶν ὑ­παρ­χόν­των μό­νο προ­σώ­πων.

Ὁ Μυστικός Δεῖπνος (εἰκ. 18)

Στό ἡ­μι­κυ­κλι­κό τρα­πέ­ζι ὁ Χρι­στός μᾶλ­λον κά­θε­ται στό μέ­σον, (δέν σώ­ζε­ται ἡ πα­ρά­στα­σή του). Οἱ μα­θη­τές κά­θον­ται γύ­ρω ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι. Ὁ Ἰ­ο­ύ­δας μι­σο­ση­κω­μέ­νος σκύ­βει πά­νω στό τρα­πέ­ζι «ἁ­πλώ­νων τὸ χέ­ρι του εἰς τὸ σκου­τέ­λι».[11]

EIKONES0023

Σέ πρῶ­το πλά­νο τρεῖς μορ­φές συ­ζη­τοῦν μέ ἀ­πο­ρί­α, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ὅ­πως του­λά­χι­στον φα­ί­νε­ται ἀ­πό τίς κι­νή­σεις τῶν χε­ρι­ῶν, συ­ζη­τοῦν χα­μη­λό­φω­να με­τα­ξύ τους «εὐ­φρο­σύ­νης λα­θόν­τες, ἀ­γω­νί­ᾳ καὶ λύ­πῃ συ­νε­ί­χον­το, τὶς οὗ­τος; Φρά­σον…».[12] Ἡ κλει­στή ἀλ­λη­λέν­δε­τη σύν­θε­ση τῶν προ­σώ­πων ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τό μυ­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα τοῦ Δε­ί­πνου. Πά­νω στό τρα­πέ­ζι ὑ­πάρ­χουν σκε­ύ­η. Στό κεν­τρι­κό σκεῦ­ος ξε­χω­ρί­ζει ἡ κε­φα­λή ἑ­νός ζώ­ου –πρό­κει­ται γιά κε­φα­λή ἀρ­νί­ου· ἐμ­φα­νής ἐ­δῶ ἡ προ­τύ­πω­ση τῆς θυ­σί­ας τοῦ «Ἀ­μνοῦ τοῦ Θε­οῦ». «Συ­νε­σθί­ων, Δέ­σπο­τα, τοῖς μα­θη­ταῖς σου, μυ­στι­κῶς ἐ­δή­λω­σας τὴν πα­να­γί­αν σου σφα­γήν…».[13]

Εἰκ. 18. Ὁ Μυστικός Δεῖπνος.

Τά πρό­σω­πα τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων μα­θη­τῶν καί τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­να· ξε­χω­ρί­ζουν μό­νο οἱ μορ­φές τῶν τρι­ῶν μα­θη­τῶν ποὺ κά­θον­ται μπρο­στά σέ χα­μη­λό ἕ­δρα­νο καὶ συ­ζη­τοῦν κα­θώς καὶ ἡ μορφή τοῦ Ἰ­ο­ύ­δα. Ὁ ἄ­γνω­στος τε­χνί­της βα­δί­ζει στά ἴ­χνη τοῦ Θε­ο­φά­νη καί ἀ­πο­δί­δει τά θέ­μα­τά του στόν εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό τύ­πο τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ἀ­να­παυ­σᾶ. Τύ­πος κα­θι­ε­ρω­μέ­νος ἀ­πό τόν 15ο ἤ­δη αἰ­ώ­να, δι­α­μόρ­φω­νε­ται μέ πρό­τυ­πο τήν εἰ­κό­να τοῦ «ἐ­πὶ σοὶ χα­ί­ρει» τοῦ βυ­ζαν­τι­νοῦ Μου­σε­ί­ου Ἀ­θη­νῶν.[14]

Θά ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γο, ὅ­ταν ἀ­πο­κα­τα­στα­θοῦν οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες καί κα­θα­ρι­στοῦν, νά μπο­ρέ­σου­με νά κά­νου­με τίς συγ­κρί­σεις ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες καί σέ κά­θε τους λε­πτο­μέ­ρει­α.

Τόν ἴ­δι­ο τύ­πο τοῦ Ἀ­να­παυ­σᾶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ καί ὁ ζω­γρά­φος τῆς Μο­νῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν,[15] καί τῆς Ρα­σι­ώ­τισ­σας.[16] Ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σι­ά­ζει τό ὕ­φα­σμα πού ἀ­να­δι­πλώ­νε­ται στήν πα­ρυ­φή τοῦ τρα­πε­ζί­ου, μπρο­στά στά χέ­ρι­α τῶν μα­θη­τῶν. Μέ τήν ἴ­δι­α ἔμ­φα­ση, ἀλ­λά καί στόν ἴ­δι­ο τύ­πο πα­ρα­τη­ρεῖ­ται στίς πα­ρα­στά­σεις τῶν Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ, Ρα­σι­ώτισ­σας, στόν Μυ­στι­κό Δεῖ­πνο τοῦ πα­λι­οῦ Κα­θο­λι­κοῦ τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί στήν μνη­μει­ώ­δη σύν­θε­ση τοῦ Μυ­στι­κοῦ Δε­ί­πνου τῆς Μο­νῆς τῆς Λα­ύ­ρας.[17]

Ἡ Προδοσία (εἰκ. 19)

Εἶ­ναι ἡ πα­ρά­στα­ση πού ἀ­κο­λου­θεῖ ἐ­κε­ί­νη τοῦ Μυ­στι­κοῦ Δε­ί­πνου. Ἡ δρα­μα­τι­κή συ­νάν­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ μέ τόν Ἰ­ο­ύ­δα καί τήν σπε­ί­ρα τῶν ὑ­πη­ρε­τῶν τῶν ἀρ­χι­ε­ρέ­ων καί τῶν Φα­ρι­σα­ί­ων, πού ἔρ­χον­ται νά συλ­λά­βουν τόν Κύ­ρι­ο, πε­ρι­γρά­φε­ται ζω­η­ρά ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη.[18] Ὁ δι­ά­λο­γος τοῦ Χρι­στοῦ μέ τή σπε­ί­ρα ὑ­πο­βάλ­λε­ται μέ­σα ἀ­πό τήν εἰ­κό­να· «Τί δὲ μα­χαι­ρῶν, τί ξύ­λων, λα­ο­πλά­νοι, πρὸς τὸ θα­νεῖν πρό­θυ­μον εἰς κό σμον λύ­τρον;».[19]

Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ἐν κι­νή­σει, τό ἱ­μά­τιό του ἀ­νε­μί­ζει πί­σω, οἱ στρα­τι­ῶ­τες πά­νο­πλοι μέ σπα­θιά καί τό­ξα τόν κυ­κλώ­νουν, ἐ­νῶ ὁ Ἰ­ο­ύ­δας «ὁ προ­δό­της καὶ δό­λι­ος ὤν, δο­λί­ῳ φι­λή­μα­τι πα­ρα­δί­δει τὸν Σω­τῆ­ρα Κύ­ρι­ον…».[20]

Μέ κί­νη­ση ποὺ προ­δί­δει τα­ρα­χή καί βι­α­σύ­νη ἀγ­κα­λι­ά­ζει καί ἀ­σπά­ζε­ται τόν Χρι­στό. Ὁ Πέ­τρος στό κά­τω ἀ­ρι­στε­ρό μέ­ρος τῆς πα­ρα­στά­σε­ως γο­να­τι­στός ἔ­χει κα­θη­λω­μέ­νο κά­τω τόν Μάλ­χο καί τό μα­χα­ί­ρι ἕ­τοι­μο γιά νά τοῦ ἀ­φαι­ρέ­σει τό αὐ­τί, τό δέ βλέμ­μα του εἶ­ναι στραμ­μέ­νο πρός τόν Χρι­στό.

EIKONES0072

Ἡ θέ­ση τῶν προ­σώ­πων φα­ί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἡ κλασ­σι­κή μιά καί ἡ ἑρ­μη­νε­ί­α τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου ἀ­να­φέ­ρει:

«Κῆ­πος καὶ ἐν μέ­σῳ ὁ Ἰ­ο­ύ­δας ἀγ­κα­λι­α­ζό­με­νος τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἀ­σπα­ζό­με­νος αὐ­τὸν καὶ ὄ­πι­σθεν τοῦ Ἰ­ο­ύ­δα ὁ Πέ­τρος γο­να­τι­στὸς ἔ­χων ὑ­πο­κά­τω του ἕ­ναν νέ­ον στρα­τι­ώ­την, κό­πτων μὲ τὴν μά­χαι­ραν τὸ ἀφ­τὶ του· καὶ γύ­ρω­θεν τοῦ Χρι­στοῦ στρα­τι­ῶ­ται».[21] Πέ­ρα ἀ­πό τά ἑ­πτά πρό­σω­πα τῆς πα­ρα­στά­σε­ως πού βρί­σκον­ται στό κέν­τρο, δε­ξιά κι ἀ­ρι­στε­-
ρά ξε­χω­ρί­ζουν βου­νά, ἐ­νῶ δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με μέ βε­βαι­ό­τη­τα γιά τήν ὕ­παρ­ξη ἄλ­λων προ­σώ­πων ἤ τή θέ­ση τῶν μα­θη­τῶν στήν ὅ­λη πα­ρά­στα­ση λό­γῳ τῆς κα­τα­στρο­φῆς τοῦ θέ­μα­τος.

Εἰκ. 19. Ἡ προδοσία.

Τό ἐ­πει­σό­δι­ο τοῦ Πέ­τρου καί τοῦ Μάλ­χου ὑ­πάρ­χει μέ ἀ­νά­λο­γη σύν­θε­ση στά πα­λαιά λό­γι­α ἔρ­γα, ὅ­πως στόν Ὀρ­φα­νό,[22] στόν Τα­ξι­άρ­χη Μη­τρο­πό­λε­ως Κα­στο­ρι­ᾶς,[23] σέ δι­α­φο­ρε­τι­κή στά­ση στό πα­λιό Κα­θο­λι­κό τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου.

Βέ­βαι­α στίς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό τίς πα­ρα­στά­σεις αὐ­τές τό θέ­μα τῆς προ­δο­σί­ας συν­δέ­ε­ται μέ τήν προ­σευ­χή τοῦ Ἰ­η­σοῦ καί μέ πα­ρου­σί­α πε­ρισ­σο­τέ­ρων προ­σώ­πων, κυ­ρί­ως στρα­τι­ω­τι­κῶν, δο­ύ­λων, κ.λπ., ὅ­πως στόν Ἀ­να­παυ­σᾶ, στή Λα­ύ­ρα, στή μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν. Στόν Ἀ­να­παυ­σᾶ, στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα καί στή Λα­ύ­ρα, ὁ Θε­ο­φά­νης ἀ­να­πα­ρά­γει τό ἴ­δι­ο θέ­μα ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τό βρί­σκει στό «ἐ­πὶ σοὶ χα­ί­ρει·­·­·» τοῦ Βυζαντινοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν.[24] Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι στά ἔρ­γα τοῦ Θε­ο­φά­νη λε­ί­πουν οἱ στρα­τι­ῶ­τες πού ὑ­πάρ­χουν σέ ἄλ­λες ἀ­πει­κο­νί­σεις τοῦ θέ­μα­τος ὅ­πως στή Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, στό Πρω­τά­το, τό Βα­το­πέ­δι, τό ΝΑ­G­Ο­R­Ι­C­Ι­ΝΟ, τόν ἅ­γι­ο Νι­κό­λα­ο Κα­στο­ρι­ᾶς. Μέ τήν πα­ρά­στα­ση ὅ­μως πού ἔ­χου­με κά­ποι­α σα­φή ὁ­μοι­ό­τη­τα ὡς πρός τήν κί­νη­ση καί τή γραμ­μή τῶν σω­μά­των τοῦ Ἰ­η­σοῦ, τοῦ Ἰ­ο­ύ­δα καί τοῦ δε­ξιά τοῦ Ἰ­η­σοῦ στρα­τι­ώ­του, εἶ­ναι τῆς M­I­L­E­S­E­VA. Βε­βα­ί­ως ἡ πα­ρά­στα­ση τῆς M­I­L­E­S­E­VA εἶ­ναι πο­λυ­πρό­σω­πη, ἡ σκη­νή τοῦ Πέ­τρου καί τοῦ Μάλ­χου λε­ί­πει, ἀλ­λά τό πλά­σι­μο τῶν σω­μά­των κι­νεῖ­ται στήν ἴ­δι­α φόρ­μα.[25]

 

Ἡ ἀπόνιψη τοῦ Πιλάτου (εἰκ. 20)

Ἡ ἀπό­νι­ψη τοῦ Πι­λά­του ἔρ­χε­ται νά συμ­πλη­ρώ­σει τίς πρό τῆς σταυ­ρώ­σε­ως σκη­νές ἀ­πό τή ζωή τοῦ Χρι­στοῦ.

Κεν­τρι­κό πρό­σω­πο τῆς πα­ρα­στά­σε­ως ὁ Πι­λά­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος κά­θε­ται σέ ἡ­μι­κυ­κλι­κά Θρό­νο. Στ᾽ ἀ­ρι­στε­ρά του ἕ­νας νε­α­ρός συνομιλεῖ μαζί του, ἐ­νῶ ἕ­νας ἄλ­λος ὑ­πη­ρέ­της κρα­τών­τας μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό χέ­ρι λε­κά­νη καί μέ τό δε­ξί κα­νά­τι, βο­η­θᾶ τόν Πι­λά­το νά νί­ψει τά χέ­ρι­α του. Στόν ὦ­μο τοῦ νε­α­ροῦ δο­ύ­λου ὑ­πάρ­χει ριγ­μέ­νο προ­σό­ψι. Ὁ Πι­λά­τος βρί­σκε­ται σέ δρα­μα­τι­κή στιγμή. Ἐ­νῶ ἀ­κο­ύ­ει τόν δοῦ­λο του καί νί­πτει τά χέ­ρι­α του, εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νος πρός τόν Χρι­στό, τόν ὁ­ποῖ­ο σύ­ρουν στήν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α μπρο­στά του δύ­ο στρα­τι­ῶ­τες κι ἕ­να ἀ­κό­μη πρό­σω­πο.

Ἡ εἴ­σο­δος τοῦ Χρι­στοῦ στήν εἰ­κό­να γί­νε­ται ἀπό τά ἀ­ρι­στε­ρά τῆς πα­ρα­στά­σε­ως.

Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι δε­μέ­νος στά χέ­ρι­α καί στόν λαι­μό, ὁ δέ στρα­τι­ώ­της προ­πο­ρε­ύ­ε­ται ζω­γρα­φι­σμέ­νος σέ στά­ση προ­φίλ καί, ἐ­νῶ συ­νο­μι­λεῖ μέ τόν στρα­τι­ώ­τη πού ἀ­κο­λου­θεῖ, τρα­βᾶ τόν Χρι­στό ἀ­πό τό σχοι­νί πού σφίγ­γει τό λαι­μό του. Ἐ­δῶ βλέ­που­με τόν προ­φα­νή ἐ­πη­ρε­α­σμό τοῦ τε­χνί­τη ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ ἑλ­κό­με­νου, ὅ­που ἐ­κεῖ συ­νή­θως ὁ Χρι­στός δε­μέ­νος μέ σχοι­νί σύ­ρε­ται ἀ­πό τόν λαι­μό. Ἡ ἴ­δι­α ἀ­κρι­βῶς κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος καί τῶν χε­ρι­ῶν, πα­ρα­τη­ρεῖ­ται στόν ἑλ­κό­με­νο τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, τοῦ Τα­ξι­άρ­χη τῆς Κα­στο­ρι­ᾶς, καί μέ κά­ποι­α ὑ­περ­βο­λή στήν κί­νη­ση, στήν Πε­ρί­βλε­πτο τοῦ Μι­στρᾶ.

EIKONES0046

Πί­σω ὑ­πάρ­χουν κτί­ρι­α πού πε­ρι­βάλ­λουν τήν πα­ρά­στα­ση. Ἡ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος, τῶν χε­ρι­ῶν καί τῆς κε­φα­λῆς τοῦ Πι­λά­του δε­ί­χνουν τήν ἀ­νη­συ­χί­α του καί τήν ἀ­τολ­μί­α του, ἐ­νῶ ἡ μει­λί­χι­α καί ἡ γε­μά­τη πό­νο καί κα­τα­νό­η­ση μορφή τοῦ Χρι­στοῦ κά­νουν ἀ­κό­μη πιό δύ­σκο­λη τή θέ­ση τοῦ Πι­λά­του.

Κι ἐ­δῶ ὁ τε­χνί­της, ἀ­φαι­ρεῖ τό πλῆ­θος τῶν στρα­τι­ω­τῶν καί τῶν Φα­ρι­σα­ί­ων πού εἰ­κο­νί­ζον­τα σέ ἄλ­λες πα­ρα­στά­σεις. Ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται μό­νο γιά τό γε­γο­νός τῆς ἀ­πο­νί­ψε­ως τοῦ Πι­λά­του καί αὐ­τό μό­νο πα­ρι­στᾶ.

