Trifontsompanis-lagadas.gr

Στον Αϊ Θανάση της Χωρούδας A1

 

Τρύφων Τσομπάνης                                                             Αθανάσιος Κατσιγκάς

Επικουρος Καθηγητης ΑΠΘ                                     πρωτοππρεσβύτερος  Mr Θεολογίας

Ο ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΑΟΣ

ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥΔΑΣ

ΧΩΡΟΥΔΑ 2014

Ἀ­ξί­ζουν πολ­λά συγ­χα­ρη­τή­ρι­α καί εὔ­ση­μα σέ ὅ­λους τούς Χω­ρου­δι­α­νούς καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στόν Πο­λι­τι­στι­κό Σύλ­λο­γο γι­ά τόν ἀ­γώ­να καί τήν προ­σπά­θει­α πού κα­τα­βάλ­λουν ἐ­δῶ καί χρό­νι­α, προ­κει­μέ­νου νά δι­α­τη­ρή­σουν ζων­τα­νή τήν ἱ­στο­ρί­α καί τήν πα­ρά­δο­ση τοῦ οἰ­κι­σμοῦ, ἀλ­λά πα­ράλ­λη­λα νά κρα­τή­σουν ὑ­ψη­λά καί τό θρη­σκευ­τι­κό ὀρ­θό­δο­ξο φρό­νη­μα πού πη­γά­ζει ἀπό τόν ἱ­στο­ρι­κό αὐ­τό Να­ό, τόν ὁ­ποῖ­ο προ­σπα­θοῦν νά προ­βάλ­λουν καί νά δι­α­φυ­λά­ξουν, ὡς κό­ρη ὀ­φθαλ­μοῦ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Στό διάβα τῶν καιρῶν

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: Ὁ μεταβυζαντινός Ναός ἁγίου Ἀθανασίου

1. Ὁ Ναός

2. Οἱ τοιχογραφίες

3. Ὁ νότιος τοῖχος

4. Ὁ βόρειος τοῖχος

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ: Αἰσθητική θεώρηση τοῦ ζωγραφικοῦ διακόσμου

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ: Καταγραφή τῶν φορητῶν Εἰκόνων

ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ: Ἡ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου

ΕΚΤΟ ΜΕΡΟΣ: Λειτουργικές ἐμπειρίες

Α) Παπαδιαμάντικες Ἐμπειρίες στόν Ἀι-Θανάση τῆς Χωρούδας

Β) 2012. Ἀνάσταση στήν ὄμορφη καί γραφική Χωρούδα

ΕΒΔΟΜΟ ΜΕΡΟΣ: Καρτέλες φωτογραφιῶν 9ης Ἐφορίας Βυζαντινῶν Ἀρχαιο­τήτων

ΟΓΔΟΟ ΜΕΡΟΣ: Φάσεις ἐργασιῶν ἀποκατάστασης

1. Ἐργασίες Ἀποκατάστασης τῆς στέγης

2. Φωτογραφικό ὑλικό ἐργασιῶν ἀποκατάστασης τῆς στέγης

3. Ἐργασίες Ἀποκατάστασης ἁγίας Τραπέζης

4. Ἐργασίες Ἀπεντόμωσης

ΕΝΑΤΟ ΜΕΡΟΣ : Πηγές – Βοηθήματα

Ο Αγιος Αθανάσιος Ο Μέγας

̔O ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος γεν­νή­θη­κε κα­τά τό ἔ­τος 295 μ.Χ. στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α ἀ­πό Χρι­στι­α­νο­ύς γο­νεῖς. Ἔ­τυ­χε ἐ­πι­με­λη­μέ­νης ἐκ­παι­δε­ύ­σε­ως φι­λο­σο­φι­κῆς καί θε­ο­λο­γι­κῆς. Κα­τά τήν νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α συν­δέ­θη­κε μέ τόν Μέ­γα Ἀν­τώ­νι­ο καί ἀ­σκή­τευ­σε μα­ζί του στήν ἔ­ρη­μο.

Στήν ἀρχή χει­ρο­θε­τή­θη­κε ἀ­να­γνώ­στης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρείας καί τό 318 μ.Χ. ἦ­ταν ἤ­δη Δι­ά­κο­νος. Τό ἔ­τος 325 μ.Χ. συ­νο­δε­ύ­ει τόν γέ­ρον­τα Πα­τριάρ-χη Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας Ἀ­λέ­ξαν­δρο στήν Νί­και­α, ὅ­που συγ­κλή­θη­κε ἡ Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­ν­ο­δος, «τοῦ χο­ροῦ τῶν δι­α­κό­νων ἡ­γο­ύ­με­νος». Ἐ­κεῖ, χά­ρη στήν μόρ­φω­σή του καί μά­λι­στα στήν θερ­μουρ­γό καί ἀ­κλό­νη­τη πί­στη του, ἀ­να­δε­ί­χθη­κε ἕ­νας ἀ­πό το­ύς θαρ­ρα­λέ­ους ἀ­γω­νι­στές κα­τά τῆς αἱ­ρέ­σε­ως τοῦ Ἀ­ρε­ί­ου. Μά­λι­στα δέ, ὅ­πως ἀ­πο­φάν­θη­κε ἡ ἐν Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ᾳ Σύ­νο­δος τοῦ 399 μ.Χ., κυ­ρί­ως ὁ Ἀ­θα­νά­σι­ος «τὴν νό­σον τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ ἔ­στη­σεν». Κα­νέ­νας, ἴ­σως, ἄλ­λος ἀ­πό το­ύς Πα­τέ­ρες καί Δι­δα­σκά­λους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τῆς πε­ρι­ό­δου ἐ­κε­ί­νης, δέν ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τό­σο σπου­δαῖ­α ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά καί θε­με­λι­ώ­δη προ­βλή­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως ἦ­ταν τά πε­ρί Θε­οῦ, κό­σμου, ἀν­θρώ­που, δη­μι­ουρ­γί­ας, τρι­α­δο­λο­γί­ας, ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, σω­τη­ρί­ας, χρι­στο­λο­γί­ας, πνευ­μα­το­λο­γί­ας, Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου κ.ἄ.

Ἡ φή­μη τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ου ἑ­δραι­ώ­θη­κε τό­σο πο­λύ κα­τά τήν Σύ­νο­δο τῆς Νί­και­ας, ὥ­στε με­τά ἀ­πό λί­γο, ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ γέ­ρον­τας Πα­τρι­άρ­χης Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας Ἀ­λέ­ξαν­δρος († 17 Ἀ­πρι­λί­ου 328 μ.Χ.­), ἐ­ξε­λέ­γη Ἐ­πί­σκο­πος Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας πι­θα­νό­τα­τα τόν ἴ­δι­ο χρό­νο.

Ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος, κα­τά τά 46 ἔ­τη τῆς ἀρ­χι­ε­ρα­τε­ί­ας του, ὑ­πῆρ­ξε ὁ στύ­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ὁ κα­τ’ ἐ­ξο­χήν Πα­τήρ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Με­ρί­μνη­σε δρα­στή­ρι­α γιά τήν ὀρ­γά­νω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας του. Πε­ρι­η­γο­ύ­με­νος τήν ἐ­παρ­χί­α του, με­τέ­βη στήν Θη­βα­ΐ­δα, τήν Πεν­τά­πο­λη, τήν Κά­τω Αἴ­γυ­πτο γιά νά δεῖ ἀ­πό κοντά τίς ἀ­νάγ­κες τοῦ ποι­μνί­ου του, τό ὁ­ποῖ­ο τόν ὑ­πο­δε­χό­ταν παν­τοῦ μέ ἐν­θου­σι­α­σμό. Ἐγ­κα­θι­στοῦ­σε στίς δι­ά­φο­ρες πό­λεις ἄ­ξι­ους καί ἱ­κα­νο­ύς Ἐ­πι­σκό­πους, με­τα­ξύ τῶν
ὁ­πο­ί­ων καί τόν Ἅ­γι­ο Φρου­μέν­τι­ο († 30 Νο­εμ­βρί­ου), τόν ὁ­ποῖ­ο χει­ρο­τό­νη­σε Ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­ξώ­μης.

Ὅ­μως, οἱ Ἀ­ρει­α­νοί, δη­μι­ο­ύρ­γη­σαν πολ­λές τα­ρα­χές καί ὀ­χλή­σεις στόν Ἅ­γι­ο, τόν ὁ­ποῖ­ο συ­κο­φαν­τοῦ­σαν. Ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­ξο­ρί­στη­κε πέν­τε φο­ρές καί δι­ῆλ­θε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό δε­κα­έ­ξι χρό­νι­α τῆς ἀρ­χι­ε­ρα­τε­ί­ας του στήν ἐ­ξο­ρί­α. Ἐ­σύρ­θη κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη ἀ­πό το­ύς Ἀ­ρει­α­νο­ύς ἐ­νώ­πι­ον Συ­νό­δων καί κα­θαι­ρέ­θη­κε. Κα­τα­δι­ώ­χθη­κε
ἀ­πό αὐ­το­κρά­το­ρες, ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­νεκ­δι­ή­γη­τες τα­λαι­πω­ρί­ες καί στε­ρή­σεις, εἶ­δε πολ­λο­ύς ἀ­πό το­ύς συ­νερ­γά­τες του νά ὑ­πο­κύ­πτουν στίς πι­έ­σεις καί τήν βί­α τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν καί τόν Ἐ­πί­σκο­πο Ρώ­μης Λι­βέ­ρι­ο (352-366 μ.Χ) νά ὑ­πο­γρά­ψει ἀ­ρει­α­νι­κό ὅ­ρο πί­στε­ως, γιά νά ἀ­πο­φύ­γει τήν ἐ­ξο­ρί­α. Ἦλ­θαν στιγ­μές, κα­τά τίς ὁ­ποῖ­ες ὁ χρι­στι­α­νι­κός κό­σμος φαι­νό­ταν ἀν­τί­θε­τος πρός τόν Ἅ­γι­ο, ἀλ­λά αὐ­τός πο­τέ δέν κάμ­φθη­κε καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν γιά τήν ἀ­λή­θει­α.