Ὁ Χρι­στός, ὁ Πι­λά­τος, δύ­ο
δοῦ­λοι, δύ­ο στρα­τι­ῶ­τες κι ἕ­νας λα­ϊ­κός, πι­θα­νόν ἐκ­πρό­σω­πος τῶν Φα­ρι­σα­ί­ων, εἶ­ναι ἀρ­κε­τοί γιά τόν τε­χνί­τη, προ­κει­μέ­νου νά ἀ­πο­δώ­σει τό θέ­μα του. Ὁ ἁ­γι­ο­γρά­φος ἔ­χει ὑ­πό­ψη του ἴ­σως κι ἄλ­λες πα­ρα­στά­σεις καί χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὅ­σο μπο­ρεῖ πιό ἀ­φαι­ρε­τι­κά τά στοι­χεῖ­α πού ἔ­χει γιά τό θέ­μα. Ἡ ἑρ­μη­νε­ί­α τοῦ Δι­ο­νύ­σου, κα­θώς μᾶς πε­ρι­γρά­φει τήν πα­ρά­στα­ση (σ. 106), δέν ἀ­πέ­χει καί πο­λύ ἀ­πό τή δι­κή μας εἰ­κό­να. Λε­ί­πουν βέ­βαι­α οἱ Φα­ρι­σαῖ­οι καί τά παι­διά, ὅ­πως καί τό τρα­πέ­ζι μέ τό χαρτί, τήν ἀ­πό­φα­ση δη­λα­δή τῆς κα­τα­δί­κης, στοι­χεῖ­α πού τά συ­ναν­τοῦ­με, στή Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν.[26] Ἡ δι­ά­τα­ξη ἐξ ἄλ­λου τῶν προ­σώ­πων τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­ρι­στε­ρά καί τοῦ Πι­λά­του δε­ξιά εἶ­ναι συ­νή­θης στίς Πα­λαι­ο­λό­γει­ες πα­ρα­στά­σεις, ὅ­πως στήν S­T­U­D­E­N­I­CA, S­T­A­RO N­A­G­O­R­I­C­I­NO, στόν Ὀρ­φα­νό.[27]

Εἰκ. 20. Ἡ ἀπόνιψη τοῦ Πιλάτου.

Ἡ Σταύρωση (εἰκ. 21)

Τό κέν­τρο τῆς εἰ­κό­νας κα­τα­λαμ­βά­νει ὁ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νος Χρι­στός. Οἱ φθο­ρές τοῦ ἄ­νω μέ­ρους τῆς πα­ρα­στά­σε­ως δέν μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά σχο­λι­ά­σου­με τά τοῦ προ­σώ­που τοῦ Ἰ­η­σοῦ, δη­λα­δή κλί­ση κε­φα­λῆς, ὕ­φος, ἐ­πι­γρα­φή κ.λπ.

EIKONES0062

Ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τῆς σταυ­ρώ­σε­ως ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τόν δι­α­μορ­φω­μέ­νο τύ­πο τῶν Κρη­τι­κῶν ζω­γρά­φων. Πε­ρι­ο­ρί­ζει τά πρό­σω­πα στά ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα. Ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἰ­τα­λο­κρη­τι­κῆς ζω­γρα­φι­κῆς εἶ­ναι ἐμ­φα­νής στήν ἀ­πό­δο­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ἕ­να ὕ­φα­σμα κα­λύ­πτει τήν μέ­ση τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου, ἀ­φή­νον­τας ἕ­να μέ­ρος του νά ἀ­νε­μί­ζει πρός τά δε­ξιά τῆς εἰ­κό­νας. Τά πό­δι­α τοῦ Χρι­στοῦ πα­τοῦν στήν κά­τω ἐγ­κάρ­σι­α δο­κό πού ἔ­χει ἐ­λα­φρά κλί­ση καί εἶ­ναι καρ­φω­μέ­να τό ἕ­να πά­νω στό ἄλ­λο.

Εἰκ. 21. Ἡ Σταύρωση.

Τά πρό­σω­πα πού συμ­πλη­ρώ­νουν τό θέ­μα εἶ­ναι ἡ Πα­να­γί­α καί μιά ἀ­κό­μα γυ­ναι­κε­ί­α μορφή πού φέ­ρει φω­το­στέ­φα­νο καί ὁ Ἰ­ω­άν­νης μέ τόν ἑ­κα­τόν­ταρ­χο πού ἐ­πί­σης ἔ­χει φω­το­στέ­φα­νο. Στήν ἀ­πει­κό­νι­ση τῆς Πα­να­γί­ας ὑ­πε­ρι­σχύ­ει τό δρα­μα­τι­κό στοι­χεῖ­ο. Ἡ Θε­ο­τό­κος φα­ί­νε­ται νά μήν ἀν­τέ­χει στή θέ­α τοῦ ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου Υἱ­οῦ καί Θε­οῦ της καί δέ­χε­ται τήν πε­ρι­πο­ί­η­ση καί τόν στη­ριγ­μό τῆς πα­ρα­κε­ί­με­νης γυ­να­ί­κας, ἐ­νῶ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἔ­χον­τας μιά συγ­κρα­τη­μέ­νη θλί­ψη φέ­ρει τό δε­ξί του χέ­ρι στό πρό­σω­πο. Πί­σω του ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος κρα­τών­τας ἀ­κό­μη τό κα­λά­μι μέ τόν σπόγ­γο, ἔ­χει ἀρ­χί­σει νά ἀ­πο­ρεῖ γιά τά γε­νό­με­να καί μέ δέ­ος κοι­τᾶ πρός τόν Χρι­στό. Πί­σω ὑ­πάρ­χουν τά τε­ί­χη τῆς πό­λε­ως καί κά­ποι­α ἀ­κό­μη οἰ­κή­μα­τα.

Ὁ Ἐπιτάφιος θρῆνος (εἰκ. 22)

Στή μέ­ση τῆς πα­ρα­στά­σε­ως βρί­σκε­ται τό σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἁ­πλω­μέ­νο πά­νω σέ νε­κρι­κό κρεβ­βά­τι.

EIKONES0047

Ἡ Πα­να­γί­α κα­θι­σμέ­νη στό προ­σκέ­φα­λο τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­ρι­στε­ρά, φω­λι­ά­ζει πά­νω του, καί τόν φι­λεῖ κρα­τών­τας τον στήν ἀγ­κα­λιά της, ἐ­νῶ τό γε­μά­το πό­νο βλέμ­μα της χά­νε­ται πρός τή με­ριά τοῦ Ἰ­ω­σήφ τοῦ ἀ­πό Ἄ­ρι­μα­θαί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τα­σπά­ζε­ται τά πό­δι­α τοῦ Κυ­ρί­ου κρα­τών­τας τα μέ­σα στό ἱ­μά­τιό του. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης κρα­τεῖ τό χέ­ρι τοῦ δι­δα­σκά­λου καί, ὅ­σο μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει ἡ φθο­ρά νά δι­α­κρί­νου­με, σκύ­βει νά τόν φι­λή­σει·

Πί­σω ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α ὑ­πάρ­χουν δύ­ο γυ­ναῖ­κες (ἴ­σως καί κά­ποι­α τρί­τη πού ἔ­χει ὅ­μως κα­τα­στρα­φεῖ καί ἄ­φη­σε ὡς ἴ­χνος ἕ­να μι­σο­κα­τε­στραμ­μέ­νο πε­ρί­γραμ­μα), πού συμ­πα­ρα­στέ­κον­ται στή Θε­ο­τό­κο «θρη­νο­λο­γοῦ­σαι».

Εἰκ. 22. Ὁ Ἐπιτάφιος θρῆνος.

Μπρο­στά στό νε­κρι­κό κρεβ­βά­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­να πε­τα­μέ­νο πα­νί πού ἀ­νε­μί­ζει καί δί­πλα ἕ­να κα­λά­θι μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο δι­α­κρί­νε­ται σφυ­ρί καί τέσ­σε­ρα καρ­φιά. Πί­σω ὑ­πάρ­χουν κτί­ρι­α τῶν ὁ­πο­ί­ων ὅ­μως τίς δι­α­στά­σεις καί τή μορφή δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξε­τά­σου­με πλή­ρως. Τά νε­ρά τῆς βρο­χῆς ἔ­χουν κα­τα­στρέ­ψει σχε­δόν ὅ­λο τό πά­νω μέ­ρος τῆς πα­ρα­στά­σε­ως.

Ἡ πα­ρά­στα­σή μας ὡς πρός τή δι­ά­τα­ξη τῶν σω­μά­των τοῦ Κυ­ρί­ου, τῆς Θε­ο­τό­κου, τοῦ Ἰ­ω­σήφ καί τοῦ Ἰ­ω­άν­νου ἔ­χει στε­νή τυ­πο­λο­γι­κή σχέ­ση μέ τήν ἴ­δι­α πα­ρά­στα­ση τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, τοῦ Ἀ­να­παυ­σᾶ καί τῆς Μο­νῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν.[28]

Στήν Φι­λαν­θρω­πι­νῶν μά­λι­στα βρί­σκε­ται μπρο­στά στό σκή­νω­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ καί τό σεν­τό­νι, τό ὁ­ποῖ­ο βέ­βαι­α συ­ναν­τᾶ­ται καί σέ ἄλ­λες ὅ­μοι­ες πα­ρα­στά­σεις,
ὅ­πως στόν ἅ­γι­ο Νι­κό­λα­ο τῆς C­U­R­T­EA DE A­R­G­ES[29] καί στόν ἅγιο Ἠλία τῆς SUCΕΑVΑ.[30]

Στόν Ἀ­να­παυ­σᾶ ὁ Ἰ­ω­άν­νης κρα­τεῖ μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τό χέ­ρι τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­νῶ μέ τό δε­ξί του στη­ρί­ζε­ται πά­νω στή μαρ­μά­ρι­νη σαρ­κο­φά­γο, ὅ­πως ἐ­δῶ ἀν­τί­στοι­χα πά­νω στό νε­κρι­κό κρεβ­βά­τι. Ἄ­γνω­στος εἶ­ναι ὁ λό­γος πού ὁ ζω­γρά­φος ἐ­δῶ χρη­σι­μο­ποι­εῖ νε­κρι­κό κρεβ­βά­τι, κά­τι πα­ρό­μοι­ο δη­λα­δή μέ αὐ­τό τῆς εἰ­κό­νας τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου.

Καί ἀ­κό­μη ὁ μι­κρός χω­ρίς πλά­τη θρό­νος πά­νω στόν ὁ­ποῖ­ο κά­θε­ται ἡ Πα­να­γί­α, πα­τών­τας σέ τε­τρά­γω­νο ὑ­πο­πό­δι­ο. Οἱ συ­νή­θεις πα­ρα­στά­σεις, στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἀ­να­παυ­σᾶ, Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, Βα­το­πε­δί­ου, Λα­ύ­ρας, Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, N­E­R­E­ZI, Ἁ­γί­ου Γε­ώρ­γι­ου K­U­R­DI-N­O­VO, Μαυ­ρι­ώ­τισ­σας Κα­στο­ρι­ᾶς, ἔ­χουν μαρ­μά­ρι­νη σαρ­κο­φά­γο πά­νω στήν ὁ­ποί­α κεῖ­ται ὁ Χρι­στός.

Ἡ Ἀνάσταση (εἰκ. 23)

Ἡ πα­ρά­στα­ση τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως δέν σώ­ζε­ται ὁ­λό­κλη­ρη. Μπο­ροῦ­με ὅ­μως νά ξε­χω­ρί­σου­με τόν τά­φο σφρα­γι­σμέ­νο, το­ύς στρα­τι­ῶ­τες «ὑ­πνοῦν­τες» καί κά­ποι­ον νά πα­τεῖ πά­νω στόν τά­φο. Ἡ φθο­ρά δέν μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά μι­λή­σου­με μέ ἀ­κρί­βει­α γιά τό ἄν εἶ­ναι Ἄγ­γε­λος πού με­τα­φέ­ρει τό ἀ­να­στά­σι­μο μή­νυ­μα ἤ γιά τό ἄν εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, θέ­μα σα­φῶς ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νο ἀ­πό τήν τέ­χνη τῆς Δύ­σης.

Ἡ ψευ­δο­ρο­φή, ἡ ὑ­γρα­σί­α καί ἡ το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Τέμ­πλου ἔ­βλα­ψαν ση­μαν­τι­κά τό θέ­μα. Εἶ­ναι σα­φές πάν­τως ὅ­τι ἡ Ἀ­νά­στα­ση δέν ἱ­στο­ρεῖ­ται μέ τήν γνω­στή κά­θο­δο τοῦ Χρι­στοῦ στόν Ἅ­δη. Κά­ποι­α κοι­νά στοι­χεῖ­α, ὡς πρός τήν θέ­ση καί κί­νη­ση τῶν στρα­τι­ω­τῶν – φρου­ρῶν, ἀλ­λά καί ὡς πρός τήν κά­λυ­ψη καί τήν σφρά­γι­ση τοῦ τά­φου συ­ναν­τᾶ­με στήν Σταυ­ρο­νι­κή­τα.

EIKONES0064

Στή με­σα­ί­α με­γά­λη ζώ­νη τοῦ βο­ρε­ί­ου το­ί­χου, εἰ­κο­νί­ζον­ται στρα­τι­ω­τι­κοί ἅ­γι­οι· ἄλ­λοι φο­ροῦν πλή­ρη στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή καί ἄλ­λοι κρα­τοῦν ἀ­πό τή μί­α τό σταυ­ρό κι ἀ­πό τήν ἄλ­λη τό ξί­φος, φο­ρών­τας στο­λή μάρ­τυ­ρος.

Οἱ Ἅ­γι­οι εἰ­κο­νί­ζον­ται σέ φυ­σι­κό μέ­γε­θος καί τό ὕ­φος τῶν κε­φα­λῶν τους εἶ­ναι στήν ἴ­δι­α εὐ­θε­ί­α. Ὅ­λοι ἐ­λα­φρο­πα­τοῦν στό ἔ­δα­φος καί εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νοι σέ κα­τά μέ­τω­πο στά­ση πλήν τοῦ ἁ­γί­ου Μερ­κου­ρί­ου καί τοῦ ἁ­γί­ου Νέ­στο­ρος. Ἀ­πό τίς σω­ζό­με­νες πα­ρα­στά­σεις, ἀ­πό τό Β.Δ. μέ­ρος τοῦ το­ί­χου, βρί­σκον­ται:

Εἰκ. 23. Ἡ Ἀνάσταση.

Ὁ ἅγιος Ἀρτέμιος (εἰκ. 24)

Σώ­ζε­ται μό­νο τό ἄ­νω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του. Φο­ρεῖ ἱ­μά­τι­ο κοκ­κι­νό­χρω­μο καί ἀ­χει­ρί­δω­το χι­τώ­να, στή δέ δε­ξιά Του κρα­τεῖ σταυ­ρό. Στήν κε­φα­λή φέ­ρει δι­ά­δη­μα. Ἡ ἐ­πι­γρα­φή σώ­ζε­ται μό­νο τμη­μα­τι­κά, δη­λα­δή, ..Τ..ΜΗΟΣ.

Ὁ χι­τώ­νας εἶ­ναι στήν ἀ­πό­χρω­ση τῆς ὤ­χρας καί στήν ἄ­κρη κα­τα­λή­γει σέ μάλ­λι­νο. Μορ­φο­λο­γι­κά μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με ὅ­τι ταυ­τί­ζε­ται μέ τόν ἅ­γι­ο Ἀρ­τέ­μι­ο ὅ­πως του­λά­χι­στον τόν πε­ρι­γρά­φει ἡ Ἑρ­μη­νε­ί­α. Πα­ρό­μοι­ο θέ­μα μέ τήν αὐ­τή κί­νη­ση συ­ναν­τᾶ­με στά Με­τέ­ω­ρα στό πα­λαιό Κα­θο­λι­κό τῆς Μο­νῆς τοῦ ἁ­γί­ου Στε­φά­νου, ἐ­νῶ στή Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα ὁ Ἅ­γι­ος δέν εἰ­κο­νί­ζε­ται ὡς μάρ­τυ­ρας ἀλ­λά φέ­ρει πλή­ρη στρα­τι­ω­τι­κή ἐ­ξάρ­τη­ση.

Ὁ ἅγιος Νικήτας (εἰκ. 25)

Εἰκ. 25. Ὁ ἅγιος Νικήτας.

Εἰκ. 24. Ὁ ἅγιος Ἀρτέμιος.

EIKONES0063 EIKONES0048

Εἰ­κο­νί­ζε­ται σέ ἀ­νά­λο­γη μέ τόν ἅ­γι­ο Ἀρ­τέ­μι­ο στά­ση, λε­βεν­τό­κορ­μος μέ αὐ­στη­ρή καί δι­εισ­δυ­τι­κή μα­τι­ά. Φο­ρεῖ ἱ­μά­τι­ο καί κοντό χει­ρι­δω­τό χι­τώ­να, ἐ­νῶ ἕ­νας πλο­ύ­σι­ος μαν­δύ­ας, πού οἱ ἄ­κρες του κα­τα­λή­γουν σέ μάλ­λι­νο σάν εἶ­δος γο­ύ­νας, κα­λύ­πτει τόν ἀ­ρι­στε­ρό του ὦ­μο καί ἀ­φή­νει ἐ­λε­ύ­θε­ρο τό δε­ξί του χέ­ρι πού κρα­τεῖ τόν Σταυ­ρό. Στό ἀ­ρι­στε­ρό χέ­ρι κρα­τεῖ ξί­φος μέ­σα σέ θή­κη. Ὁ πο­δή­ρης χι­τώ­νας καί ὁ κον­τός χει­ρι­δω­τός στίς ἀ­πο­λή­ξεις τους φέ­ρουν κεν­τη­τή δι­α­κό­σμη­ση. Τό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου

ἔ­χει ὡ­ραῖ­ο πλά­σι­μο στά χρώ­μα­τα, ἐ­κεῖ ὅ­μως πού δη­μι­ουρ­γεῖ­ται κά­ποι­α ἀν­τί­θε­ση εἶ­ναι τό δυ­σα­νά­λο­γο ἄ­νοιγ­μα τοῦ κά­τω μέ­ρους, δη­λα­δή τό κρά­σπε­δο τοῦ ἱ­μα­τί­ου, πού δε­ί­χνει κά­ποι­α ἀ­συμ­με­τρί­α, κα­θώς καί τό σκλη­ρό φώ­τι­σμα τοῦ μαν­δύ­α.

Πι­θα­νό κα­τά τή φά­ση τῆς ἐ­πι­ζω­γρα­φί­σε­ως ὁ Ἅ­γι­ος δέχ­τη­κε κά­ποι­ες ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σεις, ἴ­σως καί ἀλ­λα­γές.

Πάν­τως ὁ τύ­πος τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κή­τα ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στό Βα­το­πέ­δι, στή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν,[31] στά Με­τέ­ω­ρα καί στό ΝΑ­G­Ο­R­Ι­C­Ι­ΝΟ, ἔ­χει μό­νο ὡς πρός τή EIKONES0049

μορφή τοῦ προ­σώ­που ὁ­μοι­ό­τη­τα, κι ὄ­χι ὡς πρός τήν ὅ­λη ἐμ­φά­νι­ση, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἐ­δῶ ὁ Ἅ­γι­ος δέν φέ­ρει πλή­ρη στρα­τι­ω­τι­κή ἐ­ξάρ­τη­ση.

Ἀ­πό τά ἀ­νω­τέ­ρω μνη­μεῖ­α λε­ί­πει ὁ Σταυ­ρός ἀ­πό τό χέ­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου, ἐ­νῶ στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα ὁ Ἁ­γι­ος κρα­τεῖ τό σπα­θί του γυ­μνό μέ τά δυό του χέ­ρι­α σέ δι­α­γώ­νι­α θέ­ση ὡς πρός τό σῶ­μα του.[32] Στόν ἴ­δι­ο πε­ρί­που τύ­πο μέ τῆς Χω­ρο­ύ­δας ὅ­που, ὁ Ἅ­γι­ος ἱ­στο­ρεῖ­ται ὡς Μάρ­τυ­ρας, συ­ναν­τᾶ­ται στό πα­λαιό Κα­θο­λι­κό τῆς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου τῶν Με­τε­ώ­ρων (ἀ­δη­μο­σί­ευ­τη).

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης (εἰκ. 26, 27, 28)

Πα­ρι­στά­νε­ται σέ στά­ση βα­δί­σμα­τος, πρός τά δε­ξιά καί τό βλέμ­μα στραμ­μέ­νο πρός τόν θε­α­τή. Φο­ρεῖ στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή, μέ θώ­ρα­κα καί προ­στα­τευ­τι­κό πε­ρί­βλη­μα στό κά­τω μέ­ρος τοῦ κορ­μι­οῦ, πού τό πλέ­ξι­μό του μι­μεῖ­ται φτε­ρά. Στό δε­ξί χέ­ρι κρα­τεῖ ὑ­ψω­μέ­νο ξί­φος πού συγ­κρα­τεῖ­ται μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό, σέ ἴ­δι­α ἀ­κρι­­βῶς κί­­νη­ση μέ τόν ἅ­γι­ο Νι­κή­τα τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα καί τόν ἅ­γι­ο Προ­κό­πι­ο τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν.

Εἰκ. 26. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης.

Στόν ἀ­ρι­στε­ρό του ὦ­μο κρέ­με­ται ἀ­σπί­δα καί στόν δε­ξί εἶ­ναι πε­ρα­σμέ­νο τό τό­ξο ἐ­νῶ μέ τόν βρα­χί­ο­να συγ­κρα­τεῖ τό δό­ρυ του. Στή μέ­ση του κρέ­με­ται ἡ θή­κη τοῦ ξί­φους καί πί­σω του κρέ­με­ται μαν­δύ­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος συγ­κρα­τεῖ­ται προ­φα­νῶς
ἀ­πό τόν θώ­ρα­κα. Στό κε­φά­λι φο­ρεῖ ἰ­δι­ό­τυ­πο κά­λυμ­μα. Εἶ­ναι νέ­ος μαυ­ρο­δι­χα­λο­γέ­νης κα­θώς τόν πε­ρι­γρά­φει ἡ Ἑρ­μη­νε­ί­α. Πρό­κει­ται γιά μιά πα­ρά­στα­ση τε­χνι­κό­τα­τα ζω­γρα­φι­σμέ­νη, μέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κό πλά­σι­μο τῶν χρω­μά­των καί τῶν σαρ­κω­μά­των.

Φυ­σι­ο­γνω­μι­κά ἡ πα­ρά­στα­σή μας ἔ­χει στε­νό­τε­ρη συγ­γέ­νει­α μέ τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ά­κω­βο τοῦ Ἀ­να­παυ­σᾶ ὅ­που, ὅ­μως ἐ­κεῖ ὁ Ἅ­γι­ος πα­ρι­στά­νε­ται ὡς Μάρ­τυ­ρας μέ τόν Σταυ­ρό στήν δε­ξιά, ὅ­πως καί στήν ἀ­νά­λο­γη πα­ρά­στα­ση τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα καί τῆς Τρα­πέ­ζης τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Δι­ο­νυ­σί­ου.

Τό κά­λυμ­μα τῆς κε­φα­λῆς τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­α­κώ­βου τῆς Χω­ρο­ύ­δας δέν συ­ναν­τᾶ­ται σέ κα­μιά ἄλ­λη πα­ρά­στα­ση. Μέ τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ά­κω­βο τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν ἔ­χει ἀρ­κε­τή ὁ­μοι­ό­τη­τα ὡς πρός τή στρα­τι­ω­τι­κή ἐ­ξάρ­τη­ση κα­θώς καί μέ τόν
EIKONES0065 EIKONES0016

τῆς Βα­το­πε­δί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος σχε­δόν ταυ­τί­ζε­ται μέ τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ά­κω­βο τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν. Συγ­γε­νεῖς πα­ρα­στά­σεις συ­ναν­τᾶ­με στή Μο­νή Βαρ­λα­άμ καί στό Με­γά­λο Με­τέ­ω­ρο.

Εἰκ. 27. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, λεπτομέρεια.

Εἰκ. 28. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης,
Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα.

Ὡς Μάρ­τυ­ρας πα­ρι­στά­νε­ται ὁ ἅ­γι­ος στή ΖΙCΑ[33] καί στό ΝΑ­C­O­R­Ι­C­Ι­ΝO μέ τε­λε­ί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κό κά­λυμ­μα τῆς κε­φα­λῆς[34] ὅ­πως καί στό πα­ρεκ­κλή­σι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου στή Μαυ­ρι­ώ­τισ­σα τῆς Κα­στο­ρι­ᾶς.[35]

EIKONES0017

Ὁ ἅγιος Χριστοφόρος (εἰκ. 29)

Εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ­ται σέ ἀ­νά­λο­γη μέ τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ά­κω­βο στά­ση. Φέ­ρει πλή­ρη στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή, στό δε­ξί χέ­ρι κρα­τᾶ τό δό­ρυ του ἐ­νῶ στό ἴ­δι­ο χέ­ρι εἶ­ναι πε­ρα­σμέ­νο τό τό­ξο. Στόν ἀ­ρι­στε­ρό ὦ­μο του εἶ­ναι δε­μέ­νη καί κρε­μα­σμέ­νη ἡ ἀ­σπί­δα του, μέ σφυ­ρί­λα­τες πα­ρα­στά­σεις, ἐ­νῶ στό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι στό ὕ­ψος τῆς μέ­σης κρα­τεῖ τό σπα­θί πού εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νο σέ μα­κριά, ἕ­ως τήν κνή­μη, θή­κη. Φέ­ρει θώ­ρα­κα πού φυ­λάσ­σει τό ἄ­νω καί κά­τω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του καί κα­λύ­πτει ἐν μέ­ρει το­ύς ὤ­μους του. Κά­τω ἀ­πό τό θώ­ρα­κα ὁ Ἅ­γι­ος φο­ρεῖ κοντό ὡς τά γό­να­τα χι­τώ­να, πού κα­τα­λή­γει σέ κεν­τη­μέ­νη δι­α­κό­σμη­ση. Τά πό­δι­α του, ὅ­πως καί τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­α­κώ­βου εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­να.

Ἕ­νας μαν­δύ­ας πρα­σί­νου χρώ­μα­τος τυ­λί­γει τόν λαι­μό καί τίς πλά­τες τοῦ Ἁ­γί­ου καί πέφ­τει μέ­χρι κά­τω, ἀ­πό τόν δε­ξί ὦ­μο του. Ἡ ἐ­πι­γρα­φή πού ὑ­πάρ­χει στά ἀ­ρι­στε­ρά τῆς πα­ρα­στά­σε­ως γρά­φει: «Ὁ ἅΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΩΦόΡΟΣ». Ὁ τύ­πος τοῦ ἁ­γί­ου Χρι­στο­φό­ρου, ὅ­πως πα­ρι­στά­νε­ται ἐ­δῶ, εἶ­ναι βε­βα­ί­ως τε­λε­ί­ως δι­ά­φο­ρος ἀ­πό τόν τύ­πο τοῦ Ἁ­γί­ου πού κα­θι­έ­ρω­σε ὁ Θε­ο­φά­νης στόν Ἀ­να­παυ­σᾶ, στή Λα­ύ­ρα καί στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα ὅ­που, ὁ Ἅ­γι­ος φέ­ρει στόν ὦ­μο τόν μι­κρό Χρι­στό καί κρα­τεῖ ἀν­θι­σμέ­νο ρα­βδί στό χέ­ρι, δι­α­σχί­ζον­τας τόν πο­τα­μό.

Εἰκ. 29. Ὁ ἅγιος Χριστοφόρος.

Στό ΝΑ­C­O­R­Ι­C­Ι­ΝO ὁ Ἅ­γι­ος εἰ­κο­νί­ζε­ται ὡς στρα­τι­ω­τι­κός κρα­τών­τας στό δε­ξί του χέ­ρι τό δό­ρυ ἐ­νῶ στόν ἀ­ρι­στε­ρό του ὦ­μο κρέ­με­ται με­γά­λη ἀ­σπί­δα. Τά μαλ­λιά μα­κριά πέφ­τουν στόν δε­ξιό ὦ­μο τοῦ Ἁ­γί­ου, ὅ­πως καί στήν δι­κή μας πα­ρά­στα­ση.[36]

Τά προ­σω­πο­γρα­φι­κά στοι­χεῖ­α βέ­βαι­α καί στίς τρεῖς πα­ρα­στά­σεις τοῦ Θε­ο­φά­νη εἶ­ναι τά ἴ­δι­α, ἐ­δῶ ἁ­πλῶς ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ στρα­τι­ω­τι­κό Ἅ­γι­ο.

EIKONES0009

Εἰκ. 31. Ὁ ἅγιος Μερκούριος.

Ὁ ἅγιος Μερκούριος (εἰκ. 30, 31)

EIKONES0004

Ὁ Στρα­τη­λά­της Ἅ­γι­ος εἰ­κο­νί­ζε­ται πά­νο­πλος, φο­ρεῖ θώ­ρα­κα πού κα­τα­λή­γει λί­γο πιό κά­τω ἀ­πό τή μέ­ση σέ ἀ­πο­μί­μη­ση φτε­ρῶν. Ἡ πα­νο­πλί­α του κα­λύ­πτει ὅ­λο τό πά­νω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τος καί το­ύς ὤ­μους τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἡ φα­ρέ­τρα στά δε­ξιά του γε­μά­τη βέ­λη, ἐ­νῶ στήν ἀ­ρι­στε­ρή του πλευ­ρά ἔ­χει ζω­σμέ­νο τό σπα­θί του. Στόν δε­ξί ὦ­μο κρέ­με­ται τό τό­ξο του καί μέ τόν βρα­χί­ο­να συγ­κρα­τεῖ τό δό­ρυ του.

Εἰκ. 30. Ὁ ἅγιος Μερκούριος, λεπτομέρεια.

Ἡ ἀ­σπί­δα του στόν ἴ­δι­ο τύ­πο μέ τοῦ ἁ­γί­ου Χρι­στο­φό­ρου κρέ­με­ται στ᾽ ἀ­ρι­στε­ρά του, ἐ­νῶ μέ τά δυό του χέ­ρι­α κρα­τεῖ κοντό δό­ρυ καί ση­μα­δε­ύ­ει τόν Ἰ­ου­λι­α­νό τόν Πα­ρα­βά­τη. Φο­ρεῖ με­γα­λό­πρε­πη πε­ρι­κε­φα­λα­ί­α πού καλύ­πτει καί τόν λαι­μό του. Εἶ­ναι ὀ­λι­γο­γέ­νει­ος, νέ­ος, πα­νύ­ψη­λος, ὄ­μορ­φος μέ ἤ­ρε­μο βλέμ­μα.

Σύμ­φω­να μέ τό συ­να­ξά­ρι­ό του «ἦν δὲ ὃ­τε τοὺς ἀ­γῶ­νας δι­ή­θλη­σεν ἐ­τῶν κε´, μέ­γε­θος ἔ­χων σώ­μα­τος, τὴν ὄ­ψιν δι­α­πρε­πής, τὴν κό­μην ξαν­θός, συ­νε­πι­τρέ­πον­τος αὐ­τῷ τοῦ κα­τὰ τὰς πα­ρει­ὰς ἐ­ρυ­θή­μα­τος».[37] Πρό­κει­ται γιά μιά θαυ­μά­σι­α πα­ρά­στα­ση πού ἑρ­μη­νε­ύ­ει μέ ζων­τά­νι­α τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ συ­να­ξα­ρί­ου· «οὗ­τος ἦν
ἐ­πὶ Δε­κί­ου καὶ Βα­λε­ρί­ου τῶν βα­σι­λέ­ων, ἐκ γῆς ἀ­να­το­λῶν.­.. Ἀ­ρι­στε­ύ­σας δὲ πο­τὲ κα­τὰ τῶν βαρ­βά­ρων, προ­ο­φθέν­τος αὐ­τῷ ἀγ­γέ­λου καὶ θάρ­σος ἐν­θέν­τος, εἰς τὴν τοῦ στρα­τη­λά­του πα­ρὰ τοῦ βα­σι­λέ­ως τάξιν προσήχθη».
[38] Ὁ ἅ­γι­ος Μερ­κο­ύ­ρι­ος ἰ­δι­α­ί­τε­ρα ἀ­γα­πη­τός στίς βό­ρει­ες πε­ρι­ο­χές, ἀ­παν­τᾶ συ­χνά στίς εἰ­κο­νο­γρα­φί­σεις ἀ­πό τῆς ἐ­πο­χῆς τῶν Πα­λαι­ο­λό­γων.