Ἀ­φορμή γιά τίς δι­ώ­ξεις κα­τά τοῦ Ἁ­γί­ου, ἔ­δω­σε ἡ ἄρ­νη­σή του νά ἀ­πο­κα­τα­στή­σει στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή κοι­νω­νί­α τόν ὑ­πό τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου κα­θαι­ρε­θέν­τα Ἄ­ρει­ο, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σι­α­ζό­ταν ὑ­πο­κρι­τι­κά ὡς ἀ­πο­δε­χό­με­νος τήν Ὀρ­θό­δο­ξη δι­δα­σκα­λί­α. Ὅ­ταν ὁ Ἄ­ρει­ος ἀ­να­κλή­θη­κε ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α ὑ­πέ­βα­λε τό 330 ἤ 331 μ.Χ. ὁ­μο­λο­γί­α πί­στε­ως, στήν ὁ­πο­ί­α ἀ­πέ­φυ­γε ἐ­πι­με­λῶς νά ἀ­να­φέ­ρει τίς ἀ­ρει­α­νι­κές ἐκ­φρά­σεις. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος εἶ­δε τήν ἀ­πά­τη καί τό δό­λο τοῦ Ἀ­ρε­ί­ου καί ἀρ­νή­θη­κε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά νά δε­χθεῖ σέ κοι­νω­νί­α τόν Ἄ­ρει­ο πα­ρά τήν δι­α­τα­γή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου. Με­τά τήν ἄρ­νη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου, οἱ ἐ­χθροί του ἄρ­χι­σαν νά ὀρ­γα­νώ­νουν συ­στη­μα­τι­κά τόν κα­τ’ αὐ­τοῦ ἀ­γώ­να. Ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τί­νος, ἄν καί τι­μοῦ­σε τόν Ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο γιά τό ἦ­θος καί τό θάρ­ρος του, πα­ρα­σύρ­θη­κε τε­λι­κά ἀ­πό τίς συ­νε­χεῖς ἐ­ναν­τί­ον του μη­χα­νορ­ρα­φί­ες τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν καί δι­έ­τα­ξε τήν σύγ­κλι­ση Συ­νό­δου στήν Και­σά­ρει­α, τό 335 μ.Χ., μέ σκο­πό τήν ἐ­ξέ­τα­ση τῶν κα­τη­γο­ρι­ῶν κα­τά τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ου. Ἡ Σύ­νο­δος τε­λι­κά συγ­κλή­θη­κε στήν Τύ­ρο τῆς Φοι­νί­κης. Ὁ Ἀ­θα­νά­σι­ος συ­νῆλ­θε στήν Σύ­νο­δο, στήν ὁ­πο­ί­α πα­ρέ­στη­σαν 60 Ἀ­ρει­α­νοί Ἐ­πί­σκο­ποι. Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν νά στα­θοῦν πα­ρά τά ἐ­φευ­ρή­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτό ὅ­τι οἱ ἐ­χθροί τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ου ζη­τοῦ­σαν νά τόν φο­νε­ύ­σουν, οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βα­σι­λέ­ως, πού εἶ­χαν ἐ­πι­φορ­τι­σθεῖ τήν τή­ρη­ση τῆς τά­ξε­ως καί τῆς εἰ­ρή­νης, τόν φυ­γά­δευ­σαν κρυ­φά. Ἔτ­σι κα­τέ­φυ­γε στήν Κων­σταν­τι­νο­ύ­πο­λη καί ζή­τη­σε νά δεῖ τόν αὐ­το­κρά­το­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος λό­γω τῶν δι­α­βο­λῶν, ἀρ­νή­θη­κε νά τόν δε­χθεῖ σέ ἀ­κρό­α­ση καί δι­έ­τα­ξε τήν ἐ­ξο­ρί­α του στήν Γα­λα­τί­α. Ἐ­πα­νῆλ­θε στήν ἕ­δρα του με­τά τόν θά­να­το τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου, στίς 23 Νο­εμ­βρί­ου 337 μ.Χ. Πλήν ὅ­μως καί πά­λι οἱ ἐ­χθροί του ἄρ­χι­σαν τίς κα­τ’ αὐ­τοῦ δι­α­βο­λές καί συ­κο­φαν­τί­ες. Τό­τε ὁ Ἀ­θα­νά­σι­ος συγ­κά­λε­σε Σύ­νο­δο στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α, τό 339 μ.Χ στήν ὁ­πο­ί­α ἔ­λα­βαν μέ­ρος 100 Ἐ­πί­σκο­ποι. Οἱ ἐ­χθροί του τό­τε, συγ­κρό­τη­σαν ἀ­ρει­α­νι­κή Σύ­νο­δο στήν Ἀν­τι­ό­χει­α, ἡ ὁ­πο­ί­α τόν κα­θα­ί­ρε­σε καί ὅ­ρι­σε ὡς Ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας τόν Εὐ­σέ­βι­ο τόν Ἐ­μι­ση­νό, ἀντ’ αὐ­τοῦ δέ, ἐ­πει­δή δέν ἀ­πο­δέ­χθη­κε τήν ἐ­κλο­γή, τόν Καπ­πα­δό­κη Γρη­γό­ρι­ο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α διά τῆς βί­ας με­τά τήν ἀ­πο­μά­κρυν­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Τό­τε ὁ Ἅ­γι­ος κα­τέ­φυ­γε στήν Ρώ­μη, ὅ­που εὑ­ρί­σκον­ταν καί ἄλ­λοι ἐ­ξό­ρι­στοι ­ Ἱε­ρεῖς καί Ἐ­πί­σκο­ποι. Ἐ­κεῖ, τόν δέ­χθη­καν ὅ­λοι μέ τι­μή καί ἀ­να­γνώ­ρι­σαν το­ύς ἀ­γῶ­νες του ὑ­πέρ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Ἔτ­σι, ὁ Πά­πας Ἰ­ο­ύ­λι­ος συγ­κά­λε­σε, τό ἔ­τος 341 μ.Χ., Σύ­νο­δο, ἡ ὁ­πο­ί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε τόν Ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο ὡς κα­νο­νι­κό Ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας καί τόν κή­ρυ­ξε ἀ­θῶ­ο ἀ­πό ὅ­λες τίς κα­τη­γο­ρί­ες τῶν ἐ­χθρῶν του.

Ὅ­ταν τό 345 μ.Χ. πέ­θα­νε ὁ Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας Γρη­γό­ρι­ος, κα­τό­πιν ὑ­πο­δε­ί­ξε­ως τοῦ Κών­σταν­τος, ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Κων­στάν­τι­ος ἀ­να­κά­λε­σε τόν ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α. Ὁ Ἅ­γι­ος ἐ­πέ­στρε­ψε γε­νό­με­νος δε­κτός θρι­αμ­βευ­τι­κά ἀ­πό τό πο­ί­μνιό του. Ἀλ­λά καί αὐ­τή τήν φο­ρά μό­νο γιά λί­γο ἔ­μει­νε ἀ­δι­α­τά­ρα­κτος στήν ἕ­δρα του, δι­ό­τι με­τά τήν δο­λο­φο­νί­α τοῦ Κών­σταν­τος, τό ἔ­τος 350 μ.Χ., ὁ Κων­στάν­τι­ος, πει­σθε­ίς σέ νέ­ες δι­α­βο­λές καί πι­έ­σεις τῶν φί­λων τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν, κα­τα­δί­κα­σε συ­νο­δι­κῶς τόν ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο. Ἀ­πέ­στει­λε μά­λι­στα καί στρα­τι­ῶ­τες, γιά νά τόν συλ­λά­βουν τήν νύ­κτα τῆς 9ης Φε­βρου­α­ρί­ου 356 μ.Χ., ἐ­νῶ τε­λοῦ­σε παν­νυ­χί­δα μέ πλῆ­θος πι­στῶν στόν Ναό τοῦ ἁ­γί­ου Θε­ω­νᾶ. Ὁ Ἅ­γι­ος φυ­γα­δε­ύ­τη­κε στήν ἔ­ρη­μο, ὅ­που πα­ρέ­μει­νε ἕ­ξι χρό­νι­α, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τίς κι­νή­σεις καί ἐ­νέρ­γει­ες τῶν Ἀ­ρει­α­νῶν καί στη­ρί­ζον­τας το­ύς κλο­νι­ζό­με­νους Χρι­στι­α­νο­ύς.

Τέ­λος, ἐ­πί αὐ­το­κρά­το­ρα Ἰ­ου­λι­α­νοῦ τοῦ Πα­ρα­βά­του (361-363 μ.Χ.) μπό­ρε­σε νά ἐ­πα­νέλ­θει στήν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α καί νά συγ­κρο­τή­σει Σύ­νο­δο ἡ ὁ­πο­ί­α ἀ­πο­τέ­λε­σε ση­μαν­τι­κό­τα­το σταθμό στήν ἱ­στο­ρί­α τῶν ἀ­γώ­νων τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας κα­τά τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμοῦ.

Οἱ δι­ωγ­μοί συ­νε­χί­στη­καν καί ἐ­πί αὐ­το­κρά­το­ρα Οὐ­ά­λη, πού ἐ­ξό­ρι­σε τόν Ἅ­γι­ο. Φο­βο­ύ­με­νος ὅ­μως ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ λα­οῦ τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας, ἀ­ναγ­κά­σθη­κε νά ἀ­να­κα­λέ­σει τόν Ἅ­γι­ο ἀ­πό τήν ἐ­ξο­ρί­α.

Ἀ­γω­νι­ζό­με­νος γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μέ­χρι τό τέ­λος τοῦ βί­ου του, κοι­μή­θη­κε μέ εἰ­ρή­νη στίς 2 Μα­ΐ­ου 373 μ.Χ., σέ ἡ­λι­κί­α 75 ἐ­τῶν, ἀ­φοῦ κα­τε­κό­σμη­σε τόν θρό­νο τῆς Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α πο­λύ νω­ρίς τοῦ ἀ­πέ­νει­με τόν τί­τλο τοῦ Με­γά­λου Πα­τρός αὐ­τῆς. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού δι­αι­σθάν­θη­κε καί ἀν­τι­λή­φθη­κε ἄ­ρι­στα τίς λε­πτε­πί­λε­πτες σχέ­σεις ἀλ­λη­λε­ξαρ­τή­σε­ως τῶν ἐ­πί μέ­ρους ἀ­λη­θει­ῶν τῆς πί­στε­ως, οἱ ὁ­ποῖ­ες στήν σκέ­ψη του ἀ­πο­τε­λοῦν τμή­μα­τα μι­ᾶς καί τῆς αὐ­τῆς ἀ­λή­θει­ας, ὥ­στε ἡ πλά­νη πε­ρί τήν μί­α ἐ­πί μέ­ρους ἀ­λή­θει­α, νά συ­νε­πά­γε­ται ἀ­να­πό­τρε­πτα τήν ἀ­να­τρο­πή ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ συ­στή­μα­τος τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας καί τήν δη­μι­ουρ­γί­α αἱ­ρέ­σε­ως.

Ἀλ­λά ὁ Ἅ­γι­ος καί μέ τόν κα­θό­λου βί­ο του, ἀ­πέ­δει­ξε τό ἐ­νά­ρε­το καί τό εὐ­σε­βές τοῦ ἤ­θους αὐ­τοῦ σέ τέ­τοι­ο βαθμό, ὥ­στε τό ὄ­νο­μά του νά ἀ­πο­βεῖ ταυ­τό­ση­μο πρός τήν ἀ­ρε­τή. Γι’ αὐ­τό λέ­γει ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Να­ζι­αν­ζη­νός: «Ἀ­θα­νά­σι­ον ἐ­παι­νῶν, ἀ­ρε­τὴν ἐ­παι­νέ­σο­μαι· ταὐ­τὸν γὰρ ἐ­κεῖ­νόν τε εἰ­πεῖν καὶ ἀ­ρε­τὴν ἐ­παι­νέ­σαι». Ὁ ἅγι­ος Γρη­γό­ρι­ος συ­νε­χί­ζον­τας πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος ἔ­γι­νε κα­τ’ ἐ­ξο­χήν δέ­κτης τοῦ θε­ί­ου φω­τι­σμοῦ, ἔ­φθα­σε σέ ὕ­ψος βι­βλι­κῶν προ­σώ­πων καί ἴ­σως μά­λι­στα κά­ποι­α ἀ­πό αὐ­τά νά ὑ­πε­ρέ­βα­λε, γι­α­τί κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἑ­νώ­θη­κε καί ἔ­γι­νε ἕ­να μέ τό θεῖ­ο φῶς. Καί ἔτ­σι μό­νο κα­τόρ­θω­σε νά ἀν­τι­με­τω­πί­σει τίς με­γά­λες κα­κο­δο­ξί­ες τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν τῆς ἐ­πο­χῆς του.

Ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον. Ἦ­χος γ΄. Θεί­ας πί­στε­ως.

Ερ­γοις λάμ­ψαν­τες Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, πᾶ­σαν σβέ­σαν­τες, κα­κο­δο­ξί­αν, νι­κη­ταὶ τρο­παι­ο­φό­ροι γε­γό­να­τε· τῇ εὐ­σε­βεί­ᾳ τὰ πάν­τα πλου­τή­σαν­τες, τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν με­γά­λως κο­σμή­σαν­τες, ἀ­ξί­ως εὕ­ρα­τε, Χρι­στὸν τὸν Θε­ὸν ἡ­μῶν, δω­ρού­με­νον πᾶ­σι τὸ μέ­γα ἔ­λε­ος.

Ἕ­τε­ρον Ἀ­πο­λυ­τί­κι­ον. Ἦ­χος γ΄. Τὴν ὡ­ραι­ό­τη­τα.

Ως βρύ­σις δί­κρου­νος, λαμ­πρῶς βλυ­στά­νε­τε, δογ­μά­των πέ­λα­γος, πᾶ­σι τοῖς πέ­ρα­σιν, Ἱ­ε­ραρ­χῶν ἡ ξυ­νω­ρίς, ἐκ­φάν­το­ρες τῶν ἀρ­ρή­των, Πά­τερ Ἀ­θα­νά­σι­ε, τῆς Τρι­ά­δος τὸ ὄρ­γα­νον, καὶ θε­ό­φρον Κύ­ριλ­λε, Θε­ο­τό­κου ὁ πρό­μα­χος, σο­φί­ας οὐ­ρα­νί­ου κρα­τῆ­ρες, πᾶ­σι ζω­ῆς κιρ­νῶν­τες πό­μα.

Κον­τά­κι­ον. Ἦ­χος δ΄. Ἐ­πε­φά­νης σή­με­ρον.

Ιε­ράρ­χαι μέ­γι­στοι τῆς εὐ­σε­βεί­ας, καὶ γεν­ναῖ­οι πρό­μα­χοι, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, πάν­τας φρου­ρεῖ­τε τοὺς ψάλ­λον­τας· Σῶ­σον Οἰ­κτίρ­μον, τοὺς πί­στει τι­μῶν­τάς σε.