EIKONES0056

Πα­ρα­στά­σεις τοῦ ἰ­δί­ου τύ­που μέ ἐ­λά­χι­στες δι­α­φο­ρές στή δι­α­κό­σμη­ση εἶ­ναι τῆς Μο­νῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν,[39] ἐ­πί­σης συ­ναν­τᾶ­ται στή Μαυ­ρι­ώ­τισ­σα τῆς Κα­στο­ρι­ᾶς,[40] στόν ἅ­γι­ο Ἀν­δρέ­α Ρου­σο­ύ­λη Κα­στο­ρι­ᾶς,[41] στή Μο­νή Ντί­λι­ου,[42] στή Μο­νή Βαρ­λα­άμ καί μέ πα­ραλ­λα­γές στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ὅ­που δι­α­φέ­ρουν στήν πε­ρι­κε­φα­λα­ί­α καί στήν ἔλ­λει­ψη τῆς ἀ­σπί­δας. Στόν Ἀ­να­παυ­σᾶ,[43] ὁ ἅ­γι­ος Μερ­κο­ύ­ρι­ος ἱ­στο­ρεῖ­ται σέ δι­α­φο­ρε­τι­κό τύ­πο, στή δέ Μο­λυ­βοκ­κλη­σιά εἰ­κο­νί­ζε­σαι στόν τύ­πο τῶν Να­ῶν τοῦ ἁ­γί­ου Κλή­μη τῆς Ἀ­χρί­δας, τοῦ ΝΑ­G­Ο­R­Ι­C­Ι­ΝΟ, καί τοῦ Πρω­τά­του,[44] ὅ­πως καί στήν Βα­το­πε­δί­ου σέ κα­τά μέ­τω­πο στά­ση κρα­τών­τας στό δε­ξί τό ξί­φος καί στό ἀ­ρι­στε­ρό στρόγ­γυ­λη ἀ­σπί­δα. Στόν ἴ­δι­ο τύ­πο μέ τόν ἅ­γι­ο Μερ­κο­ύ­ρι­ο τῆς Βα­το­πε­δί­ου πα­ρι­στά­νε­ται ὁ Ἅ­γι­ος καί στήν Τρά­πε­ζα τῆς Μο­νῆς Δι­ο­νυ­σί­ου,[45] ἐ­νῶ ὁ ἅ­γι­ος Μερ­κο­ύ­ρι­ος τῆς Μο­νῆς Μυρ­τι­ᾶς καί τῆς Χε­λαν­δα­ρί­ου εἶ­ναι ἀ­σκε­πής (εἰκ. 32).

Εἰκ. 32. Ὁ ἅγιος Μερκούριος,
Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα.

Ἐ­πί­σης ὁ ἅ­γι­ος Μερ­κο­ύ­ρι­ος τοῦ πα­λαι­οῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου Με­τε­ώ­ρων, ἔ­χει κά­ποι­α κοι­νά ση­μεῖ­α μέ τόν ἅ­γι­ο Μερ­κού­ρι­ο τῆς Χω­ρο­ύ­δας. Ἡ ἴ­δι­α σχε­δόν μορφή τοῦ πορ­τρα­ί­του τοῦ Ἁ­γί­ου, ἡ ταυ­τό­τη­τα τῶν χρω­μά­των στίς δύ­ο πα­ρα­στά­σεις, ὁ πρά­σι­νος χει­ρι­δω­τός χι­τώ­νας, ὁ κόκ­κι­νος μαν­δύ­ας πού τόν πε­ρι­βάλ­λει, ἡ ἴ­δι­α συγ­κρά­τη­ση τοῦ δό­ρα­τος, καί ὁ αὐ­τός σχε­δι­α­σμός στήν κά­λυ­ψη τῶν πο­δι­ῶν συν­δέ­ει τίς δύ­ο πα­ρα­στά­σεις (εἰκ. 32). Μί­α ἀ­πό τίς δι­α­φο­ρές εἶ­ναι ὁ τρό­πος πού ὁ Ἅ­γι­ος τῆς Με­τε­ω­ρί­τι­κης Μο­νῆς κρα­τεῖ τό μι­κρό δό­ρυ πού το­ξε­ύ­ει. Ἡ κί­νη­σή αὐ­τή εἶ­ναι ταυ­τό­ση­μη μέ τήν ἀ­νά­λο­γη πα­ρά­στα­ση τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα.

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος

ὁ Στρατηλάτης (εἰκ. 33)

EIKONES0050

Πα­ρι­στά­νε­ται σέ κα­τά μέ­τω­πο στά­ση στόν τύ­πο τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κή­τα καί μέ πα­ρό­μοι­α ἀμ­φί­ε­ση. Στή δε­ξιά κρα­τεῖ τόν Σταυ­ρό ἐ­νῶ ἡ ἀ­ρι­στε­ρά εἶ­ναι ἀ­νε­στραμ­μέ­νη κα­τά τό συ­νή­θη τύ­πο τῶν Μαρ­τύ­ρων. Δέν κρα­τεῖ ξί­φος οὔ­τε φέ­ρει ἄλ­λο στρα­τι­ω­τι­κό ἔμ­βλη­μα παρ᾽ ὅ­τι ἡ εἰ­κό­να ἐ­πι­γρά­φε­ται ὡς «Α­ΓΙ­ΟΣ ΘΕ­Ο­ΔΩ­ΡΟΣ Ο ΣΤΡΑ­ΤΗ­ΛΑ­ΤΗΣ». Σύμ­-
φω­να μέ τήν πε­ρι­γρα­φή τῆς Ἑρ­μη­νε­ί­ας,[46] ὁ Ἅ­γι­ος εἰ­κο­νί­ζον­ταν ὡς

«νέ­ος σγου­ρο­κέ­φα­λος, βουρ­λο­γέ­νης» καί σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο «σγου­ρο­κέ­φα­λος δι­χα­λο­γέ­νης» (εἰκ. 34).

Εἰκ. 33. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος
ὁ Στρατηλάτης.

Εἰκ. 34. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος
ὁ Στρατηλάτης, λεπτομέρεια.

EIKONES0052

Ἡ πα­ρά­στα­σή μας κι­νεῖ­ται στόν ἴ­δι­ο ἀ­κρι­βῶς προ­σω­πο­γρα­φι­κό τύ­πο πού μᾶς δί­νει ἡ Ἑρ­μη­νε­ί­α, ἀλ­λά καί συγ­κρι­νό­με­νος μέ τίς ἀν­τί­στοι­χες πα­ρα­στά­σεις τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν,[47] τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ (ἀ­δη­μο­σί­ευ­τη), καί τῆς Ρα­σι­ώ­τισ­σας[48] βλέ­που­με ὅ­τι ταυ­τί­ζον­ται ὡς πρός τή μορφή. Βέ­βαι­α ὁ κα­θι­ε­ρω­μέ­νος στή βυ­ζαν­τι­νή πα­ρά­δο­ση τύ­πος τοῦ ἁ­γί­ου Θε­ο­δώ­ρου εἶ­ναι ὁ τοῦ στρα­τι­ω­τι­κοῦ Ἁ­γί­ου, ὅ­πως του­λά­χι­στον εἶ­ναι γνω­στός ἀ­πό τήν πα­λαι­ο­λό­γει­α ἀ­κό­μη ἐ­πο­χή στό Πρω­τά­το,[49] στό Χελανδάρι,[50] στόν Ὀρφανό,[51] καί ἀργότερα στή Σταυ­ρονικήτα,[52] καί στά ἄλ­λα μνη­μεῖ­α τῆς με­τα­βυ­ζαν­τι­νῆς πε­ρί­ο­δου. Στήν δέ Τρά­πε­ζα τῆς Δι­ο­νυ­σί­ου εἰ­κο­νί­ζε­ται μέ στο­λή ἀρ­χον­τι­κή δι­α­κο­σμη­μέ­νη μέν ἀλ­λά χω­ρίς στρα­τι­ω­τι­κά δι­ά­ση­μα.

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων (εἰκ. 35, 36)

«Μαυ­ρο­γέ­νης τὰ μα­λί­α ἄ­νω­θεν τῶν ὤ­των ἔ­χων», κα­θώς ὁ Δι­ο­νύ­σι­ος τόν πε­ρι­γρά­φει εἰ­κο­νί­ζε­ται σέ κα­τά μέ­τω­πο στά­ση. Κρα­τεῖ Σταυ­ρό κο­σμη­μέ­νο στή δε­ξιά, ἐ­νῶ μέ τήν ἀ­ρι­στε­ρά του κρα­τεῖ τόν μαν­δύ­α του, ποὺ ἑ­νώ­νε­ται μπρο­στά στό στῆ­θος καί κα­λύ­πτει τίς πλά­τες τοῦ ἁ­γί­ου καί τό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι.

Τά ἐν­δύ­μα­τά του φα­ί­νον­ται πλο­ύ­σι­α, ἀρ­χον­τι­κά καί φέ­ρουν πά­νω δι­α­κο­σμή­σεις μέ ἀν­θι­κές πα­ρα­στά­σεις, ἔρ­γο προ­φα­νῶς
ἐ­πι­ζω­γρα­φί­σε­ως, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ­μό­νος Ἅ­γι­ος πού ἔ­χει πα­ρό­μοι­ο δι­ά­κο­σμο στά ἐν­δύ­μα­τά του, μέ ἐ­ξα­ί­ρε­ση ἴ­σως τόν πα­ρα­κε­ί­με­νο ἅ­γι­ο Θε­ό­δω­ρο τόν Στρα­τη­λά­τη πού ὑ­πάρ­χουν κά­ποι­α ἴ­χνη πα­ρό­μοι­ας δι­α­κο­σμή­σε­ως στόν πο­δή­ρη χι­τώ­να του. Ἀ­νά­λο­γη δι­α­κό­σμη­ση ἐν­δυ­μά­των συ­ναν­τᾶ­με καί στά ἐ­πι­ζω­γρα­φη­θέν­τα ἔρ­γα τοῦ πα­λαι­οῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου Με­τε­ώ­ρων καί ἰ­δι­α­ί­τε­ρα στόν χῶ­ρο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ, στήν πα­ρά­στα­ση τοῦ ἁ­γί­ου Γερ­μα­νοῦ Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως καί σέ ἄλ­λους Ἱ­ε­ράρ­χες.

Εἰκ. 35. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων.

EIKONES0053

Ὁ ἅ­γι­ος Θε­ό­δω­ρος ὁ Τή­ρων, δέν φέ­ρει στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή, πα­ρά τό σύ­νη­θες τοῦ εἰ­κο­νο­γρα­φι­κοῦ τό­που του ὡς στρα­τι­ω­τι­κοῦ Ἁ­γί­ου, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τίς πα­ρα­στά­σεις τοῦ Πρω­τά­του, τῆς Χε­λαν­δα­ρί­ου, τοῦ Ὀρ­φα­νοῦ, καί κα­τό­πιν στά ἔρ­γα τῶν Κρη­τῶν ζω­γρά­φων τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, τοῦ Βαρ­λα­άμ, τῆς Ρα­σι­ώ­τισ­σας[53] καί ἄλλων.

Εἰκ. 36. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος
ὁ Τήρων, λεπτομέρεια.

EIKONES0031

Ὁ ἅγιος Προκόπιος – ΠΡΟΚΟΠΗΟΣ (εἰκ. 37)

Μέ τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ ἁ­γί­ου Προ­κο­πί­ου ἐ­πα­νερ­χό­μα­στε στήν σει­ρά τῶν Ἁ­γί­ων πού φέ­ρουν στρα­τι­ω­τι­κή πε­ρι­βο­λή.

Ζω­γρα­φι­σμέ­νος σέ κα­τά μέ­τω­πο στά­ση, φέ­ρει πλή­ρη στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή, πα­ρό­μοι­α καί μέ ἐ­λά­χι­στες δι­α­φο­ρές μέ τήν τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Πέρ­σου. Ψη­λός, νε­α­ρός, μέ εὐ­γε­νι­κή φυ­σι­ο­γνω­μί­α, κρα­τεῖ στό δε­ξί του χέ­ρι δι­α­γω­νί­ως τό δό­ρυ του, ἐ­νῶ μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό συγ­κρα­τεῖ τήν ἀ­σπί­δα του. Ἕ­νας κόκ­κι­νος χι­τώ­νας σκε­πά­ζει τίς πλά­τες του καί σχη­μα­τί­ζει κόμ­πο κά­τω ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι, ὁ δέ θώ­ρα­κας προ­στα­τε­ύ­ει ὅ­λο τό ἄ­νω μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τος. Στήν κε­φα­λή φο­ρεῖ ἁ­πλό δι­ά­δη­μα, ἐ­νῶ τά σγου­ρά μαλ­λιά του στρω­μέ­να μα­ζε­ύ­ον­ται πί­σω ἀ­πό τά αὐ­τιά ὡς τή μέ­ση τοῦ λαι­μοῦ, στόν ἴ­δι­ο δη­λα­δή τύ­πο πού συ­ναν­τᾶ­ται στίς τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ Πρω­τά­του, τῆς Χε­λαν­δα­ρί­ου, τῆς Μο­νῆς τῆς Χώ­ρας, τοῦ ΝΑ­C­O­R­Ι­C­Ι­ΝO, τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου στή Μου­ζά­κη, τῆς Βα­το­πε­δί­ου, ἀλ­λά καί στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἀ­να­παυ­σᾶ, Βαρ­λα­άμ καί Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν. Στήν ἀ­νά­λο­γη πα­ρά­στα­ση τοῦ πα­λαι­οῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου Με­τε­ώ­ρων ὁ Ἅ­γι­ος εἰ­κο­νί­ζε­ται κρα­τών­τας μέ τό δε­ξί χέ­ρι τό σπα­θί στραμ­μέ­νο πρός τά κά­τω, ἐ­νῶ μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό του, πού κα­λύ­πτε­ται ἀ­πό ἀ­σπί­δα, συγ­κρα­τεῖ τό δό­ρυ του. Ἕ­νας κόκ­κι­νος δέ μαν­δύ­ας, ἀ­νά­λο­γος μέ τόν δι­κό μας, κα­λύ­πτει τόν Ἅ­γι­ο (εἰκ. 38).

Εἰκ. 37. Ὁ ἅγιος Προκόπιος

EIKONES0066

Θέ­μα πο­λύ ἀ­γα­πη­τό στο­ύς τε­χνί­τες ὁ ἅ­γι­ος Προ­κό­πι­ος, ἔ­χει πάν­το­τε θέ­ση στήν εἰ­κο­νο­γρά­φι­ση τῶν Να­ῶν, ἴ­σως γι­α­τί τό ὄ­νο­μά του συν­δέ­θη­κε ἀ­πό τή λα­ϊ­κή συ­νε­ί­δη­ση μέ τήν κα­τά Χρι­στόν προ­κο­πή καί τήν κα­τά Θε­όν τε­λε­ί­ω­ση.

Εἰκ. 38. Ὁ ἅγιος Προκόπιος, λεπτομέρεια.

EIKONES0054

Ὁ ἅγιος Νέστωρ (εἰκ. 39, 40)

Εἰ­κο­νί­ζε­ται σέ στά­ση πα­ρό­μοι­α μέ τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ά­κω­βο τόν Πέρ­ση. Τό δε­ξί του πό­δι σέ στά­ση βα­δί­σμα­τος, ἡ δέ στά­ση τῶν χε­ρι­ῶν του καί τό κρά­τη­μα τοῦ ξί­φους ταυ­τί­ζον­ται ἀ­πό­λυ­τα μέ τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ά­κω­βο, εἶ­ναι ἡ ἴ­δι­α ἀ­κρι­βῶς κί­νη­ση πού συ­ναν­τᾶ­με στόν ἅ­γι­ο Προ­κό­πι­ο τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν καί στόν ἅ­γι­ο Νι­κή­τα τῆς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα (εἰκ. 41).

Φο­ρεῖ στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή καί θώ­ρα­κα πλο­ύ­σι­α δι­α­κο­σμη­μέ­νο. Ἕ­να βα­θύ­χρω­μο κόκ­κι­νο ἱ­μά­τι­ο σκε­πά­ζει τίς πλά­τες τοῦ Ἁ­γί­ου ἐ­νῶ στρογ­γυ­λή ἀ­σπί­δα κρέ­με­ται στόν δε­ξιό του ὦ­μο. Φέ­ρει ἁ­πλό δι­ά­δη­μα στήν κε­φα­λή, μέ σταυ­ρι­κό κό­σμη­μα στή μέ­ση, τά μαλ­λιά μα­ζε­ύ­ον­ται πί­σω ἐ­λε­ύ­θε­ρα καί ἀ­φή­νουν ἀ­νοιχ­τό τό νει­α­νι­κό πρό­σω­πο τοῦ Μάρ­τυ­ρα. Μορφή εὐ­γε­νι­κή, ρω­μα­λέ­α, γε­μά­τη δυ­να­μι­σμό καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα. Τήν ἴ­δι­α ἀ­κρι­βῶς κί­νη­ση τῆς κε­φα­λῆς συ­ναν­τᾶ­με καί στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ὅ­που ἐ­κεῖ ὁ Θε­ο­φά­νης το­πο­θε­τεῖ ἐν στά­σει τόν Ἅ­γι­ο, κρα­τών­τας τή θή­κη μέ EIKONES0067

τό ἀ­ρι­στε­ρό καί τρα­βών­τας τό ξί­φος μέ τό δε­ξί χέ­ρι, ἕ­τοι­μος νά ἀν­τι­με­τω­πί­σει τόν Λυ­αῖ­ο. Σέ ἐν­το­νώ­τε­ρη κί­νη­ση καί μέ τά αὐ­τά προ­σω­πο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἱ­στο­ρεῖ­ται ὁ Ἅ­γι­ος στή RΕSΑVΑ[54] τῆς Σερβίας.

Εἰκ. 39. Ὁ ἅ¬γι¬ος Νέ¬στωρ.

Ὁ ἅγιος Δημήτριος (εἰκ. 42)

Δί­πλα στόν ἅ­γι­ο Νέ­στο­ρα ἴ­σως εἶ­ναι ἡ φυ­σι­κώ­τε­ρη θέ­ση τοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Ἄλ­λω­στε ἡ κα­τε­ύ­θυν­ση τῶν βη­μά­των

Εἰκ. 40. Ὁ ἅ¬γι¬ος Νέ¬στωρ,
λεπτομέρεια.

τοῦ ἁ­γί­ου Νέ­στο­ρος πρός τόν ἅ­γι­ο Δη­μή­τρι­ο δεί­χνει αὐ­τό τό δε­σμό τῶν δύ­ο Ἁ­γί­ων.

EIKONES0068

Σο­βα­ρό νε­α­νι­κό πρό­σω­πο μέ σγου­ρά κον­το­κομ­μέ­να μαλ­λιά καί δι­ά­δη­μα πού κο­σμεῖ τήν κε­φα­λή τοῦ Ἁ­γί­ου, μέ σταυ­ρι­κό κό­σμη­μα στή μέ­ση, εἶ­ναι με­ρι­κά ἀ­πό τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νου. Ἡ Ἑρ­μη­νε­ί­α πε­ρι­γρά­φον­τας τή μορφή τοῦ Ἁ­γί­ου λέ­ει: «μαλ­λί­α ἄ­νω­θεν τῶν ὠ­τί­ων, καὶ ὀ­λί­γον στε­νώ­τε­ρα, ὅ­ταν κατ᾽ εὐ­θεῖ­αν βλέ­πει».[55]

Εἰ­κο­νί­ζε­ται πά­νο­πλος, κρα­τών­τας μέ τό δε­ξί χέ­ρι τό ὀρ­θο­στη­μέ­νο δό­ρυ, ἐ­νῶ τό ἀ­ρι­στε­ρό στό ὕ­ψος τῆς μέ­σης κρα­τεῖ τό ξί­φος του. Πλο­ύ­σι­ος μαν­δύ­ας πρα­σί­νου χρώ­μα­τος πέφ­τει ἀ­πό το­ύς ὤ­μους, δε­μέ­νος μέ κόμ­πο δε­ξιά.

Ἡ ἀ­σπί­δα του κρέ­με­ται στόν ἀ­ρι­στε­ρό του ὦ­μο, ὁ θώ­ρα­κας εἶ­ναι πλο­ύ­σι­α δι­α­κο­σμη­μέ­νος καί ἀ­πο­λή­γει σέ μί­μη­ση φτε­ρῶν, ἐ­νῶ ἕ­νας κόκ­κι­νος χι­τώ­νας κα­λύ­πτει τό ὑ­πό­λοι­πο, μέ­χρι τά γό­να­τα, μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του.

Στόν ἴ­δι­ο εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό τύ­πο ἱ­στο­ρεῖ­ται ὁ Ἅ­γι­ος στίς Πα­λαι­ο­λό­γει­ες καί στίς Κρη­τι­κές τοι­χο­γρα­φί­ες. Ἐν­δει­κτι­κά ση­μει­ώ­νου­με τίς
τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου στόν ἅ­γι­ο Κλή­μη Ἀ­χρί­δας,[56] στό Πρω­τᾶ­το καί στό Χε­λαν­δά­ρι,[57] στήν Πε­ρί­βλε­πτο τοῦ Μυ­στρᾶ[58] καί στόν ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο τοῦ Μου­ζά­κη.[59]

Εἰκ. 41. Ὁ ἅγιος Νέστωρ,
Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα.

Στίς τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ Θε­ο­φά­νη ὁ ἅ­γι­ος Δη­μή­τρι­ος ἀ­πο­δί­δε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά, σέ σύγ­κρι­ση μέ τίς πα­λαι­ο­λό­γει­ες πα­ρα­στά­σεις, ὡς πρός τή στο­λή, τή στά­ση, τόν ὁ­πλι­σμό. Στόν Ἀ­να­παυ­σᾶ κρα­τεῖ δό­ρυ, καί ξί­φος στή Μο­νή τῆς Λα­ύ­ρας. Δό­ρυ ἐ­πί­σης κρα­τεῖ στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ἐ­νῶ μέ τό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι συγ­κρα­τεῖ τό ξί­φος πού πα­τεῖ στό ἔ­δα­φος (εἰκ. 43).

Εἰκ. 43. Οἱ ἅγιοι Δημήτριος καί Γεώργιος, Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα.

EIKONES0069

Στή Φιλανθρωπινῶν[60] πα­ρα­τη­ροῦ­με
τήν ἴδι­α πα­λαι­ο­λό­γει­α στά­ση μέ ὀρ­θο­στη­μέ­νο τό δό­ρυ καί ὑ­ψω­μέ­νο τό χέ­ρι, ἐ­νῶ στόν ἀ­ρι­στε­ρό ὦ­μο τοῦ Ἁ­γί­ου κρέ­με­ται ἡ πε­ρι­κε­φα­λα­ί­α του, κά­τι πού συ­ναν­τᾶ­μαι καί στόν ἅ­γι­ο Γε­ώρ­γι­ο τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα.[61] Ὁ ἅ­γι­ος Δη­μή­τρι­ος τῆς Χω­ρο­ύ­δας δέν σχε­τί­ζε­ται ἄ­με­σα μέ τόν ἅ­γι­ο Δη­μή­τριό τῆς Κρη­τι­κῆς σχο­λῆς, πα­ρά μό­νο ὡς πρός τό γε­νι­κό εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό τύ­πο τῆς μορ­φῆς.

Εἰκ. 42. Ὁ ἅγιος Δημήτριος, Περίβλεπτος Μυστρᾶ

EIKONES0057

Ἀν­τλεῖ πολ­λά στοι­χεῖ­α ἀ­πό τήν πα­λαι­ο­λό­γει­α ζω­γρα­φι­κή ἀλ­λά χρη­σι­μο­ποι­εῖ τήν κλί­μα­κα τῶν χρω­μά­των τῆς με­τα­βυ­ζαν­τι­νῆς ζω­γρα­φι­κῆς.

Ὁ ἅγιος Γεώργιος (εἰκ. 44)

Ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου δέν σώ­ζε­ται ὁ­λό­κλη­ρη. Ἡ κα­τα­στρο­φή της ὀ­φε­ί­λε­ται στήν το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Τέμ­πλου τό ὁ­ποῖ­ο καρ­φώ­θη­κε ἄ­κομ­ψα πά­νω στίς τοι­χο­γρα­φί­ες. Τό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­νο ὅ­μως σώ­ζε­ται ἕ­να ση­μαν­τι­κό μέ­ρος τοῦ σώ­μα­τός του. Εἰ­κο­νί­ζε­ται μέ στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή στόν τύ­πο τοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου καί φο­ρεῖ θώ­ρα­κα· ὁ πλο­ύ­σι­ος μαν­δύ­ας­του, κοκ­κί­νου χρώ­μα­τος, κρέ­με­ται ἀ­πό τίς πλά­τες τοῦ Ἁ­γί­ου ὡς τό ὕ­ψος τῆς κνή­μης, καί κρα­τεῖ δό­ρυ μέ τό δε­ξί του χέ­ρι.

Ὁ τύ­πος τῆς πα­ρα­στά­σε­ως εἶ­ναι γνω­στός, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος πού φα­ί­νε­ται συγ­γε­νέ­στε­ρος πρός τόν ἅ­γι­ο Γε­ώρ­γι­ο τῆς Χω­ρο­ύ­δας εἶ­ναι τῆς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ταυ­τό­τη­τα στήν κί­νη­ση, ἄλ­λά καί στή γκά­μα τῶν χρω­μά­των πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ τε­χνί­της (εἰκ. 45).

EIKONES0055

EIKONES0057

Εἰκ. 44. Ὁ ἅγιος Γεώργιος.

Εἰκ. 45. Οἱ ἅγιοι Δημήτριος καί Γεώργιος, Ἱερά Μονή Σταυ¬ρο¬νι¬κή¬τα.

EIKONES0002

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΙΚΟΥ ΔΙΑΚΟΣΜΟΥ

Μέσα στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­το­μι­κή σω­τη­ρί­α· σώ­ζε­σαι μό­νο ὡς πρό­σω­πο καί πρό­σω­πο εἶ­σαι μό­νο ὅ­ταν εἶ­σαι συ­νο­μι­λη­τής τοῦ Θε­οῦ, ἀ­κρο­α­τής τοῦ Θε­οῦ, κοι­νω­νός τῆς Χά­ρης Του, μέ­το­χος τῆς Βα­σι­λε­ί­ας Του, συγ­κλη­ρο­νό­μος τοῦ Χρι­στοῦ.

Δέν μπο­ρεῖς μό­νος ν᾽ ἀ­γω­νι­στεῖς, νά ζή­σεις, νά θε­ο­λο­γή­σεις, νά ἁ­γι­α­στεῖς, πα­ρά «σὺν πᾶ­σι τοῖς ἁ­γί­οις», πού ἀ­πο­τε­λοῦν τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τό ἀ­λη­θι­νό σῶ­μα ὅ­λων μας.

Ἕ­νας Ρῶ­σος ἐ­πί­σκο­πος τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ὁ Ἰ­γνά­τι­ος Μπρι­αν­χα­νί­νοφ ἔ­λε­γε πώς σή­με­ρα ἔ­χει χα­θεῖ ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους ἡ γνώ­ση πώς καί τό ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα ἔ­χει τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά ἁ­γι­α­σθεῖ.[62]

Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη, λοι­πόν, εἰ­κο­νο­γρα­φί­α εἶ­ναι ἀ­πό­δει­ξη το­ύ­του τοῦ γε­γο­νό­τος, πού τό ζεῖ ὁ πι­στός μέ τόν ἁ­γι­α­σμό τοῦ ἀν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος καί τήν με­τα­μόρ­φω­σή του. Στόν ἀ­γώ­να τοῦ ἁρ­παγ­μοῦ πού δι­ε­ξά­γει ὁ πι­στός, ἔρ­χε­ται ἐ­πί­κου­ρη ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α. Πα­ρου­σι­ά­ζει τόν πρω­τα­θλη­τή καί ἀ­γω­νο­θέ­τη Κύ­ρι­ο, μα­ζί μέ τούς συ­να­θλη­τές του Ἁ­γί­ους, Ὁ­σί­ους, Ὁ­μο­λο­γη­τές, Μάρ­τυ­ρες, καί δι­δά­σκει πε­ρί τῆς ζω­ῆς καί τῶν ἀ­γώ­νων τῶν εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νων: «Ἃ γὰρ ὁ λό­γος τῆς ἱ­στο­ρί­ας δι­ὰ τῆς ἀ­κο­ῆς πα­ρί­στη­σι, ταῦ­τα γρα­φὴ σι­ω­πῶ­σα δι­ὰ μι­μή­σε­ως δε­ί­κνυ­σι».[63]

Συν­τε­λεῖ ἑ­πο­μέ­νως ἡ εἰ­κο­νο­γρα­φί­α στό νά βι­ώ­νει ὁ πι­στός τόν δε­σμό τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος, τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, πού ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τήν κε­φα­λή πού δε­σπό­ζει στόν τροῦ­λο ἤ στήν κόγ­χη τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, περ­νᾶ ἀ­πό τά μέ­λη πού δο­ξά­στη­καν καί ἀ­πο­τυ­πώ­θη­καν στο­ύς το­ί­χους καί τούς κί­ο­νες τοῦ Να­οῦ καί κα­τα­λή­γει στό πλῆ­θος τῶν ἀ­γω­νι­ζο­μέ­νων πι­στῶν πού πλη­ροῦν τόν Ναό καί συμ­πλη­ρώ­νουν τό μυ­στι­κό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Αὐ­τή τήν συγ­κλο­νι­στι­κή ἀ­λή­θει­α τή ζεῖ ὁ πι­στός κα­θώς εἰ­σέρ­χε­ται μέ­σα στόν Ναό τοῦ Θε­οῦ καί συγ­κε­κρι­μέ­να στόν μι­κρό Ναό τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου Χω­ρο­ύ­δας.

Κι ὅ­ταν ἀ­κό­μα στέ­κει «μό­νος μό­νῳ Θε­ῷ», αἰ­σθά­νε­ται πώς δί­πλα του στέ­κει ἡ θρι­αμ­βε­ύ­ου­σα Ἐκ­κλη­σί­α, οἱ ἱ­ε­ρουρ­γοῦν­τες Ἱ­ε­ράρ­χες, οἱ ἅ­γι­οι Ἀ­νάρ­γυ­ροι, οἱ πά­νο­πλοι λε­βεν­τό­κορ­μοι στρα­τι­ω­τι­κοί Ἅ­γι­οι, καί ζεῖ κι αὐ­τός σ᾽ ὅ­λη τήν ἔν­τα­σή της τήν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ Πέ­τρου Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας, «τίς σου Σῶ­τερ τὸν χι­τῶ­να δι­ῆ­λε;» καί τήν ἐκ­στα­τι­κή ἀ­γω­νί­α τοῦ Μω­υ­σῆ πρό τῆς «και­ο­μέ­νης καὶ μὴ φλε­γό­με­νης βά­του». Ἔτ­σι τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται τό μυ­στή­ρι­ο τῆς θε­ί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας, τό μυ­στή­ρι­ο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ (εἰκ. 1).

EIKONES0011

Να­ός μι­κρός σέ δι­α­στά­σεις ὁ ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος, δέν προ­σφέ­ρον­ταν γιά με­γά­λη θε­μα­το­λο­γι­κή ἀ­νά­πτυ­ξη. Οἱ ἄ­γνω­στοι τε­χνί­τες, ὑ­πη­ρε­τών­τας ὅ­σο πιό εὐ­λα­βι­κά γι­νό­ταν τήν πάν­τι­μη τέ­χνη τους, ἱ­στό­ρη­σαν θέ­μα­τα καί μορ­φές πού ἦ­ταν προ­σι­τά στόν ἁ­πλό λαό της Ἐ­παρ­χί­ας, μέ μιά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή μα­στο­ριά, ἀλ­λά καί μέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ἐ­πί­σης λι­τό­τη­τα. Ἀ­πέ­φυ­γαν τίς πο­λυ­πρό­σω­πες πα­ρα­στά­σεις, πού ἴ­σως δέν εἶ­χαν τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἀ­να­πτύ­ξουν στό μι­κρό χῶ­ρο πού τούς προ­σφέ­ρον­ταν· ὑ­πάρ­χουν μό­νο τά ἀ­πα­ρα­ί­τη­τα, τά βα­σι­κά πρό­σω­πα πού εἶ­χαν πρω­τε­ύ­ον­τα ρό­λο στήν ἱ­στό­ρη­ση τῶν γε­γο­νό­των, κυ­ρί­ως τῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ.

Στίς σω­ζό­με­νες σή­με­ρα τοι­χο­γρα­φί­ες με­τρᾶ­με τήν ὕ­παρ­ξη 82 προ­σώ­πων.

Ἄν ὑ­πο­λο­γί­σου­με κά­ποι­ες σκη­νές τοῦ δω­δε­κα­όρ­του καί ὁ­ρι­σμέ­νους Ἁ­γί­ους πού ἔ­χουν κα­τα­στρα­φεῖ, ὁ συ­νο­λι­κός ἀ­ριθ­μός τῶν εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νων προ­σώ­πων σέ ὅ­λο τόν Να­ό, δέν θά πρέ­πει νά ξε­περ­νοῦ­σε τά 120-130.

Ξε­κι­νών­τας ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα οἱ τε­χνί­τες ἱ­στό­ρη­σαν κα­τά τήν πα­ρά­δο­ση τήν Πλα­τυ­τέ­ρα τῶν Οὐ­ρα­νῶν, ἔ­χον­τας «ἐν κόλ­ποις» τόν Χρι­στό μέ­σα σέ κυ­κλι­κή δό­ξα, καί συμ­πλη­ρώ­νουν τόν χῶ­ρο τῆς κόγ­χης μέ τή Λει­τουρ­γί­α τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν. Πά­νω στήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα τό ἅ­γι­ο Πο­τή­ρι­ο καί ὁ «Ἀ­μνὸς τοῦ Θε­οῦ»«με­λι­ζό­με­νος καὶ μὴ δι­αι­ρο­ύ­με­νος»[64] (εἰκ. 2).

Εἰκ. 1. Τοιχογραφίες, βόρειος τοίχος.

EIKONES0012

Οἱ στά­σεις τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, οἱ εὐ­λα­βι­κές κι­νή­σεις τῶν σω­μά­των, ἡ ἐ­πι­βλη­τι­κό­τη­τα τῶν μορ­φῶν καί τῆς ἀμ­φι­έ­σε­ως, ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν λει­τουρ­γι­κῶν τους εἰ­λη­τα­ρί­ων, δη­λώ­νουν πώς κά­τι «μυ­στι­κὸν ἐν σι­γῇ καὶ ἀ­λη­θε­ί­ᾳ ἱ­ε­ρουρ­γεῖ­ται».[65]

Φα­νε­ρώ­νε­ται κε­κρυ­μέ­νως τό μυ­στή­ρι­ο, κα­θώς ὁ Ἀ­μνός-Χρι­στός σκε­πά­ζε­ται ἀ­πό μαν­δή­λι­ο ἐ­νῶ ὁ Ἀ­στε­ρί­σκος ὁ­δη­γεῖ στή φα­νέ­ρω­ση τοῦ μυ­στη­ρί­ου.