Με­γα­λυ­νά­ρι­ον.

Αν­θραξ Ἀ­θα­νά­σι­ος νο­η­τός, ὤ­φθη κα­τα­φλέ­γων, τὴν Ἀ­ρεί­ου ὕ­λην σα­θράν· κῦ­ρος δὲ δογ­μά­των, ὁ Κύ­ριλ­λος πα­ρέ­χει, ἐ­λέγ­χων Νε­στο­ρί­ου, τὴν ἀθεότητα.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Γιά νά μήν χαθοῦν

τά ἴχνη τῶν προγόνων μας

καί τά δικά μας βήματα.[1]

Η Χω­ρο­ύ­δα, χω­ριό τῆς Ἐ­παρ­χί­ας Λαγ­κα­δᾶ, ἔ­πα­ψε νά ὑ­πάρ­χει τό 1947. «Δι­α­πι­στώ­σαν­τες ὅ­τι κα­θη­με­ρι­νῶς συμ­μο­ρῖ­ται ἐ­πι­σκέ­πτον­ται τὸ χω­ρί­ον Χω­ροῦ­δα καὶ λαμ­βά­νω­σιν ἐξ αὐ­τοῦ τρό­φι­μα, πλη­ρο­φο­ρί­ας καὶ πει­σθέν­τες ὅ­τι ἡ σύμ­πτυ­ξις τοῦ χω­ρί­ου θὰ δυ­σχε­ρά­νῃ τὴν τρο­φο­δο­σί­αν καὶ κί­νη­σιν τῶν συμ­μο­ρι­τῶν πα­ραγ­γέλ­λο­μεν ὅ­πως ἐν­τὸς 5θημέρου ἀ­πὸ τῆς λή­ψε­ως τῆς πα­ρού­σης ὑ­πο­χρε­ώ­σα­τε ἅπαν­τας τοὺς κα­το­ί­κους τοῦ ἀ­νω­τέ­ρω χω­ρί­ου νὰ με­τοι­κή­σω­σι εἰς Βερ­τί­σκον ἢ ἕ­τε­ρα χω­ρί­α τῆς πε­ρι­φε­ρε­ί­ας Νη­γρί­της προ­σω­ρι­νῶς καὶ μέ­χρι νε­ω­τέ­ρας δι­α­τα­γῆς ἡ­μῶν…».[2] Τό 1918 μέ Βα­σι­λι­κό Δι­ά­ταγ­μα, ὡς συ­νοι­κι­σμός ἑ­νώ­νε­ται μέ τήν Κοι­νό­τη­τα τῆς Μπέ­ρο­βας (Βερ­τί­σκου).[3] Τό 1927 μέ Προ­ε­δρι­κό Δι­ά­ταγ­μα ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­τα Κοι­νό­τη­τα. «Ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἐν τῷ Νο­μῷ Θεσ­σα­λο­νί­κης, Ὑ­πο­δι­οι­κή­σει Λαγ­κα­δᾷ εἰς ἰ­δί­αν Κοι­νό­τη­τα ὁ συ­νοι­κι­σμὸς Χω­ρού­δα ὑ­πό τὸ ὄ­νο­μα «Κοι­νό­της Χω­ρού­δας» καὶ μὲ ἕ­δραν τὸν ὁ­μώ­νυ­μον συ­νοι­κι­σμὸν ἀ­πο­σπώ­με­νος τῆς Κοι­νό­τη­τος Μπε­ρό­βης».[4] Τό 1957 κα­ταρ­γεῖ­ται ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­τη Κοι­νό­τη­τα καί πά­λι ἑ­νώ­νε­ται μέ τήν Κοι­νό­τη­τα Βερ­τί­σκου. «Αἱ Κοι­νό­τη­τες Κυ­δω­νέ­ας Χω­ρο­ύ­δας ἐν τῇ Ἐ­παρ­χί­ᾳ Λαγ­κα­δᾷ Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ τῷ Νο­μῷ Θεσ­σα­λο­νί­κης κα­ταρ­γοῦν­ται καὶ ἑ­νοῦν­ται ἀν­τι­στο­ί­χως με­τὰ τῶν Κοι­νο­τή­των Λα­χα­νᾶ καὶ Βερ­τί­σκου».[5]

Τά ὑ­πάρ­χον­τα ἐ­ρε­ί­πι­α τῶν σπι­τι­ῶν, τοῦ με­γά­λου σχο­λε­ί­ου –δεῖγ­μα ζων­τά­νι­ας τοῦ χω­ρι­οῦ– ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­νά­σι­ου τοῦ Με­γά­λου, τό μο­να­δι­κό κτί­ρι­ο πού ἄν­τε­ξε στήν φθο­ρά τοῦ χρό­νου καί στήν μα­νί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­μει­ναν οἱ μο­να­δι­κοί καί σι­ω­πη­λοί μάρ­τυ­ρες τῆς ἱ­στο­ρί­ας της.

Ἕ­να χω­ριό πού σή­με­ρα, ἄν ἄν­τε­χε στόν χρό­νο καί κα­τόρ­θω­νε νά ξε­πε­ρά­σει τά δύ­σκο­λα με­τα­πο­λε­μι­κά χρό­νι­α, θά ἦ­ταν δεῖγ­μα γρα­φι­κό­τη­τας, δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τας καί ὀ­μορ­φι­ᾶς.

Μιά το­πο­θε­σί­α βου­τηγ­μέ­νη στό πρά­σι­νο, σέ ὑ­ψό­με­τρο 640 πε­ρί­που μέ­τρων, τρι­γυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πό δα­σώ­δη βου­νά, σπί­τι­α χτι­σμέ­να μέ με­ρά­κι καί καλ­λι­τε­χνι­κή εὐ­αι­σθη­σί­α, δου­λε­μέ­να μέ ξύ­λο καί πέ­τρα, μαρ­τυ­ροῦν γιά τήν ἱ­στο­ρί­α, τήν ζωή καί τό ἦ­θος τῶν ἀν­θρώ­πων. Αὐ­τῶν πού ἀ­γά­πη­σαν τό μι­κρό τους χω­ριό, ἀ­γά­πη­σαν τόν ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο, τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σαν τόν μο­να­δι­κό Ναό τους, τόν κό­σμη­σαν, τόν συν­τή­ρη­σαν, τόν τί­μη­σαν. Καί ὁ ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος φρου­ρός τοῦ χω­ρι­οῦ καί φύ­λα­κας, ἀ­νέ­λα­βε με­τά ἀ­πό τό­σους χρό­νους νά δι­αι­ω­νί­σει τήν ἱ­στο­ρί­α τους, σώ­ζον­τας ὄ­χι μό­νο τόν Ναό καί τίς ἐ­ξα­ί­ρε­τες τοι­χο­γρα­φί­ες του, ἀλ­λά δι­α­τη­ρών­τας ἄ­σβη­στη τήν ἱ­στο­ρί­α καί τήν μνή­μη τοῦ χω­ρι­οῦ.[6] (Φωτ. 1)

Ἴ­σως ἄν δέν ὑ­πῆρ­χε ὁ Να­ός του, σή­με­ρα κα­νε­ίς δέν θά μι­λοῦ­σε γιά τήν μι­κρή Χω­ρο­ύ­δα, κα­νε­ίς δέν θά ἀ­να­φε­ρό­ταν στήν ζωή καί τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ χω­ρι­οῦ καί τῶν ἀν­θρώ­πων του, πού, ἐ­νῶ τό­σο ἀ­γά­πη­σαν τό χω­ριό τους, ξε­ρι­ζώ­θη­καν ἄ­δι­κα καί με­τα­νά­στευ­σαν μέ­σα στήν ἴ­δι­α τους τήν πα­τρί­δα. «Τὰ βέ­λη τοῦ δυ­να­τοῦ ἠ­κο­νη­μέ­να, σὺν τοῖς, ἄν­θρα­ξι τοῖς ἐ­ρη­μι­κοῖς.
EIKONES0010

Οἴ­μοι! ὅ­τι ἡ πα­ροι­κί­α μου ἐ­μα­κρύν­θη, κα­τε­σκή­νω­σα με­τὰ τῶν σκη­νω­μά­των Κη­δάρ, πολ­λὰ πα­ρῴ­κη­σεν ἡ ψυ­χή μου. Με­τὰ τῶν μι­σο­ύν­των τὴν εἰ­ρή­νην ἤ­μην εἰ­ρη­νι­κός, ὅ­ταν ἐ­λά­λουν αὐ­τοῖς, ἐ­πο­λέ­μουν με δω­ρε­άν».[7] Τοῦ­το τό ψαλ­μι­κό χω­ρί­ο λέ­ει πολ­λά.

Φωτ 1. Γε­νι­κή ἄ­πο­ψη τοῦ Να­οῦ.

Ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ «πα­λαι­οῦ Ἰσ­ρα­ήλ» πολ­λές φο­ρές ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται στήν ζωή τοῦ «νέ­ου Ἰσ­ρα­ήλ», στήν ζωή τῆς χρι­στι­α­νο­σύ­νης, πού κα­τορ­θώ­νει πάν­τα νά ἐπι­βι­ώ­νει καί κα­τα­φέρ­νει μέ­σα ἀ­πό τούς πό­νους τοῦ ξε­ρι­ζω­μοῦ νά ψελ­λί­ζει δο­ξα­λο­γι­κά στόν Θεό: «ἡ ψυ­χὴ ἡ­μῶν, ὡς στρου­θί­ον ἐῤ­ῥύ­σθη ἐκ τῆς πα­γί­δος τῶν θη­ρευ­όν­των· ἡ πα­γὶς συ­νε­τρί­βη καὶ ἡ­μεῖς ἐῤ­ῥύ­σθη­μεν, ἡ βο­ή­θει­α ἡ­μῶν ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, τοῦ ποι­ή­σαν­τος τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ τὴν γῆν».[8]

Ἡ Χω­ρο­ύ­δα δέν ἀ­νῆ­κε μό­νο δι­οι­κη­τι­κά στήν Ἐ­παρ­χί­α Λαγ­κα­δᾶ, ἀλ­λά καί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά. Σή­με­ρα βρί­σκε­ται μέ­σα στά ὅ­ρι­α τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως «Λαγ­κα­δᾶ», ἡ ὁ­πο­ί­α ἀ­ριθ­μεῖ πε­ρί­που σα­ράν­τα ἐ­νο­ρί­ες. Ὅ­μως καί κα­τά τό πα­ρελ­θόν, ὅ­ταν δέν ὑ­πῆρ­χε αὐ­το­τε­λής Μη­τρό­πο­λη «Λαγ­κα­δᾶ», ἀλ­λά ἡ πε­ρι­ο­χή ὑ­πα­γό­ταν δι­οι­κη­τι­κά καί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη ἡ Χω­ρο­ύ­δα ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πό τά δε­κα­τρί­α χω­ριά πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τήν Ἐ­πι­σκο­πή «Λη­τῆς καί Ρεν­τί­νης», ἡ ὁ­πο­ί­α ἦ­ταν ὑ­πο­κε­ί­με­νη στήν Μη­τρό­πο­λη Θεσ­σα­λο­νί­κης.