Οἱ Ἱ­ε­ράρ­χες ἅ­γι­ος Νι­κό­λα­ος, Γρη­γό­ρι­ος ὁ Θε­ο­λό­γος, Βα­σί­λει­ος ὁ Μέ­γας, ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος καί Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας δέν ἀ­κουμ­ποῦν στό ἔ­δα­φος, καί τοῦ­το το­νί­ζε­ται ἀ­πό τό ὅ­τι ἡ πα­ρά­στα­ση τῆς λε­γο­μέ­νης πο­δι­ᾶς, ἀ­φή­νει ἕ­να κε­νό καί ἀρ­χί­ζει λί­γο πα­ρα­κά­τω[66] (εἰκ. 3).

Στήν κόγ­χη τῆς Προ­θέ­σε­ως, ἡ σκη­νή τῆς Ἀ­πο­κα­θη­λώ­σε­ως εἶ­ναι ἀ­πό τίς λί­γες εἰ­κό­νες πού ἔ­χουν ἔν­το­νο τό δρα­μα­τι­κό στοι­χεῖ­ο. Εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς δύ­ο πα­ρα­στά­σεις ἡ ἄλ­λη εἶ­ναι τῆς Σταυ­ρώ­σε­ως, ὅ­που ἡ Πα­να­γί­α ἔ­χει ἔν­το­να τά ση­μά­δι­α τοῦ μη­τρι­κοῦ πό­νου, ἐ­νῶ ἀν­τί­θε­τα ἡ ἤ­ρε­μη μορφή τοῦ Χρι­στοῦ δη­λώ­νει τό «ἀ­πα­θὲς τῆς θε­ό­τη­τος»[67] (εἰκ. 4).

Εἰκ. 2. Ὁ χῶρος τῆς κόγχης μέ τήν Λειτουργία τῶν Ἱεραρχῶν.

EIKONES0013

Ὁ πρα­κτι­κός νοῦς δέν ἔ­λει­ψε ἀ­πό τό κτί­σι­μο τοῦ Να­οῦ καί βλέ­που­με δί­πλα ἀ­πό τήν Πρό­θε­ση νά ὑ­πάρ­χει νι­πτή­ρας μέ εἰ­δι­κό ἀγ­γεῖ­ο χω­νευ­τά το­πο­θε­τη­μέ­νο, πού ο­δη­γεί στό χω­νευ­τή­ρι­ο.

Στήν ἄλ­λη πλευ­ρά στό Δι­α­κο­νι­κό ὁ ἅ­γι­ος Σπυ­ρί­δω­νας μέ χέ­ρι­α ἀ­νοιχτά ὑ­πο­δέ­χε­ται τίς προ­σφο­ρές τῶν πι­στῶν. Ὁ λό­γος πού ἱ­στο­ρή­θη­κε ὁ ἅ­γι­ος Σπυ­ρί­δω­νας στό Δι­α­κο­νι­κό μπο­ρεῖ νά μήν εἶ­ναι ἰ­δι­α­ί­τε­ρος, ἴ­σως ὅ­μως πα­λαι­ό­τε­ρα ὁ Να­ός νά ἐ­τι­μᾶ­το ἐπ᾽ ὀ­νό­μα­τι τοῦ ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος, ἔτ­σι ὁ Ἅ­γι­ος εἶ­ναι αὐ­τός πού δέ­χε­ται ὅ,τι οἱ πι­στοί προ­σφέ­ρουν στόν Ναό του.[68] (εἰκ. 5)

Στόν βό­ρει­ο τοῖ­χο μέ­σα στό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα εἰ­κο­νί­ζε­ται τό ὅ­ρα­μα τοῦ Πέ­τρου Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας καί, πά­νω καί κά­τω ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση, θέ­μα­τα πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κά. Εἶ­ναι τά μό­να θέ­μα­τα πού σώ­ζον­ται, ὁ Μω­υ­σῆς πρό τῆς βά­του καί ὁ Ἰ­ω­νᾶς «ἐ­ξερ­χό­με­νος ἐκ τῆς κοι­λί­ας τοῦ κή­τους».[69] (εἰκ. 6)

Στήν ἀν­τί­στοι­χη νό­τι­α πλευ­ρά εἰ­κο­νί­ζον­ται Ἱ­ε­ράρ­χες, στήν κά­τω ζώ­νη ὑ­πάρ­χει ρομ­βο­ει­δής πο­διά, ἐ­νῶ πά­νω ὑ­πάρ­χει κα­τε­στραμ­μέ­νη πα­ρά­στα­ση πού ἀ­φή­νει νά ξε­χω­ρί­ζουν τά πό­δι­α ἑ­νός ἄν­δρα καί ἡ κε­φα­λή ἑ­νός ζώ­ου. Ἴ­σως νά πρό­κει­ται γιά τήν ἀ­να­χώ­ρη­ση τοῦ Ἰ­ω­σήφ καί τῆς Θε­ο­τό­κου γιά τή Βη­θλε­έμ προ­κει­μέ­νου νά ἀ­πο­γρα­φοῦν.

Εἰκ. 3. Οἱ ἅγιοι Νικόλαος καί Γρηγόριος.

Στόν νό­τι­ο τοῖ­χο ἐ­ξέ­χου­σα θέ­ση ἔ­χουν Ἅ­γι­οι πού εἶ­ναι κοντά στόν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο. Οἱ ἅ­γι­οι Ἀ­νάρ­γυ­ροι, Παν­τε­λε­ή­μων, Κο­σμᾶς καί Δα­μι­α­νός, Εὐ­στά­θι­ος, Τρύ­φων, Πα­ρα­σκευ­ή καί Κυ­ρι­α­κή (εἰκ. 7).

EIKONES0029

Ὁ τε­χνί­της δέν κα­τα­πι­ά­νε­ται μέ θέ­μα­τα καί Ἁ­γί­ους πού ἴ­σως ἦ­ταν ἄ­γνω­στοι στόν λαό· ἐ­πι­θυ­μί­α του εἶ­ναι νά φέ­ρει τούς Ἁ­γί­ους κοντά στόν ἄν­θρω­πο καί τόν ἄν­θρω­πο κοντά στο­ύς Ἁ­γί­ους καί στόν Θεό.

Στόν βό­ρει­ο τοῖ­χο ἱ­στο­ροῦν­ται στρα­τι­ω­τι­κοί Ἅ­γι­οι. Οἱ ὁ­λό­σω­μοι Ἅ­γι­οι στο­ύς δύ­ο το­ί­χους ἐ­πι­βάλ­λον­ται στό ὅ­λο ζω­γρα­φι­κό ἔρ­γο, μέ τό φυ­σι­κό τους σχε­δόν μέ­γε­θος, τή στά­ση τῶν προ­σώ­πων, τήν κί­νη­ση, τόν πλο­ύ­σι­ο στο­λι­σμό, τή λαμ­πρή θω­ριά, καί τή δυ­να­μι­κή τους ἔκ­φρα­ση. Εἶ­ναι τά πρό­τυ­πα στή ζωή τῶν πι­στῶν, ἀλ­λά καί ἐμ­ψυ­χω­τές στό κρυ­φό ὄ­νει­ρο τῆς λευ­τε­ρι­ᾶς τοῦ γέ­νους. (εἰκ. 8 καί εἰκ. 9).

Ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α, ἡ στά­ση καί οἱ χει­ρο­νο­μί­ες τῶν Ἁ­γί­ων δί­νουν πράγ­μα­τι τήν ­ἐν­τύ­πω­ση μι­ᾶς κον­τι­νῆς στά ἀν­θρώ­πι­να πα­ρου­σί­ας. Τό πλά­σι­μο τῶν χρω­μά­των στά πρό­σω­πα ἀ­ξί­ζει νά προ­σε­χθεῖ ἰ­δι­α­ί­τε­ρα·

Εἰκ. 4. Ἡ Ἀποκαθήλωση, στήν Πρόθεση.

EIKONES0030 EIKONES0014

Οἱ προ­πλα­σμοί δου­λε­μέ­νοι μέ ὤμ­πρα ὠ­μή καί ὤ­χρα, δί­νουν κά­ποι­α σο­βα­ρό­τη­τα στή μορφή, ἐ­νῶ τά ἔν­τε­χνα κα­μω­μέ­να σαρ­κώ­μα­τα, δου­λε­μέ­-να λε­πτά σάν σέ φο­ρη­τή εἰ­κό­να δέ­νουν ἁ­πα­λά μέ τόν προ­πλα­σμό.

Εἰκ. 5. Τό Διακονικό. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων.

Εἰκ. 6. Τό χωνευτήριο, βόρειος τοῖχος.

EIKONES0015

Τά πρό­σω­πα φω­τί­ζον­ται ὅ­λα, τά βλέ­φα­ρα φω­τί­ζον­ται κι αὐ­τά μέ δύ­ο λε­πτές γραμ­μές στήν ἴ­δι­α ἀ­πό­χρω­ση τοῦ σαρ­κώ­μα­τος καί δέν ἀ­φή­νουν τά μά­τι­α στή σκιά ὅ­πως συμ­βα­ί­νει σέ πολ­λά κρη­τι­κά ἔρ­γα (εἰκ. 10).

EIKONES0031 EIKONES0026

Ἐ­δῶ τά πρό­σω­πα τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι λου­σμέ­να στό φῶς. Ἴ­σως ἡ χρη­σι­μο­πο­ί­η­ση αὐ­τοῦ τοῦ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοῦ προ­πλα­σμοῦ, οὔ­τε πο­λύ σκο­ύ­ρου, οὔ­τε πο­λύ ἀ­νοιχ­τοῦ, δί­νει τή δυ­να­τό­τη­τα νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ τε­χνί­της τίς κά­πως ψη­λό­τε­ρες κλί­μα­κες χρω­μά­των. Τά μά­τι­α στε­νε­ύ­ουν στίς ἄ­κρες, οἱ κό­ρες ἐ­φά­πτον­ται στό κά­τω βλέ­φα­ρο, ἐ­νῶ τά φρύ­δι­α ξε­κι­νοῦν ἀ­πό τό πά­νω ἄ­κρο τῆς μύ­της καί σχη­μα­τί­ζουν μιά πα­ράλ­λη­λη καμ­πύ­λη μέ τό πά­νω βλέ­φα­ρο.

Εἰκ. 7. Ὁ νότιος τοῖχος.

Ἔτ­σι μέ­σα ἀ­πό αὐ­τή τήν ἁρ­μο­νί­α τῶν γραμ­μῶν δί­νε­ται στίς μορ­φές ἕ­να γα­λή­νι­ο βλέμ­μα, γε­μά­το πα­ρη­γο­ριά, συμ­πά­θει­α καί ἐλ­πί­δα γιά τούς πι­στο­ύς.

Τά αὐ­τιά δου­λε­μέ­να μέ τήν ἴ­δι­α ἀρ­τι­ό­τη­τα, ἄλ­λο­τε φα­νε­ρώ­νουν τό κά­τω μό­νο μέ­ρος τους κι ἄλ­λο­τε ζω­γρα­φί­ζον­ται ὁ­λό­κλη­ρα, ἀ­νά­λο­γα μέ τήν κό­μη τοῦ Ἁ­γί­ου. Δου­λε­μέ­να μέ λε­πτή πι­νε­λιά, κλε­ί­­νουν ὁ­μα­λά μέ δι­πλή ψι­μι­θιά, ἀ­πο­κτών­τας ἔτ­σι

EIKONES0067

τόν ἀ­πα­ρα­ί­τη­το ὄγ­κο καί τό ἀ­νά­λο­γο φώ­τι­σμα. Τά μαλ­λιά κυ­λοῦν ἄλ­λο­τε μέ κυ­μα-­ τι­σμο­ύς στήν πλά­τη τῶν Ἁ­γί­ων, (ἅ­γι­ος Χρι­στό­φο­ρος, ἁ­γί­α Κυ­ρι­α­κή), ἄλ­λο­τε κυ­μα­τί­ζουν στό ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ, (ἅ­γι­ος Τρύ­φων, ἅ­γι­ος Ἰ­ά­κω­βος ὁ Πέρ­σης), καί ἄλ­λο­τε πά­λι δέ­νον­ται σφιχτά πί­σω σέ κα­λο­κα­μω­μέ­νους συμ­με­τρι­κο­ύς βο­στρύ­χους (εἰκ. 11).

Εἰκ. 8. Ὁ ἅγιος Δημήτριος.

Εἰκ. 9. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος.

EIKONES0016

Ἐ­ξα­ί­ρε­τες συν­θέ­σεις δου­λε­μέ­νες μέ ὤμ­πρα ὠ­μή καί ψη­μέ­νη, μέ ὤ­χρα κυ­ρί­ως στή δι­α­κό­σμη­ση τῶν πα­νο­πλι­ῶν καί τήν ἐ­πέν­δυ­ση τῶν πο­δι­ῶν, σταχ­το­πρά­σι­νο καί πρά­σι­νο τοῦ τσι­μέν­του κα­θώς καί σι­έν­να ψη­μέ­νη στή δι­α­κό­σμη­ση τῶν ἐν­δυ­μά­των, κόκ­κι­νο καί κα­φέ-πρά­σι­νο στήν ἀ­πό­δο­ση τῶν χι­τώ­νων κι ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κι­νά­βα­ρη στά ἐν­δύ­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων Παν­τε­λε­ή­μο­νος καί Τρύ­φω­νος.

Εἰκ. 10. Ὁ ἅγιος Νέστωρ.

Τό γκρί-μπλέ δί­νει σάν προ­πλα­σμός τό σω­στό χρῶ­μα στίς με­ταλ­λι­κές πα­νο­πλί­ες, πού εἶ­ναι κο­σμη­μέ­νες μέ σφυ­ρή­λα­τες πα­ρα­στά­σεις (εἰκ. 12).

Τά φω­το­στέ­φα­νο εἶ­ναι δου­λε­μέ­να στό χρῶ­μα τῆς χρυ­σο­ει­δοῦς ὤ­χρας ἐ­νῶ μιά στε­νή ἀ­πό χον­δρο­κόκ­κι­νο γραμ­μή καί μί­α φαρ­δύ­τε­ρη λευ­κή, κλε­ί­νουν τόν φω­τει­νό κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πό τή μορφή τῶν Ἁ­γί­ων.

Τά Ἐ­πι­τρα­χή­λι­α τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν, κα­θώς καί τά κρά­σπε­δα τῶν ἐν­δυ­μά­των ἔ­χουν ρομ­βο­ει­δή σχή­μα­τα καί ἀ­πο­μι­μή­σεις κλώ­νων, κά­τι πού θυ­μί­ζει πα­ρό­μοι­ες δι­α­κο­σμή­σεις τῆς πα­λαι­ο­λό­γει­ας ἐ­πο­χῆς, τά ἔρ­γα τῶν Ἀ­στρα­πά­δων καί τοῦ Θε­ο­φά­νη στή δι­α­κό­σμη­ση τῶν ἐν­δυ­μά­των Πα­τρι­αρ­χῶν καί Προ­φη­τῶν τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα[70] (εἰκ. 13).

Εἰκ. 11. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης.

EIKONES0017

Ἡ ἴ­δι­α γκά­μα χρω­μά­των πα­ρα­τη­ρεῖ­ται καί στίς πα­ρα­στά­σεις τῆς ψη­λό­τε­ρης ζώ­νης μέ τίς σκη­νές ἀ­πό τή ζωή τοῦ Χρι­στοῦ· ἡ μό­νη δι­α­φο­ρά πού πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἐ­δῶ εἶ­ναι ὅ­τι τά φω­τί­σμα­τα τῶν ἐν­δυ­μά­των εἶ­ναι σκλη­ρό­τε­ρα στήν ἀ­πό­δο­ση, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καί τά ἐν­δύ­μα­τα τῶν ἁ­γί­ων Ἰ­α­κώ­βου τοῡ Ἀ­δελ­φο­θέ­ου, Χα­ρα­λάμ­πους, Ἰ­ω­άν­νου τοῦ ἐ­λε­ή­μο­νος, προ­φή­του Ἠ­λι­ού καί Ἀ­ναρ­γύ­ρων.

Τό πλά­σι­μο των χρω­μά­των καί οἱ δι­α­κο­σμή­σεις τῶν κτι­ρί­ων στή ζώ­νη τοῦ δω­δε­κα­όρ­του θυ­μί­ζει ἔν­το­να πα­ρα­στά­σεις εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νων χει­ρο­γρά­φων. Καί τοῦ­το γί­νε­ται φα­νε­ρό ἀ­πό τίς βί­αι­ες πι­νε­λι­ές πού προ­σπα­θοῦν μέ δι­ά­φο­ρα ἀν­θι­κά σχή­μα­τα νά δι­α­κο­σμή­σουν τά κτί­ρι­α τῆς Σταυ­ρώ­σε­ως, τῆς Ἀ­πο­νί­ψε­ως τοῦ Πι­λά­του καί τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου θρή­νου.