Ἡ ὕ­παρ­ξη τῆς Ἐ­πι­σκο­πῆς «Λη­τῆς καί Ρεν­τί­νης» μαρ­τυ­ρεῖ­ται γιά πρώ­τη φο­ρά τό ἔ­τος 980. Στά πρό τοῦ 980 «τα­κτι­κά», με­τα­ξύ τῶν Ἐπι­σκο­πῶν τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἡ Ἐ­πι­σκο­πή «Λη­τῆς».[9]

Ἐ­δῶ πρέ­πει νά ποῦ­με ὅ­τι ἡ Λη­τή εἶ­ναι μιά ἀ­πό τίς ἀρ­χαι­ό­τε­ρες πό­λεις τῆς πε­ρι­ο­χῆς καί ἐμ­φα­νί­ζε­ται στίς πη­γές ἀ­πό τόν 6ο π.Χ. αἰ­ώ­να, μέ­χρι τόν 3ο μ.Χ. αἰ­ώ­να. Κει­μέ­νη σέ ἐ­πί­και­ρη θέ­ση ἦ­ταν μιά ἀ­πό τίς πιό ση­μαν­τι­κές πό­λεις τῆς Μυ­γδο­νί­ας, ὅ­πως λε­γό­ταν τό­τε ἡ πε­ρι­ο­χή Λαγ­κα­δᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα συ­νε­χί­ζει τήν ζωή της σι­ω­πη­λά καί δη­μι­ουρ­γι­κά ὡς τίς μέ­ρες μας.[10]

Στήν «τά­ξιν πρω­το­κα­θε­δρί­ας τῶν ὑ­πὸ τὸν ἀ­πο­στο­λι­κὸν θρό­νον τῆς Κων­σταν­του­πό­λε­ως τε­λο­ύν­των μη­τρο­πο­λι­τῶν καὶ τῶν ὑπ᾽ αὐ­το­ύς ἐ­πι­σκό­πων» τοῦ 980 μ.Χ. ἀ­να­φέ­ρον­ται ἕν­τε­κα Ἐ­πι­σκο­πές ὑ­πό τόν Μη­τρο­πο­λί­την Θεσ­σα­λο­νί­κης: ὁ Κί­τρους, ὁ Βερ­ροί­ας, ὁ Δρα­γου­βι­τί­ων, ὁ Σερ­βί­ων, ὁ Κασ­σαν­δρεί­ας, ὁ Καμ­πα­νί­ας ἤ­τοι Κα­στρί­ων, ὁ Πέ­τρας, ὁ Ἑρ­κου­λί­ων ἤ­τοι Ἀρ­δα­μέ­ρε­ως, ὁ Ἱ­ε­ρισ­σοῦ ἤ­τοι Ἁ­γί­ου ὄ­ρους, ὁ Λί­της καὶ Ῥεν­τί­νης, ὁ Βαρ­δα­ρι­ω­τῶν ἤ­τοι Το­ύρ­κων.[11]

Ἔ­κτο­τε καί μέ­χρι τόν 17ο αἰ­ώ­να, ἡ Ἐ­πι­σκο­πή ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ ὅ­λα τά «τα­κτι­κά». Ά­πό τά μέ­σα του Ι­7­ου αἰ­ώ­να, μέ­χρι τά μέ­σα του 19ου αἰ­ώ­να, ἡ Ἐ­πι­σκο­πή «Λη­τῆς καὶ Ῥεν­τί­νης» δέν α­να­φέ­ρε­ται στο­ύς κα­τα­λό­γους τῶν Ἐ­πι­σκό­πων Θεσ­σα­λο­νί­κης.[12]

Κα­τά τό β´ μι­σό ὅ­μως τοῦ 18ου αἰ­ώ­να, ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Θεσ­σα­λο­νί­κης Θε­ο­δό­σι­ος (1767-1769) ἐ­πα­νί­δρυ­σε τήν Ἐ­πι­σκο­πή «Λη­τῆς καὶ Ῥεν­τί­νης» καί ἐ­ξέ­λε­ξε ὡς ἐ­πί­σκο­πο τόν Πρω­το­σύγ­κελ­λό του Κύ­ριλ­λο. Στό γράμ­μα πού ἀ­πευ­θύ­νει ὁ Θε­ο­δό­σι­ος στο­ύς Κλη­ρι­κο­ύς καί γέ­ρον­τες τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἀ­να­φέ­ρε­ται καί τό ὄ­νο­μα τῆς Χω­ρο­ύ­δας ὡς ἑ­νός ἐκ τῶν δε­κα­τρι­ῶν χω­ρι­ῶν πού ὑ­πό­κειν­ται στήν Ἐ­πι­σκο­πή.

Τὸ γράμ­μα ὁ­ποὺ ἐ­δό­θη πα­ρὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης κυρ Θε­ο­δο­σί­ου
πρὸς τὸν νέ­ον Ἐ­πί­σκο­πον Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης

Θε­ο­δό­σι­ος

ἐ­λέ­ῳ Θ(ε­ο)ῦ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Θεσ­σα­λο­νίκ(ης) ὑ­πέρ­τι­μος καὶ ἔ­ξαρ­χος πά(σης) Θετ­τα­λί(ας).

«Ἐν­τι­μώ­τα­τοι κλη­ρι­κοὶ τῆς ἁ­γι­ω­τά­της Ἐ­πι­σκο­πῆς Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης καὶ εὐ­λα­βέ­στα­τοι ἱ­ε­ρεῖς, τί­μι­οι καὶ χρή­σι­μοι γέ­ρον­τες πάν­των τῶν ὑ­πο­κει­μέ­νων αὐ­τῇ χω­ρί(ων) καὶ λοι­ποὶ πάν­τες εὐ­λο­γη­μέ­νοι χρι­στι­α­νοὶ τῆς ἐ­παρ­χί(ας) τα­ύ­της, τέ­κνα ἐν κ(υ­ρί)ῳ ἀ­γα­πη­τὰ καὶ πε­ρι­πό­θη­τα τῆς ἡ­μῶν με­τρι­ό­τη­τος· χά­ρις εἴ­η ὑ­μῖν ἅ­πα­σιν εἰ­ρή­νη τε καὶ ἔ­λε­ος ἀ­πὸ Θ(ε­ο)ῦ παν­το­κρά­το­ρας κυ[ρί­ου] δὲ ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χ(ρι­στο)ῦ, παρ᾽ ἡ­μῶν δὲ εὐ­λο­γί­α καὶ συγ­χώ­ρη­σις.

Δι­ὰ τοῦ πα­ρόν­τος ἡ­μῶν δη­λο­ποι­οῦ­μεν ἁ­πα­ξά­πα­σιν τοῖς ἐν τῇ ἐ­παρ­χί­ᾳ τα­ύ­τῃ Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης δι­α­τε­λοῦ­σι καὶ ἐν τοῖς δε­κα­τρι­σὶν αὐ­τῆς χω­ρί­οις οἰ­κοῦ­σιν εὐ­σε­βέ­σι καὶ Ὀρ­θο­δό­ξοις Χρι­στι­α­νοῖς ὅ­τι τῇ τοῦ Θ(ε­ο)ῦ ἐ­πι­νε­ύ­σει ὑ­πο­τα­γέν­τες καὶ τῇ Πα­τρι­αρ­χι­κῇ καὶ Συ­νο­δι­κῇ ἀ­πο­φά­σει ὑ­πο­κλι­θέν­τες ἀ­νε­δέ­χθη­μεν καὶ προ­ε­βι­βά­σθη­μεν εἰς τὸν ἁ­γι­ώ­τα­τον τοῦ­τον θρό­νον τῆς καθ᾽ ἡ­μᾶς Μ(ητ)ρο­πόλ(ε­ως) Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ γνή­σι­ος αὐ­τῆς ποι­μὴν καὶ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἀ­πε­κα­τέ­στη­μεν. Κα­τὰ τὸ ὀ­φει­λό­με­νον το­ί­νυν χρέ­ος ὑ­μῖν τε καὶ παν­τὶ τῷ λα­οῦ.­..προ­ϊ­στα­μέ­νῳ ἐ­ρευ νή­σαν­τες καὶ ἐ­ξε­τά­σαν­τες εὕ­ρο­μεν εἰς τε πα­λαι­ὰ [καὶ] νέ­α συν­ταγ­μά­τι­α ὅ­τι ἡ εἰ­ρη­μέ­νη αὕ­τη ἐ­πι­σκο­πὴ Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης πά­λαι.­..ἐξ ἀρ­χῆς ἐ­κυ­βερ­νᾶ­το πα­ρὰ τοῦ ἰ­δί­ου αὐ­τῆς ἐ­πι­σκό­που καὶ ἀρ­χι­ε­ρέ­ως [ἔ­χου]σα ὑ­πο­κε­ί­με­να αὐ­τῇ χω­ρί­α δε­κα­τρί­α: ἅ­περ εἰ­σὶ ταῦ­τα: Μό­δι, Σταυ­ρός, [Μπε]σή­κι­α, Προ­φή­τη Ἠ­λί(ας), Σω­χός, Βι­σῶ­κα, Χω­ρο­ύ­δα, Μπέ­ρο­βα, Ζάρ­βα, Μπά­σι­κι­οΐ, Λιγ­κο­βάν­τι, Λαγ­κα­δᾶς, καὶ Γε­νί­κι­ο­ϊ καὶ εὐ­λό­γει καὶ ἡ­γί­α­ζε τοὺς ἐν αὐ­τοῖς ἅ­παν­τας Χρι­στι­α­νοὺς καὶ ἐ­λάμ­βα­νε παρ᾽ αὐ­τῷ πάν­τα τὰ ἀ­νή­κον­τα ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὰ αὐ­τῷ εἰ­σο­δή­μα­τα καὶ δι­και­ώ­μα­τα. Με­τὰ ταῦ­τα δὲ με­ρι­κοὶ προ­αρ­χι­ε­ρα­τε­ύ­σαν­τες εἰς τὴν καθ᾽ ἡ­μᾶς Μ(ητ)ρό­πο­λιν Θεσ­σα­λο­νί­κης, οὐκ οἴ­δα­μεν πο­ί­ῳ τρό­πῳ ἐ­ξου­σί­α­σαν τα­ύ­την τὴν ἐ­πι­σκο­πὴν ὁ­μοῦ μὲ τὰ ὑ­πο­κε­ί­με­να αὐ­τῇ χω­ρί­α καὶ εἰς παν­τε­λῆ λή­θην καὶ ἀ­μνη­μο­νί­αν ἐ­νέ­βα­λον τὸ ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­σκο­πῆς τα­ύ­της, ἐ­λατ­τώ­σαν­τες δι­ὰ φι­λο­κέρ­δι­αν τοὺς ἐν­νέ­α ἐ­πι­σκό­πους εἰς ὀ­κτὼ· τὸ ὁ­ποῖ­ον ἄ­το­πον ἡ­μεῖς θέ­λον­τες νὰ τὸ δι­ορ­θώ­σω­μεν καὶ νὰ φέ­ρω­μεν τα­ύ­την τὴν ἁ­γι­ω­τά­την ἐ­πι­σκο­πὴν Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης εἰς τὴν ἀρ­χα­ί­αν αὐ­τῆς ἀ­ξί­αν καὶ βαθ­μόν, ἐ­ρευ­νή­σα­μεν καὶ ἔ­γνω­μεν ὅ­τι μὴ ὄν­τος ἐν αὐ­τῇ κατ᾽ ἰ­δί­αν ἐ­πί­σκο­πος καὶ κα­τὰ μέ­ρος ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ ποι­μήν, ἠ­κο­λο­ύ­θη­σαν πολ­λὰ ἄ­το­πα καὶ πα­ρὰ κα­νό­να πράγ­μα­τα.