Κά­νον­τας κά­ποι­ες πα­ρα­τη­ρή­σεις καί συγ­κρί­σεις κα­τα­λή­ξα­με στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ἡ ἁ­γι­ο­γρά­φη­ση τοῦ Να­οῦ δέν ἦ­ταν ἔρ­γο μό­νο ἑ­νός τε­χνί­του. Πι­θα­νόν νά ἐρ­γά­στη­καν 2 καί 3 τε­χνί­τες. Πάν­τως εἶ­ναι σα­φής ἡ δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στίς μορ­φές.

Εἰκ. 12. Ὁ ἅγιος Χριστόφορος.

EIKONES0018

Ἀ­πό τόν ἴ­δι­ο χρω­στή­ρα θά πρέ­πει νά ἔ­γι­ναν οἱ ἅ­γι­οι, Ἰ­ά­κω­βος ὁ Πέρ­σης, Χρι­στο­φό­ρος, Μερ­κο­ύ­ρι­ος, Προ­κό­πι­ος, Νέ­στωρ, Δη­μή­τρι­ος, Γε­ώρ­γι­ος, Τρύ­φω­νας καί Κυ­ρι­α­κή, ὁ ἅ­γι­ος Σπυ­ρί­δω­νας καί οἱ πα­ρα­στά­σεις τῆς κόγ­χης καί τῆς Προ­θέ­σε­ως κα­θώς καί ἡ μορφή ἀ­δι­ά­γνω­στου Ἁ­γί­ου, στόν νό­τι­ο τοῖ­χο, πού σύμ­φω­να μέ τά προ­σω­πο­γρα­φι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Θε­ο­λό­γος. Πρό­κει­ται γιά ἕ­να πραγ­μα­τι­κά ὡ­ραῖ­ο πορ­τρέ­το μέ ἔν­το­νη ἐκ­φρα­στι­κό­τη­τα. Τό σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­νο ἀ­πό τίς ἐρ­γα­σί­ες το­πο­θέ­τη­σης τοῦ νέ­ου τέμ­πλου πε­ρί τό 1860. Οἱ νέ­ες εἰ­κό­νες τοῦ τέμ­πλου χρο­νο­λο­γοῦν­ται πε­ρί τό 1840 μέ 1860, ἐ­νῶ οἱ πα­λαι­ό­τε­ρες πού φυ­λάσ­σον­ται στήν ἐ­νο­ρί­α τοῦ Βερ­τί­σκου χρο­νο­λο­γοῦν­ται ἀ­πό τό 1600 καί με­τά (εἰκ. 14). Δύο σπαράγματα εἰκόνων ἀπό τό πρῶτο τέμπλο, πού βρίσκεται στό Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, σαφῶς ἀνήκουν στό α΄μισό τοῦ 17ου αἰώνα.

Εἰκ. 13. Ὁ νότιος τοῖχος.

Ἀν­τί­θε­τα στίς μορ­φές πού συ­ναν­τᾶ­με κά­ποι­α σκλη­ρό­τη­τα στά φω­τί­σμα­τα τῶν ἐν­δυ­μά­των, πα­ρα­τη­ροῦ­με καί κά­ποι­α δι­α­φο­ρά στά πρό­σω­πα, ὅ­που ἐμ­φα­νί­ζουν πλα­τύ­τε­ρα σαρ­κώ­μα­τα.

EIKONES0019 EIKONES0021 EIKONES0020

Καί ὁ μέν χρω­στή­ρας πού ἱ­στό­ρη­σε τίς μορ­φές τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν Ἁ­γί­ων πού προ­α­να­φέ­ρα­με καί τούς Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς κόγ­χης θά πρέ­πει νά ἦ­ταν ὁ χρω­στή­ρας τοῦ δα­σκά­λου τοῦ συ­νερ­γεί­ου. Ἔτ­σι μό­νο μπο­ρεῖ νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ἡ τε­λει­ό­τη­τα στό σχέ­δι­ο, τό ἁρ­μο­νι­κό πλά­σι­μο τῶν χρω­μά­των, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ἡ τέ­λει­α ἀ­πό­δο­ση τῶν προ­σω­πο­γρα­φι­κῶν στοι­χε­ί­ων τοῦ κά­θε Ἁ­γί­ου. Ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα ὁ πρω­το­μά­στο­ρας τῆς συ­νο­δε­ί­ας τῶν ἁ­γι­ο­γρά­φων, εἶ­χε τήν τέ­λει­α γνώ­ση τοῦ σχε­δί­ου, πράγ­μα πού τόν βο­η­θᾶ στήν σω­στή καί σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρά­δο­ση ἀ­πό­δο­ση τῶν μορ­φῶν.

Εἰκ. 15. Ὁ ἅγιος Χριστόφορος.

Εἰκ. 14. Ἀδιάγνωστος Ἅγιος.

Εἰκ. 16. Ὁ ἅγιος Μερκούριος.

Αὐ­τό πού ἐ­πί­σης δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ αἰ­σθη­τά τόν χρω­στή­ρα τοῦ πρω­το­μά­στο­ρα, εἶ­ναι ἡ με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α πού τόν δι­α­κρί­νει ὄ­χι μό­νο στά γρα­ψί­μα­τα τῶν μορ­φῶν, ἀλ­λά καί τῶν ἐν­δυ­μά­των, κυ­ρί­ως δέ στήν σχε­δί­α­ση τῶν πα­νο­πλι­ῶν καί τῶν ἐ­ξαρ­τη­μά­των τῶν στο­λῶν τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν Ἁ­γί­ων (εἰκ. 15).

Θά τολ­μο­ύ­σα­με νά ποῦ­με πώς καί χω­ρίς ἐ­πι­γρα­φή ἄν ἄ­φη­νε τά ἔρ­γα του, θά μπο­ρο­ύ­σα­με νά γνω­ρί­σου­με τούς εἰ­κο­νι­ζό­με­νους Ἁ­γί­ους. Ἁ­πτή ἀ­πό­δει­ξη τῶν ἀ­νω­τέ­ρω εἶ­ναι μιά προ­σε­κτι­κή με­λέ­τη τῶν μορ­φῶν τῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν στήν κόγ­χη τοῦ Βή­μα­τος. Οἱ κα­λο­σχε­δι­α­σμέ­νες μορ­φές τῶν Πα­τέ­ρων δέν ἀ­φή­νουν κα­μιά ἀ­πο­ρί­α γιά τήν ταυ­τό­τη­τά τους.

EIKONES0022

Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού ὁ τε­χνί­της ξε­περ­νᾶ τόν ἑ­αυ­τό του, εἶ­ναι οἱ μορ­φές τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν Ἁ­γί­ων καί κυ­ρί­ως τῶν ἁ­γί­ων Μερ­κου­ρί­ου, Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Πέρ­σου, Χρι­στο­φό­ρου, Νέ­στο­ρος ἀλ­λά καί τό πορ­τραῖ­το τῆς ἁ­γί­ας Κυ­ρι­α­κῆς (εἰκ. 16).

Εἰκ. 17. Ἡ ἁγία Κυριακή.

Τε­λει­ό­τη­τα στό σχέ­δι­ο, κα­τα­πλη­κτι­κό πλά­σι­μο προ­πλα­σμῶν καί σαρ­κω­μά­των, κα­λο­βαλ­μέ­νες ψι­μι­θι­ές πού φω­τα­γω­γοῦν τά πρό­σω­πα, χει­ρα­φέ­τη­ση ἀ­πό ἄλ­λους μα­στό­ρους, πρᾶγ­μα πού φα­ί­νε­ται στήν ἀ­πό­δο­ση τῶν πα­νο­πλι­ῶν, ἀλ­λά καί τῶν κα­λυμ­μά­των τῆς κε­φα­λῆς τῶν ἁ­γί­ων Μερ­κου­ρί­ου καί Ἰ­α­κώ­βου τοῦ Πέρ­σου, μα­τι­ές εἰ­ρη­νι­κές πού ἔ­χουν ἄ­με­ση ἐ­πί­δρα­ση στόν πι­στό προ­σκυ­νη­τή.

Ἡ μορφή τῆς ἁ­γί­ας Κυ­ρι­α­κῆς ἔρ­χε­ται νά συμ­πλη­ρώ­σει τά πα­ρα­πά­νω καί νά ἀ­πο­δεί­ξει τήν καλ­λι­τε­χνι­κή δύ­να­μη τοῦ πρω­το­μά­στο­ρα (εἰκ. 17).

Ἕ­να πορ­τραῖ­το δεῖγ­μα ἑ­νός πνευ­μα­το­κί­νη­του ρε­α­λι­σμοῦ, πού κι­νεῖ­ται μέ­σα στά ὅ­ρι­α τῆς πα­ρά­δο­σης καί τῆς θε­ο­λο­γί­ας τῆς Εἰ­κό­νας.

Ἐ­κεῖ πού ἴ­σως ὁ δά­σκα­λος τῆς συ­νο­δε­ί­ας τῶν ζω­γρά­φων εἶ­χε λι­γό­τε­ρη συμ­με­το­χή εἶ­ναι οἱ πα­ρα­στά­σεις τοῦ δω­δε­κα­όρ­του.

Ἀρ­κε­τές ἀ­δυ­να­μί­ες στό σχέ­δι­ο πα­ρα­τη­ροῦ­με στό Μυ­στι­κό Δεῖ­πνο, στήν ἀ­πό­δο­ση τῶν μορ­φῶν, ἀλ­λά καί τῶν χε­ρι­ῶν τῶν Ἀ­πο­στό­λων ὅ­που τά σαρ­κώ­μα­τα το­πο­θε­τοῦν­ται χω­ρίς πο­λύ μα­στο­ριά (εἰκ. 18).

Μιά δυ­σα­να­λο­γί­α στά σώ­μα­τα ἐμ­φα­νί­ζε­ται στήν Στα­ύ­ρω­ση, ὅ­που ἡ ἀ­να­λο­γί­α κε­φα­λῆς καί σώ­μα­τος εἶ­ναι 1 πρός 6, ἐ­νῶ στο­ύς ἄλ­λους Ἁ­γί­ους κι­νεῖ­ται στή φυ­σι­ο­λο­γι­κή κλί­μα­κα τοῦ 1 πρός 8.

Ἡ ἴ­δι­α δυ­σα­να­λο­γί­α ἐμ­φα­νί­ζε­ται καί στήν προ­δο­σί­α κα­θώς καί στήν ἀ­πό­νι­ψη τοῦ Πι­λά­του, ἀλ­λά σέ κλί­μα­κα τοῦ 1 πρός 6 1/2 καί 1 πρός 7.

Στήν πτυ­χο­λο­γί­α γε­νι­κά θά πα­ρα­τη­ρο­ύ­σα­με τή σπου­δή γιά τήν ἀ­λάν­θα­στη ἀ­πό­δο­ση μέ τή φω­το­σκί­α­ση τῆς δο­μῆς, τοῦ ὄγ­κου, τῆς δι­αρ­θρώ­σε­ως καί τῆς κι­νή­σε­ως τῶν σω­μά­των. Τό σκι­ε­ρό βά­θος τῆς πτυ­χῆς ἀ­πο­δί­δε­ται μέ πλα­τιά γραμ­μή σέ βα­θύ­τε­ρο τό­νο τοῦ το­πι­κοῦ χρώ­μα­τος τοῦ ὑ­φά­σμα­τος, ἐ­νῶ ἡ φω­τει­νή ἀ­κμή τῆς πτυ­χῆς δη­λώ­νε­ται μέ λε­πτή γραμ­μή ὑ­πό­λευ­κη ἤ λευ­κή.

Μ᾽ αὐ­τό δέν θέ­λου­με νά ἀ­πο­δε­ί­ξου­με ὅ­τι ὁ τε­χνί­της μας μέ τήν σο­φή πτυ­χο­λο­γί­α του ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται σέ με­λε­τη­τή τοῦ ἀν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος, ἀλ­λά ὅ­τι εἶ­ναι με­λε­τη­τής τῆς τέ­χνης τῶν πα­λι­ῶν δα­σκά­λων, πού ἡ σω­στή πτυ­χο­λο­γί­α εἶ­ναι δι­κή τους κα­τά­κτη­ση.

EIKONES0023

Τό προ­σω­πι­κό κα­τόρ­θω­μα τοῦ καλ­λι­τέ­χνη μας εἶ­ναι ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α καί ἡ γνώ­ση αὐ­τῆς τῆς τε­χνι­κῆς με­θό­δου, ὥ­στε ἡ ἐ­φαρ­μο­γή της νά μήν γί­νε­ται μέ μη­χα­νι­κό τρό­πο πού ὁ­δη­γεῖ σέ σφάλ­μα­τα. Πρᾶγ­μα πού φα­ί­νε­ται πώς δέν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἀ­κό­μη οἱ βο­η­θοί καί μα­θη­τές τοῦ ἀ­νώ­νυ­μου πρω­το­μά­στο­ρα.

 

­ EIKONES0024

Πα­ρα­τη­ρών­τας τούς ἄλ­λους εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νους, βλέ­που­με πώς ὁρι­σμέ­νοι Ἅ­γι­οι δέχ­τη­καν κά­ποι­α ἐ­πι­ζω­γρά­φη­ση κα­τά τά τέ­λη τοῦ 18ου αἰ­ώ­να.

Εἰκ. 18. Ὁ Μυστικός Δεῖπνος.

Ὁ Να­ός εἶ­χε ἀρ­κε­τή ὑ­γρα­σί­α, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἄλ­λες πα­ρα­στά­σεις νά κα­τα­στρα­φοῦν τε­λε­ί­ως κι ἄλ­λες νά ὑ­πο­στοῦν σο­βα­ρές ζη­μι­ές. Ἕ­να μέ­ρος αὐ­τῶν τῶν πα­ρα­στά­σε­ων καί δι­α­κο­σμή­σε­ων, ἦ­ταν ἡ χα­μη­λό­τε­ρη ζώ­νη, ἡ πο­διά, ἡ ὁ­πο­ί­α σώ­ζε­ται μό­νο σέ ἐ­λά­χι­στα τμή­μα­τα στό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα.

Πα­ρό­μοι­α σχη­μα­τι­κή κά­λυ­ψη τοῦ χώ­ρου αὐ­τοῦ μέ τήν ἴ­δι­α ὀ­φι­ο­ει­δή γραμ­μή, συ­ναν­τᾶ­μαι στόν Ναό Κοι­μή­σε­ως Θε­ο­τό­κου Γαρ­δι­κί­ου τῆς Μεσ­ση­νί­ας,[71] (μνη­μεῖ­ο τοῦ τέ­λους τοῦ 16ου αἰ­ώ­να), κα­θώς καί στή Σταυ­ρο­νι­κή­τα στό χῶ­ρο της Λι­τῆς, ὅ­πως καί στό Πα­ρεκ­κλή­σι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Προ­δρό­μου τῆς ἴ­δι­ας Μο­νῆς, στόν βό­ρει­ο τοῖ­χο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ, ἀλ­λά καί σέ πολ­λά ἄλ­λα μνη­μεῖ­α τῆς ἴ­δι­ας πε­ρι­ό­δου.[72]

EIKONES0025

Κά­τω ἀ­πό τήν Πρό­θε­ση ὑ­πάρ­χει ζω­γρα­φι­σμέ­νη πο­διά μέ χον­δρές κόκ­κι­νες γραμ­μές σέ ἀ­πο­μί­μη­ση ὑ­φά­σμα­τος. Ἄλ­λες κα­θα­ρά δι­α­κο­σμη­τι­κές πα­ρα­στά­σεις συ­ναν­τᾶ­με στή ψη­λό­τε­ρη ζώ­νη τοῦ Δω­δεκα­όρ­του ὅ­που ἀ­νά δύ­ο θέ­μα­τα πα­ρεμ­βάλ­λε­ται μί­α λω­ρί­δα 40 πε­ρί­που ἑ­κα­το­στῶν, μέ ἀρ­κε­τά ἔν­τε­χνο ἀν­θι­κό σχέ­δι­ο σέ δι­χρω­μί­α. (εἰκ. 19)

Εἰκ. 19. Διακοσμητική παράσταση.

Ἐ­κεῖ πού ὡ­ραι­ό­τε­ρα δι­α­κο­σμεῖ­ται ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι ἡ Λάρ­να­κα, μέ­σα ἀπ᾽ τήν ὁ­πο­ί­α προ­βάλ­λει ὁ Χρι­στός τῆς Ἀ­πο­κα­θη­λώ­σε­ως στήν Πρό­θε­ση, ἀλλά καί στόν πεσσό στήριξης τῆς ἁγίας Τράπεζας.

Ὑ­πάρ­χει μί­α στε­νή λω­ρί­δα μέ ὡ­ραῖ­ο λε­πτό κέν­τη­μα, καί τήν ὑ­πό­λοι­πη ἐ­πι­φά­νει­α κα­λύ­πτει κε­φα­λή λέ­ον­τος ἀ­πό τό στό­μα τοῦ ὁ­πο­ί­ου ξε­προ­βάλ­λουν κλω­νά­ρι­α πού συμ­πλέ­κον­ται με­τα­ξύ τους (εἰκ. 20).