Ὅ­θεν ἡ με­τρι­ό­της ἡ­μῶν φρον­τί­δα οὐ τὴν τυ­χοῦ­σαν κα­τε­βά­λε­το ἐ­πὶ εὑ­ρέ­σει ἀ­ξί­ου ὑ­πο­κει­μέ­νου τοῦ ἀ­να­δε­ξα­μέ­νου τὴν ποι­μαν­τι­κὴν ρά­βδον τῆς εἰ­ρη­μέ­νης ἁ­γι­ω­τά­της ἐ­πι­σκο­πῆς Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης. Δι­ὸ καὶ δοῦ­σα ἄ­δει­αν τοῖς ἐν­δη­μοῦ­σιν ἐν τῇ καθ᾽ ἡ­μᾶς πό­λει Θεσ­σα­λο­νί­κης: θε­ο­φι­λε­στά­τοις ἐ­πι­σκό­ποις τοῖς ἐν ἁ­γί­ῳ πν(ε­ύ­ματ)ι ἀ­γα­πη­τοῖς καὶ συλ­λει­τουρ­γοῖς τῆς ἡ­μῶν με­τρι­ό­τη­τος: τῷ τε Κύ­τρους κὺρ Δι­ο­νυ­σί­ῳ, τῷ Σερ­βί­ων κὺρ Ἱ­γνα­τί­ῳ καὶ τῷ Ἱ­ε­ρησ­σοῦ καὶ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους κὺρ Ἰ­α­κώ­βῳ, ἐ­χόν­των καὶ τὴν γνώ­μην τοῦ Ἀρ­δα­με­ρί­ου κὺρ Γρη­γο­ρί­ου καὶ τοῦ Πολ­λι­α­νῆς κὺρ Ἰ­γνα­τί­ου, οἵ­τι­νες τῇ ἡ­με­τέ­ρᾳ προ­τρο­πῇ εἰ­σελ­θόν­τες ἐν τῷ παν­σέ­πτῳ να­ῷ τοῦ ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος Δη­μη­τρί­ου τοῦ μυ­ρο­βλή­του καὶ κα­νο­νι­κὰς ψή­φους ποι­η­σά­με­νοι κα­τὰ τὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴν δι­α­τύ­πω­σιν πε­ρὶ ἐ­κλο­γῆς καὶ εὑ­ρέ­σε­ως ἀ­ξί­ου ὑ­πο­κει­μέ­νου τοῦ ἀ­να­δε­χθῆ­ναι τὴν εἰ­ρη­μέ­νην ἐ­πι­σκο­πὴν Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης καὶ προ­βι­βα­σθῆ­ναι νο­μί­μως εἰς τὸν θρό­νον αὐ­τῆς, ἐν αἷς ἐ­κρί­θη ἁρ­μο­δι­ώ­τε­ρος καὶ σε­μνὸς καὶ ἀ­κα­τα­γώ­νι­στος τῷ βί­ῳ τῆς τε καθ᾽ ἡ­μᾶς παι­δε­ύ­σε­ως ἱ­κα­νῶς ἔ­χων καὶ τῶν θύ­ρα­θεν παι­δευ­μά­των οὐκ ἀ­μέ­το­χος ὁ πα­νο­σι­ώ­τα­τος ἐν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χοις καὶ ἡ­μέ­τε­ρος πρω­το­σύγ­κελ­λος κὺρ Κύ­ριλ­λος: Τοῦ­τον τῇ δυ­νά­μει καὶ ἐ­πι­κλή­σει τοῦ πα­να­γί­ου πνε­ύ­μα­τος ἡ με­τρι­ό­της ἡ­μῶν εἰς τὸν θρό­νον τῆς ἁ­γι­ω­τά­της ἐ­πι­σκο­πῆς Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης κε­χει­ρο­τό­νη­κεν ὥ­στε εἶ­ναι καὶ ὑ­πάρ­χειν αὐ­τὸν εἰς τὸ ἑ­ξῆς γνή­σι­ον καὶ νό­μι­μον καὶ κα­νο­νι­κὸν ἀρ­χι­ε­ρέ­α ἐν πά[σῃ τῇ] ἐ­παρ­χί­ᾳ τα­ύ­τῃ· ὅ­στις καὶ ἔρ­χε­ται μετ᾽ ὀ­λί­γον ἀ­πο­λαῦ­σαι τοῦ [λο­γι­κοῦ] αὐ­τοῦ ποι­μνί­ου καὶ ἀρ­χι­ε­ρα­τε­ύ­ειν ἐφ᾽ ἡ­μᾶς, εὐ­λο­γεῖν τε καὶ ἁ­γι­ά­ζειν πάν[τας] τοὺς ἐν τοῖς ῥη­θεῖ­σι δε­κα­τρι­σὶ χω­ρί­οις δι­α­τε­λοῦν­τας εὐ­σε­βεῖς καὶ ὀρ­θο­δό­ξους χρι­στι­α[νοὺς] κα­τὰ τὸ ἀ­ξί­ω­μα τῆς ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης καὶ ποι­μα­ί­νειν ὑ­μᾶς ἐν ὁ­σι­ό­τη­τι καὶ δι­και­ο­σύ­νῃ πα­τρι­κῶς καὶ νο­μί­μως.

Ὅ­θεν καὶ γρά­φον­τες ἀ­πο­φαι­νό­με­θα συ­νο­δι­κῶς με­τὰ τῶν παρ᾽ ἡ­μᾶς θε­ο­φι­λε­στά­των ἐ­πι­σκό­πων τῶν ἐν ἁ­γί­ῳ πν(ε­ύ­ματ)ι ἀ­γα­πη­τῶν ἡ­μῶν ἀ­δελ­φῶν καὶ συλ­λει­τουρ­γῶν, ὅ­πως ἁ­πα­ξά­παν­τες ὑ­μεῖς, ἐρ­χο­μέ­νου αὐ­τό­θι ἐν τῇ ἐ­παρ­χί­ᾳ αὐ­τοῦ Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης ὁ δι­α­λη­φθεὶς θε­ο­φι­λέ­στα­τος ἐ­πί­σκο­πος Λι­τῆς καὶ Ῥεν­δί­νης ὁ ἐν ἁ­γί­ῳ πν(εύ­ματ)ι ἀ­γα­πη­τὸς ἡ­μῶν ἀ­δελ­φὸς καὶ συλ­λει­τουρ­γὸς κὺρ Κύ­ριλ­λος ὑ­πο­δε­χθῆ­τε τὴν αὐ­τοῦ θε­ο­φι­λί­αν με­τὰ πά­σης ἀ­γά­πης καὶ πε­ρι­ποι­ή­σε­ως γι­γνώ­σκον­τες αὐ­τὸν ἀ­πὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸ ἑ­ξῆς αὐ­τὸν μό­νον γνή­σι­ον καὶ ἐ­πί­σκο­πον νό­μι­μον πά­σης αὐ­τῆς τῆς ἐ­πι­σκο­πῆς καὶ κα­νο­νι­κὸν καὶ τι­μᾶ­τε καὶ ἀ­γα­πᾶ­τε αὐ­τὸν καὶ εὐ­λα­βεῖ­σθε καὶ μνη­μο­νε­ύ­ε­τε τοῦ κα­νο­νι­κοῦ αὐ­τοῦ ὀ­νό­μα­τος ἐν πά­σαις ταῖς ἱ­ε­ραῖς τε­λε­ταῖς καὶ πε­ί­θε­σθε καὶ ὑ­πο­τάσ­σε­σθε αὐ­τῷ καὶ πα­ρέ­χε­τε εἰ­ρη­νι­κῶς καὶ εὐ­πει­θῶς πάν­τα τὰ ἀ­νή­κον­τα αὐ­τῷ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὰ εἰ­σο­δή­μα­τα καὶ δι­και­ώ­μα­τα κα­νο­νι­κὰ φη­μί, συ­νοι­κέ­σι­α, πα­νη­γύ­ρεις, ζη­τή­σεις καὶ εἴ τι ἄλ­λο τῷ τό­πῳ σύ­νη­θες, ἄ­δει­αν ἔ­χον­τι καὶ ἐ­ξου­σί­αν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴν δε­σπό­ζειν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶς τῆς αὐ­τῆς ἐ­πι­σκο­πῆς εὐ­λο­γεῖν τε καὶ ἁ­γι­ά­ζειν πάν­τας τοὺς ἐν αὐ­τῇ χρι­στι­α­νοὺς καὶ ποι­μα­ί­νειν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῶς τὸ λο­γι­κὸν αὐ­τοῦ πο­ί­μνι­ον καὶ πάντα τὰ ἀρχιε…».[13]

Ἡ Ἐ­πι­σκο­πή «Λη­τῆς καὶ Ῥεν­τί­νης» (ἡ Ρεν­τί­να ἦ­ταν πό­λη πού βρι­σκό­ταν ἀ­να­το­λι­κά τῆς λί­μνης Βόλ­βης στά ὁ­μώ­νυ­μα στε­νά, καί στό μέ­ρος πού βρί­σκε­ται τό ση­με­ρι­νό χω­ριό Ρεν­τί­να), γνώ­ρι­σε πολ­λο­ύς καί ἄ­ξι­ους Ἐ­πι­σκό­πους. Ἐν­δει­κτι­κά ἀ­να­φέ­ρου­με με­ρι­κά ὀ­νό­μα­τα: Λέ­ων 1295. Γερ­βά­σι­ος 1335. Χρι­στό­δου­λος 1416. Ἀ­κά­κι­ος 1486, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­φέ­ρε­ται «τοῦ­τον δὲ τὸν ἐ­πί­σκο­πον Ἀ­κά­κι­ον ἐ­χει­ρο­τό­νη­σεν Ἀρ­χι­ε­ρέ­α ὁ ἁ­γι­ώ­τα­τος Πα­τρι­άρ­χης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως θεῖ­ος Νή­φων, Θεσ­σα­λο­νί­κης Μη­τρο­πο­λί­της ἔ­τι ὢν· Ὅ­θεν ὲκ το­ύ­του ἦν φί­λος γνή­σι­ος τοῦ ἁ­γί­ου Νή­φω­νος ὁ θεῖ­ος Ἀ­κά­κι­ος».[14]

Κοντά στόν Ἀ­κά­κι­ο ἦρ­θε καὶ ἔ­μει­νε ὁ ἐκ Ζί­χνης τῆς Μα­κε­δο­νί­ας κα­τα­γό­με­νος ὅ­σι­ος Θε­ό­φι­λος Μυ­ρο­βλή­της, δι­ό­τι «εὗ­ρε τὸν Ἀ­κά­κι­ον εὐ­λα­βῆ καὶ ἐ­νά­ρε­τον».[15]

Στήν συ­νέ­χει­α ἀ­κο­λου­θοῦν ὁ Γεν­νά­δι­ος 1541. Ὁ Ἰ­ω­ά­σαφ Ἀρ­γυ­ρό­που­λος 1547. Ὁ Δα­μα­σκη­νός ὁ Στου­δί­της 1577 (ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ «Θη­σαυ­ροῦ»­). Ὁ Κύ­ριλ­λος 1768. Ὁ Ζα­χα­ρί­ας 1769.

Στό ἐγ­κύ­κλι­ο γράμ­μα τοῦ Πα­τρι­άρ­χου Νε­ο­φύ­του τοῦ Ζ´ πρός τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Θεσ­σα­λο­νί­κης καί τούς ὑπ᾽ αὐ­τόν Ἐ­πι­σκό­πους (10 Ἰ­ου­λί­ου 1793) δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται τό ὄ­νο­μα τοῦ Ἐ­πι­σκό­που «Λη­τῆς καὶ Ῥεν­τί­νης», πρᾶγ­μα πού ση­μα­ί­νει πώς ἡ ἐ­πι­σκο­πή κα­ταρ­γή­θη­κε καί πάλι.[16]

Κα­τά τήν δεύ­τε­ρη πα­τρι­αρ­χεί­α τοῦ Ἰ­ω­α­κε­ίμ Β´ με­τα­τέ­θη­κε στήν Μη­τρό­πο­λη Θεσ­σα­λο­νί­κης (9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1874) ὁ μέ­χρι τό­τε Μη­τρο­πο­λί­της Βάρ­νης Ἰ­ω­α­κε­ίμ, ὁ ὁ­ποῖ­ος στήν συ­νέ­χει­α σέ ἡ­λι­κί­α μό­λις 44 ἐ­τῶν, ἐ­ξε­λέ­γη Οἰ­κου­με­νι­κός Πα­τρι­άρ­χης (4 Ὀ­κτω­βρί­ου 1878) ὁ ἐ­πω­νο­μα­σθε­ίς Ἰ­ω­α­κε­ίμ Γ´ ὁ Με­γα­λο­πρε­πής. Ἄ­φη­σε τήν τε­λευ­τα­ί­α του πνοή, ὕ­στε­ρα ἀ­πό ὀ­λι­γο­ή­με­ρη ἀ­σθέ­νει­α, τήν Τρί­τη 13 Νο­εμ­βρί­ου 1912.

Ὁ Ἰ­ω­α­κείμ ὡς Μη­τρο­πο­λί­της Θεσ­σα­λο­νί­κης στέλ­νει:

Μέ ἀ­ριθμ. 88, φ. 64-65, ἐ­πι­στο­λή πρός τόν Ἐ­πί­σκο­πο Ἱ­ε­ρισ­σοῦ καί Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους Δι­ο­νύ­σι­ο (Λαγ­κα­δᾶς, 3 Σε­πτεμ­βρί­ου 1874), δι­α­φω­νών­τας μέ τήν οἰ­κο­νο­μι­κή ρύθ­μι­ση τοῦ δι­α­ζυ­γί­ου τοῦ ἐκ Χω­ρού­δας Δημ. Βα­σι­λε­ί­ου καί τῆς θυ­γα­τρός Γ. Κι­ο­πέ­κη, στήν ὁ­ποί­α εἶ­χαν προ­βεῖ οἱ (πρό­κρι­τοι) χω­ρι­κοί τῆς Χω­ρού­δας. Ἀλ­λι­ῶς, γρά­φει, ὁ­ρί­ζουν οἱ νό­μοι γιά τήν πε­ρί­πτω­ση.