Εἰκ. 20. Διακοσμητική παράσταση.

Ἀ­κό­μα πά­νω ἀ­πό τό νι­πτή­ρα ὑ­πάρ­χει ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἕ­να ἀν­θο­δο­χεῖ­ο ἀπ᾽ τό ὁ­ποῖ­ο ξε­πη­δοῦν ἐ­πί­σης φυ­τά καί κλῶ­νοι.

Ὡς πρός τίς ἐ­πι­γρα­φές τῶν εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νων Ἁ­γί­ων καί τῶν λει­τουρ­γι­κῶν εἰ­λη­τα­ρί­ων, μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με τόν ἴ­δι­ο γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα μέ ἀρ­κε­τές ἀ­νορ­θο­γρα­φί­ες τοῦ τύ­που: «ΟΥ­ΔΗΣ Α­ΞΗ­ΟΣ.­.­.­», «Ο­ΠΟΣ Η­ΠΟ ΤΟΥ ΚΡΑ­ΤΟΥΣ ΣΟΥ.­.­.­». «ΠΑ­ΛΙΝ Κ(ΑΙ) ΠΟ­ΛΑ­ΚΟΙΣ ΣΗ ΠΡΟ­ΣΠΟΙ­ΠΤΟ (ΜΕΝ)­». «Ο­ΤΗ ΣΕ ΑΙ­ΝΟΥ­ΣΟΙ ΠΑ­ΣΕ Ε ΔΥ­ΝΑ­ΜΗΣ» κα­θώς καί στήν ἀ­πό­δο­ση τῶν ὀ­νο­μά­των δι­α­βά­ζου­με: «Ο Α­ΓΙ­ΟΣ Ι­Α­ΚΟ­ΒΟΣ»­,«Ο Α­ΓΙ­ΟΣ ΘΕ­Ο­ΔΟ­ΡΟΣ»­,«Ο Α­ΓΙ­ΟΣ ΧΡΙ­ΣΤΩ­Φό­ΡΟΣ»­,«Ο Α­ΓΙ­ΟΣ ΠΡΟ­ΚΟ­ΠΗ­ΟΣ»­,«Ο Α­ΓΙ­ΟΣ ΤΡΗ­ΦΩΝ», κ. ἄ.

Κά­ποι­α δι­α­φο­ρά στό γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μό­νο στο­ύς Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς κόγ­χης τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, ὅ­που τό καλ­λι- γρα­φι­κό στοι­χεῖ­ο ἀ­το­νεῖ.

Ὁ δι­ά­κο­σμος τοῦ Να­οῦ τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου Χω­ρο­ύ­δας, φα­νέ­ρω­νει τίς καλ­λι­τε­χνι­κές ἀ­ρε­τές τοῦ ἀ­νώ­νυ­μου ζω­γρά­φου· ἡ πλα­στι­κό­τη­τα, ἡ ζων­τά­νι­α, οἱ ἤ­ρε­μοι χρω­μα­τι­κοί τό­νοι, ἡ ρε­α­λι­στι­κή κί­νη­ση τῶν σω­μά­των, τε­κμη­ρι­ώ­νουν τό συμ­πέ­ρα­σμα πώς πρό­κει­ται γιά τε­χνί­τη φτα­σμέ­νο. Δέ­χε­ται ἐ­πι­δρά­σεις ἀ­πό, πολ­λο­ύς, ἀλ­λά ἔ­χει καί τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά ἀ­φο­μοι­ώ­νει καί νά δη­μι­ουρ­γεῖ ἔρ­γα πού φέ­ρουν τήν σφρα­γί­δα του. Τό εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό του πρό­γραμ­μα λι­τό, πε­ρι­ε­κτι­κό ἀλ­λά δι­δα­κτι­κό, ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τόν λαό τοῦ Θε­οῦ, γι­α­τί καί τούς ἀ­γράμ­μα­τους δι­δά­σκει ἀλ­λά καί τούς ἐ­κλε­κτι­κο­ύς ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζει.

  1. . Γιά πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. Κα­λο­κυ­ρη Κ., Ἄ­θως – Θέ­μα­τα Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας καί Τέ­χνης, ἐκδ.
    Α­ΣΤΗΡ, Ἀ­θή­να 1963, σ. 2- 45.
  2. . Τύ­πος Ε´ κα­τά Ξυγ­γό­που­λο (Ὑ­πα­παντή Ε.Ε.Β.Σ., ΣΤ´(Ι­9­29), σελ. 328 κ.ἑ..
  3. . Χατ­ζη­δα­κη, «Εἰ­κό­νες τῆς Πά­τμου», πίν. 202, ἔκδ. Ἐ­θνι­κῆς Τρά­πε­ζας Ἑλ­λά­δος, 1977.
  4. . Α­χει­μα­στου – Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, Ἀ­θή­να 1983, σ. 58, εἰκ. 33.
  5. . M­i­l­l­et-F­r­o­l­ow Ι­Ι­Ι, πίν. 118, 2.
  6. . Πε­λε­κα­νί­δης Στ´. «Κα­στο­ριά», πίν. 187, α-β.
  7. . Νε­r­ε­ζι, «ΒΥ­ΖΑΝ­ΤΙ­N­I­S­C­HE F­R­Ε­S­ΚΕΝ ΙΝ J­U­G­O­S­L­A­V­I­ΕΝ», εἰκ. Ι.
  8. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, Ἀ­θή­να 1983, σ. 99.
  9. . B­o­i­s­l­av J. D­u­r­ic, V­S­O­P­O­C­A­NI, B­E­O­G­R­AD, 1963, εἰκ. 137.
  10. . Ἑ­σπε­ρι­νός 26ης Ἰ­ου­λί­ου.
  11. . Δι­ο­νυ­σι­ου εκ Φουρ­να, «Ἑρ­μη­νε­ί­α», σ. 104.
  12. . Τρο­πά­ρι­ο Ζ´ ὠ­δῆς Με­γά­λης Τε­τάρ­της.
  13. . Κά­θι­σμα Ἦ­χος α´ Με­γά­λης Πέμ­πτης.
  14. . C­η­ατ­ζi­d­α­κιs, F­R­U­Η­Ε Ι­ΚΟ­ΝΕΝ, εἰκ. 88.
  15. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, «Μο­νή τῶν Φι­λαν­θρω­πι­νῶν» εἰκ. 48 β.)
  16. . Πε­λε­κα­νι­δης Στ´ Κα­στο­ριά, πίν. 218 β.) καί Γου­να­ρης Γ. Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων καί τῆς Πα­να­γί­ας Ρα­σι­ώ­τισ­σας, σ. 121, πίν. 27 β.
  17. . Κα­λο­κυ­ρη K., «Ἄ­θως», πίν. I­II, 27, 28 α καί 29.
  18. . Ἰ­ω­άν., κεφ. 18, στ. 3-8.
  19. . Στί­χος τοῦ οἴ­κου εἰς τήν προ­δο­σί­αν. Ὄρ­θρος Με­γά­λης Πέμ­πτης.
  20. . γ´ τρο­πά­ρι­ο Αἴ­νων Ὄρ­θρου Με­γά­λης Πέμ­πτης.
  21. . Δι­ο­νυ­σι­ου, «Ἑρ­μη­νε­ί­α», σ. 104.
  22. . Ξυγ­γο­που­λος, «Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ὀρ­φα­νοῦ», εἰκ. 43.
  23. . Πε­λε­κα­νι­δη, «Κα­στο­ριά», πίν. 123 α.
  24. . M­i­l­l­et, «A­T­H­ΟS», πίν. 126, 2.
  25. . C­v­ε­τo­ζα Ρα­d­οj- C­ic, M­i­l­e­s­e­va, ΒΕ­Ο­G­R­ΑD, Ι­9­67, σ. 85, εἰκ. 15.
  26. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, εἰκ. 53 α.
  27. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, σ. 81.
  28. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, σ. 89, πίν. 57α.
  29. . O T­a­f­r­a­li, M­O­N­U­M­E­N­TS B­Y­Z­A­N­T­I­N­ES DE C­U­R­T­EA DE A­R­G­ES, P­A­R­IS 1931, πίν. LI, I.
  30. . M­O­N­U­M­E­N­T­E­L­OR R­E­P­E­N­T­O­R­I­UL, SI O­B­I­E­C­T­E­L­OR DE A­R­TA D­IN T­I­M­P­UL L­UI S­T­E­F­AN C­EL M­A­RE, 1958, εἰκ. 39.
  31. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, σ. 98.
  32. . Χατ­ζη­δα­κης Μ., «Ὁ κρη­τι­κός ζω­γρά­φος Θε­ο­φά­νης», φωτ. 164.
  33. . M­i­l­l­i­et-F­r­o­l­an I, πίν. 57,1.
  34. . D­u­r­ic, «B­Y­Z­A­N­T­I­N­I­S­C­HE F­R­E­S­K­EN IN Y­U­G­O­S­L­A­V­IA», H­I­R­M­ER, M­U­N­S­EN 1976,­», σ. 55-57.
  35. . Μουτ­σο­που­λου Ν., «Κα­στο­ρι­ά – Πα­να­γί­α ἡ Μαυ­ρι­ώ­τισ­σα», εἰκ. 6.
  36. . M­i­l­k­o­v­ic-P­e­r­ek, «L᾽ O­E­U­V­RE D­ES P­E­I­N­T­R­ES M­I­C­H­EL ET EU T­U­CH», S­K­O­R­IE 1967, σ. 161.
  37. . D­e­l­e­h­a­ye, «S­Y­N­A­X­A­R­I­UM», σ. 259. Πί­να­κας 33. Ὁ ἅ­γι­ος Μερ­κο­ύ­ρι­ος, λε­πτο­μέ­ρει­α.
  38. . D­e­l­e­h­a­ye, «S­Y­N­A­X­A­R­I­UM», σ. 258.
  39. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, εἰκ. 65.
  40. . Μουτ­σο­που­λου Ν., «Κα­στο­ρι­ά – Πα­να­γί­α ἡ Μαυ­ρι­ώ­τισ­σα», εἰκ. 6.
  41. . Πε­λε­κα­νι­δης, «Κα­στο­ριά», εἰκ. 166 β.
  42. . Λιβα Ξαν­θακη, Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες τῆς Μο­νῆς Ντί­λι­ου, εἰκ. 45.
  43. . Χατ­ζη­δα­κης, Μ., «ΤΗ­Ε­Ο­ΡΗ­Α­ΝΕS», εἰκ. 4.
  44. . M­i­l­l­et, «A­T­H­ΟS», πίν. 158,3.
  45. . Κα­λο­κυ­ρη Κ., Ἄ­θως, εἰκ. VI.
  46. . Δι­ο­νυ­σι­ου, «Ἑρ­μη­νε­ί­α», σ. 157, 200, 295.
  47. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, σ. 106.
  48. . Γού­να­ρη Γ., «Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων καί Πα­να­γί­ας Ρα­σι­ώ­τισ­σας», σ. 149, πίν. 40β.
  49. . M­i­l­l­et, «A­T­H­ΟS», πίν. 49,2.
  50. . M­i­l­l­et, «A­T­H­ΟS», πίν. 74,3.
  51. . Ξυγ­γο­που­λος, «Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Ὀρ­φα­νοῦ», εἰκ. 139.
  52. . Χατ­ζη­δα­κης Μ., «Ὁ κρη­τι­κός ζω­γρά­φος Θε­ο­φά­νης», φωτ. 167.
  53. . Γού­να­ρης Γ.­,«Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων καί Πα­να­γί­ας Ρα­σι­ώ­τισ­σας», σ. 149, πίν. 41α.
  54. . D­u­r­ic, «B­Y­Z­A­N­T­I­N­I­S­C­HE F­R­E­S­K­EN IN Y­U­G­O­S­L­A­V­IA», H­I­R­M­ER, M­U­N­S­EN 1976, σ. 93.
  55. . Δι­ο­νυ­σι­ου, «Ἑρ­μη­νε­ί­α», σ. 238.
  56. . M­i­l­k­o­v­ic-P­e­r­ek, «L᾽ O­E­U­V­RE D­ES P­E­I­N­T­R­ES M­I­C­H­EL ET E­U­T­U­CH », εἰκ. 1.
  57. . M­i­l­l­et, «A­T­H­ΟS», εἰκ. 48,1 καί 74,4.
  58. . M­i­l­l­et, «M­I­S­T­RA», πίν. 131, 1.
  59. . Πε­λε­κα­νι­δη, «Κα­στο­ριά», πίν. 152 α.
  60. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, σ. 13.
  61. . Χατ­ζη­δα­κης Μ., «Ὁ κρη­τι­κός ζω­γρά­φος Θε­ο­φά­νης», εἰκ. 151.
  62. . Ου­σπέν­σκυ Λ., «Εἰ­κό­να», μτφ. Κόν­το­γλου, Ἀ­στήρ 1952, σ. 51.
  63. . Γερ­μα­νου Κων­σταν­τι­νου­πο­λε­ως, P.G, 98, 1720.
  64. . Εὐ­χή θε­ί­ας λει­τουρ­γί­ας.
  65. . Βλ. σχετ. Κα­λο­κυ­ρη Κ, Ἡ οὐ­σί­α τῆς ὀρ­θο­δό­ξου ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας, Ἀ­θή­να 1960, σ. 18. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι οἱ ζω­γρά­φοι ἦ­ταν Με­λε­νι­κι­ῶ­τες, δι­α­σώ­θη­κε στήν προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση τῶν κα­το­ί­κων τῆς Χω­ρο­ύ­δας καί στίς μνῆ­μες πού ἔ­φε­ραν ἀ­πό το­ύς προ­γό­νους τους πε­ρί τοῦ Να­οῦ τους.
  66. . Βλ. σχετ. Κα­λο­κυ­ρη Κ, Ἡ οὐ­σί­α τῆς ὀρ­θο­δό­ξου ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας, Ἀ­θή­να 1960, σ. 20. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι οἱ ζω­γρά­φοι ἦ­ταν Με­λε­νι­κι­ῶ­τες, δι­α­σώ­θη­κε στήν προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση τῶν κα­το­ί­κων τῆς Χω­ρο­ύ­δας καί στίς μνῆ­μες πού ἔ­φε­ραν ἀ­πό το­ύς προ­γό­νους τους πε­ρί τοῦ Να­οῦ τους.
  67. . Βλ. σχετ. Κα­λο­κυ­ρη Κ, Ἡ οὐ­σί­α τῆς ὀρ­θο­δό­ξου ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας, Ἀ­θή­να 1960, σ. 34. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι οἱ ζω­γρά­φοι ἦ­ταν Με­λε­νι­κι­ῶ­τες, δι­α­σώ­θη­κε στήν προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση τῶν κα­το­ί­κων τῆς Χω­ρο­ύ­δας καί στίς μνῆ­μες πού ἔ­φε­ραν ἀ­πό το­ύς προ­γό­νους τους πε­ρί τοῦ Να­οῦ τους.
  68. . Ἡ γι­ορτή τοῦ ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος ἦ­ταν δύ­σκο­λο νά τι­μη­θεῖ μέ­σα στόν χει­μώ­να (12 Δε­κεμ­βρί­ου) ἀ­πό το­ύς ποι­μέ­νες – κα­το­ί­κους τῆς Χω­ρο­ύ­δας, ἡ ἀλ­λα­γή πι­θα­νόν τοῦ τι­μω­μέ­νου Ἁ­γί­ου μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου, ἄν καί συμ­πί­πτει πά­λι μέ τόν χει­μώ­να, το­ύς δι­ευ­κό­λυ­νε ὡς πρός τό γε­γο­νός ὅ­τι μπο­ροῦ­σαν νά γι­ορ­τά­ζουν τόν Ἅ­γιό τους τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­να­κο­μι­δῆς τοῦ λει­ψά­νου του στίς 2 Μα­ΐ­ου.
  69. . Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ἡ κα­τα­στρο­φή κυ­ρί­ως συν­τε­λέ­στη­κε ἀ­πό τήν ὑ­γρα­σί­α καί τίς ἐρ­γα­σί­ες το­πο­θέ­τη­σης τοῦ νέ­ου τέμ­πλου.
  70. . Χατ­ζη­δα­κη Μ., Ὁ Κρη­τι­κός ζω­γρά­φος Θε­ο­φά­νης, ἐκδ. Ι. Μ. Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Α­ΓΙ­ΟΝ Ο­ΡΟΣ 1986, εἰκ. 75-77.
  71. . Κα­λο­κύ­ρη Κ., «Βυ­ζαν­τι­ναί Ἐκ­κλη­σί­αι Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Μεσ­ση­νί­ας», σ. l­65, εἰκ. 132.
  72. . Χατ­ζη­δα­κη Μ., Ὁ Κρη­τι­κός ζω­γρά­φος Θε­ο­φά­νης, ἐκδ. Ι. Μ. Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Α­ΓΙ­ΟΝ Ο­ΡΟΣ 1986, σ. 222.