Μέ ἀ­ριθμ. 254, φ. 220, ἐ­πι­στο­λή πρός τόν Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τρι­άρ­χη (30 Αὐ­γο­ύ­στου 1875) μέ τήν ὁ­πο­ί­α ζη­τεῖ νά φρον­τί­σει ὁ Οἰ­κου­με­νι­κός γιά τήν ἔκ­δο­ση βε­ζυ­ρι­κοῦ δι­α­τάγ­μα­τος προ­κει­μέ­νου νά πε­ρι­ο­ρί­σει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἰς Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος τόν Ἱ­ε­ρέ­α Νά­νο Γε­ώρ­γι­ο ἀ­πό τήν Χω­ρο­ύ­δα τοῦ Να­χιέ Λαγ­κα­δᾶ, ὁ ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ὁ φό­βος καί ὁ τρό­μος τῶν κα­το­ί­κων τῆς πε­ρι­ο­χῆς συ­νερ­γα­ζό­με­νος μέ λη­στές καί ἐ­νερ­γῶν ὡς κλε­πτα­πο­δό­χος.[17]

Τό 1924, ὅ­ταν κρί­θη­κε εὔ­λο­γο νά ἀ­πο­κα­τα­στα­θοῦν οἱ Μη­τρο­πο­λί­τες πού ἔ­χα­σαν τούς θρό­νους των λό­γῳ τῆς μι­κρα­σι­α­τι­κῆς κα­τα­στρο­φῆς, ἐ­πα­να­συ­στά­θη­κε ἡ Ἐ­πι­σκο­πή μέ τον τί­τλο τῆς «Μη­τρο­πό­λε­ως Λαγ­κα­δᾶ» καί μέ Μη­τρο­πο­λί­τη τόν μέ­χρι τό­τε Κυ­κλά­δων καί πρώ­ην Κο­ρυτ­σᾶς Γερ­μα­νό Ἀ­να­στα­σι­ά­δη. Ὁ Γερ­μα­νός ἔ­μει­νε στόν θρό­νο μέ­χρι τό 1932 ὁ­πό­τε καί πα­ραι­τή­θη­κε.

Το 1967 ἐ­πα­νι­δρύ­ε­ται ἡ κα­ταρ­γη­θεῖ­σα Μη­τρό­πο­λη «Λαγ­κα­δᾶ» μέ Μη­τρο­πο­λί­τη τόν Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Σπυ­ρί­δω­να Τραν­τέ­λη.[18]

Τήν 10η Μα­ΐ­ου τοῦ 2010 ἀπό τήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δας ἐ­ξε­λέ­γη Μη­τρο­πο­λί­της «Λαγ­κα­δᾶ» ὁ Ἀρ­χι­μαν­δρί­της Ἰ­ω­άν­νης Τα­σι­ᾶς, Πρω­το­σύγ­κελ­λος τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Θεσ­σα­λο­νί­κης.

Μέ τήν ὑπ᾽ ἀ­ριθμ. πρωτ. 1016/1-11-2010 Πα­τρι­αρ­χι­κή καί Συ­νο­δι­κή Πρά­ξη τοῦ Οἰ­κου­με­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, με­τά ἀπό φω­τι­σμέ­νη πρό­τα­ση τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του «Λαγ­κα­δᾶ» κ. Ἰ­ω­άν­νου, με­το­νο­μά­σθη­κε ἀπό Μη­τρό­πο­λη «Λαγ­κα­δᾶ», σέ Μη­τρό­πο­λη «Λαγ­κα­δᾶ, Λη­τῆς καί Ρεν­τί­νης». Ἡ ἐ­νέρ­γει­α αὐ­τή τοῦ δι­ο­ρα­τι­κοῦ καί πο­λυ­χα­ρι­σμα­τού­χου Μη­τρο­πο­λί­του κ. Ἰ­ω­άν­νου εἶ­ναι ἱ­στο­ρι­κῆς ση­μα­σί­ας καί ἀ­πο­κα­θι­στᾶ τήν Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη στήν ἀρ­χαί­α ὀ­νο­μα­σί­α καί αἴ­γλη της καί στήν ἐ­πί δέ­κα αἰ­ώ­νων Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή της πα­ρά­δο­ση.

Ἡ ζω­ή καί ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Χω­ρο­ύ­δας ἦ­ταν ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἄ­με­σα συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ζωή καί τήν ἱ­στο­ρί­α τῶν Ἐ­πι­σκό­πων της.Ἔτ­σι τήν ἐ­πο­χή πού τόν θρό­νο τῆς Ἐ­πι­σκο­πῆς κο­σμοῦ­σαν ὁ Ἰ­ω­ά­σαφ Ἀρ­γυ­ρό­που­λος (1547) καί ὁ Δα­μα­σκη­νός ὁ Στου­δί­της (1577), οἱ εὐ­λα­βεῖς κά­τοι­κοι τῆς Χω­ρο­ύ­δας οἰ­κο­δο­μοῦ­σαν τόν Ναό τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου.

Ἱ­στο­ρι­κά στοι­χεῖ­α ἀ­πό ἔγ­γρα­φες πη­γές δέν σώ­ζον­ται σή­με­ρα. Ἄλ­λω­στε ἡ Χω­ρού­δα καί τά γύ­ρω χω­ριά δη­μι­ουρ­γή­θη­καν, ὅ­πως του­λά­χι­στον δι­α­σώ­ζει ἡ προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση, κά­τω ἀ­πό δύ­σκο­λες συν­θῆ­κες, καί μέ δύ­σκο­λες ἐ­πί­σης συν­θῆ­κες συ­νέ­χι­σαν νά ζοῦν.

Ὁ­μά­δες καί χω­ριά ἀ­πό τά νό­τι­α τῆς Μα­κε­δο­νί­ας, ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί ἀ­πό τήν Να­ύ­πα­κτο, μπρο­στά στόν κίν­δυ­νο τοῦ ἐ­ξισ­λα­μι­σμοῦ κα­τέ­φευ­γαν στά δα­σώ­δη βου­νά τῆς πε­ρι­ο­χῆς τῆς Χω­ρο­ύ­δας καί δη­μι­ο­ύρ­γη­σαν τούς νέ­ους οἰ­κι­σμο­ύς τους. Μέ­σα στό δά­σος τῆς πε­ρι­ο­χῆς σώ­ζον­ται ἀ­κό­μη ἴ­χνη πα­λαι­ῶν σπι­τι­ῶν. Κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας πα­ρα­δί­δε­ται ἀ­κό­μη, ὅ­τι πολ­λοί κά­τοι­κοι αὐ­τῶν τῶν οἰ­κι­σμῶν, ζοῦ­σαν σάν λη­στές (χα­ϊ – ντούτ). Ἦ­ταν ἴ­σως ὁ μό­νος δυ­να­τός τρό­πος γιά νά ἀν­τι­με­τω­πί­σουν τούς Το­ύρ­κους.

Κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τοῦ 1821 πολ­λοί κά­τοι­κοι μή ἀν­τέ­χον­τας τίς πι­έ­σεις τῶν κα­τα­κτη­τῶν ἔ­παιρ­ναν τόν δρό­μο πρός τά γύ­ρω βου­νά, ἀρ­κε­τοί δέ ἐγ­κα­στά­θη­καν καί στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Νι­γρή­τας. Πρέ­πει νά ση­μει­ω­θεῖ πώς στήν Χω­ρο­ύ­δα καί στήν δι­πλα­νή Μπέ­ρο­βα (ση­με­ρι­νό Βερ­τί­σκο), δέν κα­τοι­κοῦ­σαν Τοῦρ­κοι ἤ Βο­ύλ­γα­ροι, κά­τι πού συ­νέ­βαι­νε στά γει­το­νι­κά χω­ριά, Ζάρ­βα (ση­με­ρι­νή Νι­κό­πο­λη) καί Λιγ­κο­βά­νι (ση­ρε­ρι­νή Ξυ­λο­ύ­πο­λη).[19]

Πάν­τως οἱ κά­τοι­κοι τῆς πε­ρι­ο­χῆς εἶ­χαν ἔν­το­νη συμ­με­το­χή στόν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό ἀ­γῶ­να. Με­τά τήν Γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή δέν μπό­ρε­σαν νά ἀ­πο­κτή­σουν τήν ἠ­ρε­μί­α τους. Ὁ ἐμ­φύ­λι­ος ἄ­φη­σε πολ­λά τρα­ύ­μα­τα στήν πε­ρι­ο­χή καί κυ­ρί­ως στήν Χω­ρο­ύ­δα. Τό 1947 τό χω­ριό ἐγ­κα­τα­λε­ί­φθη­κε ἀ­πό τούς κα­τοί­κους γιά με­ρι­κά χρό­νι­α μέ­χρι τήν λή­ξη τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου.

Ἡ ἐ­πι­στρο­φή λί­γων οἰ­κο­γε­νει­ῶν στίς πα­τρο­γο­νι­κές τους ρί­ζες δέν κρά­τη­σε γιά πο­λύ και­ρό, γι­α­τί πε­ρί τό 1958 ἡ Χω­ρο­ύ­δα μέ βα­σι­λι­κό δι­ά­ταγ­μα προ­σαρ­τή­θη­κε στήν Κοι­νό­τη­τα τοῦ Βερ­τί­σκου.[20]

Σή­με­ρα κα­τα­βάλ­λε­ται με­γά­λη προ­σπά­θει­α ἀ­να­σύ­στα­σης τοῦ χω­ρι­οῦ μέ πρω­το­βου­λί­α του Πο­λι­τι­στι­κοῦ Συλ­λό­γου. Ἤ­δη ἔ­γι­νε ἡ ἐ­πι­σκευή καί ἡ συν­τή­ρη­ση τῆς στέ­γης τοῦ Να­οῦ. Μέ­σω τῆς Κοι­νο­τι­κῆς Πρω­το­βου­λί­ας L­E­A­D­ER+ἐ­πι­δο­τή­θη­κε ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, ἡ ἀ­νά­δει­ξη καί ἡ με­τα­τρο­πή τοῦ πα­λι­οῦ σχο­λε­ί­ου σέ λα­ο­γρα­φι­κό μου­σεῖ­ο.

Πα­ράλ­λη­λα γί­νον­ται προ­σπά­θει­ες προ­κει­μέ­νου:

1. Ἡ Χω­ρού­δα νά χα­ρα­κτη­ρι­σθεῖ οἰ­κι­σμός.

2. Μέ­σῳ ει­δι­κῆς με­λέ­της τῆς 9ης Ἐ­φο­ρί­ας Βυ­ζαν­τι­νῶν Ἀρ­χαι­ο­τή­των νά γί­νει ἡ συν­τή­ρη­ση τῶν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν τοῦ Να­οῦ και ἡ ἐ­πα­να­φο­ρά του στήν ἀρ­χι­κή του κα­τά­στα­ση.

3. Νά ἐ­πι­στρω­θεῖ μέ ἄ­σφαλ­το ὁ δα­σι­κός δρό­μος Βερ­τί­σκου – Χω­ρο­ύ­δας μή­κους 6 χι­λι­ο­μέ­τρων.

4. Νά το­πο­θε­τη­θεῖ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ή στόν αὔ­λει­ο χῶ­ρο τοῦ Να­οῦ γιά τήν δι­α­μο­νή τοῦ Ἐ­φη­με­ρί­ου.

Ἡ νο­σταλ­γί­α τῶν Χω­ρου­δι­α­νῶν, γι­ά τό με­γα­λεῖ­ο τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, καί ἡ ἀ­γά­πη γι­ά τήν γε­νέ­τει­ρά τους εἶ­ναι ἡ κι­νη­τή­ρι­α δύ­να­μη, πού το­ύς ὤ­θη­σε νά ἀ­να­στή­σουν μέ­σα ἀπό τά ἀ­πο­κα­ΐ­δι­α τῆς ἐμ­φύ­λι­ας κα­τα­στρο­φῆς τό δι­κό τους πα­νέ­μορ­φο χω­ρι­ό. Νά ἀ­να­στη­λώ­σουν μέ νε­ό­δμη­τα κτί­ρι­α (40 πε­ρί­που τόν ἀ­ριθ­μό) τό πα­τρι­κό τους σπί­τι. Γιά νά μήν χα­θοῦν τά ἴ­χνη τῶν προ­γό­νων τους καί τά δι­κά τους βή­μα­τα. Γιά νά βρί­σκον­ται.­..στό χω­ριό τους. Αὐ­τός ὁ τό­πος ἀ­ξί­ζει κάτι καλύτερο!

EIKONES0010

Φωτ 1. Γε­νι­κή ἄ­πο­ψη τοῦ Να­οῦ.

EIKONES0010

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Ο ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΑΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Μέσα σέ μιά θαυ­μά­σι­α το­πο­θε­σί­α εἶ­ναι χτι­σμέ­νος ὁ Να­ός τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου· σέ ἀ­πό­στα­ση 300 πε­ρί­που μέ­τρων ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο καί τά σπί­τι­α τοῦ χω­ρι­οῦ, θά λέ­γα­με στά ὄ­ριά του, οἱ κά­τοι­κοι τῆς Χω­ρο­ύ­δας «εὗ­ρον τό­πον Κυ­ρί­ῳ, σκή­νω­μα τῷ Θε­ῷ Ἰ­α­κώβ».

Ὁ Να­ός, κτί­σμα τοῦ β´ μι­σοῦ τοῦ 16ου αἰ­ῶ­νος, δέν ἔ­χει νά πα­ρου­σι­ά­σει ἐ­ξω­τε­ρι­κά τί­πο­τα τό ἰ­δι­α­ί­τε­ρο, ἀπ᾽ ὅ,τι ἄλ­λοι Να­οί τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός τύ­πος Να­οῦ τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας ἕ­να μο­νό­χω­ρο κτή­ρι­ο ξυ­λό­στε­γης βα­σι­λι­κῆς πού ἡ νο­τι­ο­δυ­τι­κή πλευ­ρά πε­ρι­βάλ­λε­ται ἀ­πό ἐ­ξω­νάρ­θη­κα (φωτ. 1).

Ὁ Να­ός εἶ­ναι κε­ρα­μο­σκε­πής σή­με­ρα, ἀλ­λά εἶ­ναι βέ­βαι­ο πώς κα­τά τήν πρώ­τη του φά­ση, δη­λα­δή μέ­χρι τό β´ μι­σό τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἦ­ταν πλα­κο­σκε­πής, ὅ­πως του­λά­χι­στον μπο­ροῦ­με νά εἰ­κά­σου­με ἀ­πό τό τύμ­πα­νο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, πού εἶ­ναι ἀ­κό­μη σκε­πα­σμέ­νο μέ λί­θι­νες πλά­κες (φωτ. 2).

Τά ὑ­λι­κά δό­μη­σης εἶ­ναι ἡ πέ­τρα καί ἀ­σβε­στο­κο­νί­α­μα (κου­ρα­σά­νι) δου­λε­μέ­να μέ τό σύ­στη­μα της ἀρ­γο­λι­θα­δο­μῆς. Ἕ­να ἁ­πλό χτί­σι­μο χω­ρίς ἰ­δι­α­ί­τε­ρη τέ­χνη καί δι­ά­κο­σμο. Πρό­κει­ται γιά πέ­τρα τῆς πε­ρι­ο­χῆς πού ὑ­πάρ­χει ἄ­φθο­νη στά γύ­ρω βου­νά, ἕ­να εἶ­δος μα­λα­κοῦ σχι­στό­λι­θου πού μπο­ρεῖ νά δου­λευ­τεῖ εὔ­κο­λα. Ἡ πέ­τρα ἄλ­λω­στε ἦ­ταν καί τό βα­σι­κό­τε­ρο ὑ­λι­κό δό­μη­σης τοῦ χω­ρι­οῦ, ἀ­φοῦ βλέ­που­με πώς ὅ­λα τά σπί­τι­α ἀλ­λά καί τό σχο­λεῖ­ο, ἦ­ταν οἰ­κο­δο­μη­μέ­να μέ πέ­τρα.

Στίς γω­νί­ες οἱ πέ­τρες ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρα σχή­μα­τα, τά γνω­στά ἀγ­κω­νά­ρι­α, ἔτ­σι ὥ­στε νά βο­η­θοῦν­ται οἱ τε­χνί­τες στό δέ­σι­μο τοῦ κτη­ρί­ου.

Φωτ 1. Γε­νι­κή ἄ­πο­ψη τοῦ Να­οῦ.

Κά­τι πού βο­η­θᾶ ἐ­πί­σης στό δέ­σι­μο τῆς τοι­χο­ποι­ί­ας εἶ­ναι οἱ τρεῖς πα­ράλ­λη­λες σει­ρές ξύ­λων, πε­ρί­που 1010 ἑ­κα­το­στῶν, πού πα­ί­ζουν τόν ρό­λο συνδετικῶν διαζωμάτων (φωτ. 3). Τά ξύ­λι­να αὐ­τά δι­α­ζώ­μα­τα βρί­σκον­ται με­τα­ξύ τους σέ ἀ­πό­στα­ση πε­ρί­που 80 ἑ­κα­το­στῶν.

Ὁ ἐ­ξω­τε­ρι­κός δι­ά­κο­σμος τοῦ Να­οῦ δέν εἶ­ναι πλο­ύ­σι­ος. Πέ­ρα ἀ­πό τήν ὀ­μορ­φιά πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ πέ­τρα δε­μέ­νη μέ τό ξύ­λο, στόν ἀ­να­το­λι­κό τοῖ­χο τοῦ Να­οῦ, πά­νω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν κόγ­χη τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, πα­ρα­τη­ροῦ­με ἴ­χνη τά τρι­ῶν ἐν­τοι­χι­σμέ­νων κα­ρα­μει­κῶν, μέ μᾶλ­λον λα­ϊ­κά σχέ­δι­α, ὅ­πως μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­λο­γί­σου­με ἀ­πό τό μι­κρό τε­μά­χι­ο κε­ρα­μει­κοῦ πού ἀ­πό­μει­νε.

Ὁ Να­ός ἔ­χει σή­με­ρα δύ­ο εἰ­σό­δους, μί­α νό­τι­α (190 x 95) καί μί­α δυ­τι­κά (190 x 80) καί τρί­α πα­ρά­θυ­ρα, ἐ­πί­σης νό­τι­α καί δυ­τι­κά.

Τό δυ­τι­κό πα­ρά­θυ­ρο (95 x 60) δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἐξ ἀρ­χῆς ὅ­πως καί τό με­γά­λο νό­τι­ο (150 x 80) γιά νά φω­τί­ζει καί νά βο­η­θᾶ στόν ἐ­ξα­ε­ρι­σμό τοῦ Να­οῦ. Τό μι­κρό ὅ­μως πα­ρά­θυ­ρο (57 x 24) στό ἀ­να­το­λι­κό μέ­ρος τοῦ νο­τί­ου το­ί­χου καί στό ὕ­ψος τοῦ Ἱ­ε­ροῦ ἀ­νο­ίχ­τη­κε πο­λύ ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά τό β´ μι­σό τοῦ 18ου αἰ­ῶ­νος, ὅ­ταν ἔ­γι­νε κά­ποι­α συν­τή­ρη­ση τοῦ Να­οῦ καί τρο­πο­ποι­ή­σεις στό ἐ­σω­τε­ρι­κό.

EIKONES0010

Πρέ­πει δέ νά ὑ­πο­γραμ­μί­σου­με ὅ­τι τό ἄ­νοιγ­μα τοῦ νο­τί­ου πα­ρα­θύ­ρου πού ἔ­γι­νε πι­θα­νῶς γιά νά ἔ­χει φω­τι­σμό ὁ χῶ­ρος τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, τραυ­μά­τι­σε τίς ὑ­πάρ­χου­σες τοι­χο­γρα­φί­ες τοῦ Ἱ­ε­ροῦ καί μά­λι­στα κα­τέ­στρε­ψε ἕ­ναν ὁ­λό­σω­μο Ἅ­γι­ο, τοῦ ὁ­πο­ί­ου σή­με­ρα σώ­ζε­ται μό­νο ἕ­να μι­κρό μέ­ρος τῶν κά­τω ἄ­κρων, καί μιά πα­ρά­στα­ση τῆς ἄ­νω σει­ρᾶς τοῦ δω­δε­κα­όρ­του.

Φωτ. 2. Ἀνατολική πλευρά τοῦ Ναοῦ.

Ὁ ἐ­ξω­νάρ­θη­κας τοῦ Να­οῦ κα­τα­λαμ­βά­νει τό μι­σό τοῦ δυτικοῦ το­ί­χου καί σχε­δόν ὅ­λο τόν νό­τι­ο τοῖ­χο, μέ­χρι τό ὕ­ψος τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος.

Οἱ δι­α­στά­σεις τοῦ ἐ­ξω­νάρ­θη­κα εἶ­ναι 2,50 x 3,60 μ., δυ­τι­κά καί 2,50 x 10,50 μ. νό­τι­α. Γύ­ρω ὑ­πάρ­χει μι­κρό τοι­χί­ο, πά­νω στό ὁ­ποῖ­ο στη­ρί­ζον­ται οἱ ξύ­λι­νοι δο­κοί τοῦ ἐ­ξω­νάρ­θη­κα. Κά­τω με­γά­λες λί­θι­νες πλά­κες σέ ἀ­κα­νό­νι­στα σχή­μα­τα δί­νουν μιά ἁ­πλό­τη­τα καί φυ­σι­κή ὀ­μορ­φιά στόν χῶ­ρο.

Οἱ δι­α­στά­σεις τοῦ Κυ­ρί­ως Να­οῦ ἐ­σω­τε­ρι­κά εἶ­ναι 5,00 x 8,50 μ., τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος 3,00 x 5,00 μ., τοῦ δέ ἐ­σω­νάρ­θη­κα 5,00 x 3,70 μ.. Ὅλος ὁ Ναός εἶναι 14,50 x 5,00 δηλαδή καταλαμβάνει 72,50 τετραγωνικά μέτρα (σχέδια 1, 2, 3). Ἡ δυ­τι­κή πύ­λη τοῦ Να­οῦ ὁ­δη­γεῖ σέ χα­μη­λό ἐ­σω­νάρ­θη­κα ἀλ­λά καί στόν γυ­ναι­κω­νί­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­λύ­πτει τόν ἐ­σω­νάρ­θη­κα σ᾽ ὅ­λες του τίς δι­α­στά­σεις (5,00 x 3,70). Τό ξύ­λι­νο χώ­ρι­σμα τοῦ γυ­ναι­κω­νί­τη πού ὑ­πάρ­χει σή­με­ρα εἶ­ναι ἔρ­γο του 19ου αἰ­ώ­να, σύγ­χρο­νο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Τέμ­πλου καί τοῦ δε­σπο­τι­κοῦ Θρό­νου, κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πό ξύ­λο, μέ λα­ϊ­κό­τρο­πες ζω­γρα­φι­ές ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πό τό φυ­τι­κό βα­σί­λει­ο. Τό κα­φα­σω­τό πού ὑ­πῆρ­χε στόν γυ­ναι­κω­νί­τη δέν σώ­ζε­ται σή­με­ρα πα­ρά μό­νο ἐ­λά­χι­στο τμῆ­μα πού μαρ­τυ­ρεῖ ἁ­πλῶς τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ κα­φα­σω­τοῦ.

Ἐ­δῶ θά πρέ­πει νά το­νί­σου­με ὅ­τι αὐ­τή ἡ «ἐ­πι­δι­ορ­θω­τι­κή» μα­νί­α τῶν ὑ­πευ­θύ­νων τοῦ Να­οῦ κα­τά τόν 19ο αἰ­ώ­να, τραυ­μά­τι­σε σο­βα­ρά τήν φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ μνη­μεί­ου, EIKONES0010

καί τοῦ­το δι­ό­τι πρῶ­τα κα­τέ­στρε­ψε τό πα­λαιό, σύμ­φω­να μέ πλη­ρο­φο­ρί­ες μας, ξυ­λό­γλυ­πτο Τέμ­πλο, δέν ἄ­φη­σε ἴ­χνη ἀ­πό τήν πρώ­τη μορφή τοῦ γυ­ναι­κω­νί­τη καί ἀλ­λο­ί­ω­σε τε­λε­ί­ως τήν πλα­κόστρω­ση τοῦ Να­οῦ.

Σή­με­ρα ὁ Να­ός εἶ­ναι ἐ­πι­στρω­μέ­νος μέ πλα­κί­δι­α βι­ο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νου μω­σα­ϊ­κοῦ, ἔρ­γο κά­ποι­ων ἄλ­λων «ἀ­να­και­νι­στῶν» τῶν ἀρ­χῶν τοῦ αἰ­ώ­να μας, ἐ­νῶ μό­νο ὁ χώ­ρος τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος δι­α­τη­ρεῖ τήν πλα­κό­στρω­σή του μέ φυ­σι­κή ἀ­κα­νό­νι­στη πέ­τρα.

Φωτ. 3. Ἄποψη βόρειας πλευρᾶς τοῦ Ναοῦ.

Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού ἡ «ἀ­να­και­νι­στι­κή» μα­νί­α ὁ­δη­γεῖ σέ θλί­ψη εἶ­ναι ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ψευ­δο­ρο­φῆς. Οἱ ὑ­πε­ύ­θυ­νοι τοῦ Να­οῦ κα­τά τόν 19ο αἰ­ώ­να, ἐ­νο­χλο­ύ­με­νοι προ­φα­νῶς ἀ­πό τήν θέ­α τῶν δο­κῶν στη­ρί­ξε­ως τῆς σκε­πῆς, δη­λα­δή τῶν μπαμ­πά­δων, ἀν­τι­ρί­δων κ.λπ., ἤ προ­σπα­θών­τας νά κα­λύ­ψουν τίς χα­λα­σμέ­νες σα­νί­δες πά­νω στίς ὁ­ποῖ­ες ἁ­πλω­νό­ταν οἱ λί­θι­νες πλά­κες, ἔ­κα­ναν τήν ξύ­λι­νη αὐ­τή ψευ­δο­ρο­φή ἡ ὁ­πο­ί­α κα­λύ­πτει ὅ­λο τόν Ναό. Δέν ὑ­πο­λό­γι­σαν ὅ­μως ὅ­τι μ᾽ αὐ­τό τόν τρό­πο κα­τέ­στρε­ψαν τίς ὡ­ραι­ό­τα­τες πα­ρα­στά­σεις τοῦ δω­δε­κα­όρ­του πού κο­σμοῦ­σαν τήν ἄ­νω ζώ­νη τοῦ τοι­χο­γρα­φι­κοῦ δι­α­κό­σμου. Ἔτ­σι ὄ­χι μό­νο τραυ­μά­τι­σαν τίς τοι­χο­γρα­φί­ες, ἀλ­λά κά­λυ­ψαν κα­τά τό ἥ­μι­συ τήν ἄ­νω ζώ­νη τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν. Ἀ­πό ὅ­σο μπο­ρέ­σα­με νά δοῦ­με στό μέ­σα μέ­ρος τῆς ψευ­δο­ρο­φῆς, με­τα­ξύ αὐ­τῆς καί τῆς σκε­πῆς οἱ δο­κοί ἔ­χουν τήν γνω­στή δι­ά­τα­ξη τῶν βα­σι­λι­κῶν, κατά τό σχῆμα (σχέδιο 2). Τό Τέμ­πλο τοῦ Να­οῦ καί ὁ δε­σπο­τι­κός Θρό­νος ἔρ­γα κι αὐ­τά τοῡ 19ου αἰ­ώ­να, χω­ρίς καλ­λι­τεχνι­κή πνοή, ἀρ­κε­τά λα­ϊ­κό­τρο­πα, δι­α­κο­σμη­μέ­νοι μέ ἀν­θι­κές πα­ρα­στά­σεις, το­πο­θε­τή­θη­καν στόν Ναό χω­ρίς πρό­νοι­α γιά τίς τοι­χο­γρα­φί­ες, πά­νω στίς ὁ­ποῖ­ες καρ­φώ­θη­καν ἄ­τε­χνα, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τό σο­βα­ρό τραυ­μα­τι­σμό τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν. Ἡ Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα στη­ρί­ζε­ται πά­νω σέ χτι­στό ἀ­πό πέ­τρες κί­ο­να δι­α­στά­σε­ων 45 x 45 ἑ­κα­το­στῶν, ἡ δέ πλά­κα τῆς Ἁ­γί­ας Τρα­πέ­ζης εἶ­ναι λα­ξευ­μέ­νη πέ­τρα δι­α­στά­σε­ων 80 x 70 καί πά­χους 10 ἑ­κα­το­στῶν,

Σχέδιο 1, κάτοψη

Σχέδιο 2, τομή Α-Α, κατά πλάτος

Σχέδιο 3, το¬μή Β-Β, κα¬τά μῆ¬κος

Στήν βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κή γω­νί­α τοῦ Να­οῦ, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στήν Πρό­θε­ση, ὑ­πάρ­χει μι­κρή κόγ­χη, πού χρη­σί­μευ­ε γιά τήν νί­ψη τῶν Ἱ­ε­ρέ­ων, ἀλ­λά

καί ὡς χω­νευ­τή­ρι­ο. Μέ­σα σέ λα­ξευ­μέ­νη θέ­ση ὑ­πάρ­χει πή­λι­νο ἀγ­γεῖ­ο τό ὁ­ποῖ­ο δι­ο­χέ­τευ­ε τό νε­ρό σέ εἰ­δι­κό ἀ­πο­χε­τευ­τι­κό χῶ­ρο – χω­νευ­τή­ρι ἔ­ξω τοῦ Να­οῦ.

Στόν ἀνατολικό τοῖχο του Ναοῦ (σχέδιο 4), στόν χῶ­ρο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, σχη­μα­τί­ζε­ται ἐ­σω­τε­ρι­κά καί ἐ­ξω­τε­ρι­κά ἡ­μι­κυ­κλι­κή κόγ­χη ἐ­νῶ δε­ξιά καί ἀ­ρι­στε­ρά αὐ­τῆς σχη­μα­τί­ζον­ται ἐ­σω­τε­ρι­κά ἡ Πρό­θε­ση καί τό Δι­α­κο­νι­κό. Πρέ­πει νά ποῦ­με πώς στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή κα­τα­σκευή τῶν δύ­ο αὐ­τῶν κογ­χῶν βο­η­θᾶ ὁ τοῖ­χος τοῦ Να­οῦ, τοῦ ὁ­πο­ί­ου τό πά­χος φθά­νει τά 85 ἑ­κα­το­στά.

EIKONES0008

EIKONES0007

Σχέδιο 4, ἀνατολική ὄψη τοῦ Ναοῦ

Σχέδιο 2, τομή Α-Α, κατά πλάτος

ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ὁ δι­ά­κο­σμος τοῦ Να­οῦ κα­λύ­πτει κυ­ρί­ως τίς ἐ­πι­φά­νει­ες τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος καί τόν βό­ρει­ο καί νό­τι­ο τοῖ­χο τοῦ κυ­ρί­ως Να­οῦ, ὡς τόν χῶ­ρο τοῦ ἐ­σω­νάρ­θη­κα·

Στό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα, στήν κόγ­χη, ἱ­στο­ρεῖ­ται ἡ Πλα­τυ­τέ­ρα τῶν οὐ­ρα­νῶν, ἐ­νῶ στήν κά­τω με­γά­λη ζώ­νη οἱ ἱ­ε­ρουρ­γοῦν­τες Ἱ­ε­ράρ­χες,

Στήν Πρό­θε­ση ἡ πα­ρά­στα­ση τῆς Ἄ­κρας Τα­πει­νώ­σε­ως, πού ἐ­πι­γρά­φε­ται ὡς «Α­ΠΟ­ΚΑ­ΘΗ­ΛΩ­ΣΙΣ» καί εἰ­κο­νί­ζει συγ­χρό­νως τήν Πα­να­γί­α καί τόν Ἰ­ω­άν­νη. Ἕ­νας Δι­ά­κο­νος καί ἕ­νας Στυ­λί­της κα­λύ­πτουν τούς δι­πλα­νο­ύς χώ­ρους, ἐ­νῶ στήν ἀν­τί­θε­τη πλευ­ρά στό Δι­α­κο­νι­κό, εἰ­κο­νί­ζε­ται ὁ ἅ­γι­ος Σπυ­ρί­δων καί ἄλ­λοι Ἱ­ε­ράρ­χες. Ἡ ψη­λό­τε­ρη ζώ­νη ἔ­χει ὑ­πο­στεῖ κα­τα­στρο­φές καί δυ­σκο­λε­ύ­ει τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν ἔρ­γων, με­ρι­κά ἴ­χνη ὅ­μως ὁ­δη­γοῦν στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι πρέ­πει νά εἰ­κο­νί­ζον­ταν οἱ Εὐ­αγ­γε­λι­στές συγ­γρά­φον­τες καί ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­σμός τῆς Θε­ο­τό­κου.

Ὁ βό­ρει­ος τοῖ­χος εἶ­ναι αὐ­τός πού δι­έ­σω­σε τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες πα­ρα­στά­σεις. Στήν ἄ­νω ζώ­νη ὑ­πάρ­χουν σκη­νές ἀ­πό τήν ζωή τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ Μυ­στι­κός Δεῖ­πνος, ἡ ἀ­πό­νι­ψη τοῦ Πι­λά­του, ἡ Προ­δο­σί­α, ἡ Στα­ύ­ρω­ση, ὁ Ἐ­πι­τά­φι­ος Θρῆ­νος, ἐ­νῶ στήν με­σα­ί­α με­γά­λη ζώ­νη πα­ρι­στά­νον­ται μέ ἱ­ε­ραρ­χη­μέ­νη τά­ξη ὁ­λό­σω­μοι Ἅ­γι­οι, Μάρ­τυ­ρες καί ἀ­θλη­τές τῆς πί­στε­ως.

Ἡ πο­διά εἶ­ναι τε­λε­ί­ως κα­τε­στραμ­μέ­νη καί τόν χῶ­ρο της κα­λύ­πτει σή­με­ρα μιά σει­ρά στα­σι­δί­ων.

Στό βό­ρει­ο ἀ­να­το­λι­κό τμῆ­μα τοῦ το­ί­χου, μέ­σα δη­λα­δή στόν χῶ­ρο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος πα­ρι­στά­νε­ται τό ὅ­ρα­μα τοῦ Πέ­τρου Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας στήν με­σα­ί­α ζώ­νη, καί πά­νω ὁ Μω­υ­σῆς πρό τῆς βά­του, ἐ­νῶ στήν κά­τω ζώ­νη, ἐ­κεῖ πού στίς ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­πάρ­χει πο­διά, ἐ­δῶ μό­λις καί δι­α­κρί­νε­ται ὁ Ἰ­ω­νᾶς νά «ἐ­ξέρ­χε­ται ἐκ τῆς κοι­λί­ας τοῦ κή­τους». Οἱ πα­ρα­στά­σεις τοῦ Μω­υ­σῆ καί τοῦ Ἰ­ω­νᾶ εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κές πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κές πα­ρα­στά­σεις πού σώ­ζον­ται.

Στόν νό­τι­ο τοῖ­χο πα­ρα­τη­ροῦ­με, στήν ψη­λό­τε­ρη ζώ­νη, σκη­νές τοῦ δω­δε­κα­όρ­του, σή­με­ρα ὅ­μως σώ­ζον­τα μό­νο ἡ Γέν­νη­ση, ἡ Ὑ­πα­παντή καί ἕ­να ἐ­λά­χι­στο τμῆ­μα πού ὑ­πο­θέ­του­με πώς ἱ­στο­ροῦ­σε τήν Βά­πτι­ση.

Στήν με­σα­ί­α ζώ­νη ξε­κι­νών­τας ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα ση­μει­ώ­νου­με τούς δύ­ο Ἱ­ε­ράρ­χες, ὁ ἕ­νας τε­λε­ί­ως κα­τε­στραμ­μέ­νος ἀ­πό τήν δι­ά­νοι­ξη τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καί στήν συ­νέ­χει­α, ἡ κε­φα­λή ἑ­νός Ἁ­γί­ου, μᾶλ­λον τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, ὁ προ­φή­της Ἠ­λί­ας καί ἀ­κο­λου­θοῦν οἱ ἅ­γι­οι Ἀ­νάρ­γυ­ροι, ὁ ἅ­γι­ος Παν­τε­λε­ή­μων, οἱ ἅ­γι­οι Κο­σμᾶς καί Δα­μι­α­νός, (σώ­ζε­ται μό­νο ἡ ἐ­πι­γρα­φή), ὑ­πάρ­χει ἕ­να κα­τε­στραμ­μέ­νο μέ­ρος καί συ­νε­χί­ζουν οἱ ἅ­γι­οι Εὐ­στά­θι­ος, Τρύ­φων, Πα­ρα­σκευή καί Κυ­ρι­α­κή.

Τό εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό πρό­γραμ­μα τοῦ Να­οῦ ξε­τυ­λί­γε­ται λι­τά καί μέ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή ἁ­πλό­τη­τα. Οἱ ἄ­γνω­στοι τε­χνί­τες δέν προ­σπα­θοῦν νά ἐν­τυ­πω­σι­ά­σουν μέ τήν θε­μα­το­λο­γί­α τους, ἀλ­λά νά δι­δά­ξουν στόν λαό τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί μέ τίς θαυ­μα­στές πα­ρα­στά­σεις τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν Ἁ­γί­ων καί τῶν ἄλ­λων Μαρ­τύ­ρων νά στη­ρί­ξουν καί νά ἐν­δυ­να­μώ­σουν τό δοῦ­λο γέ­νος.

Κτη­το­ρι­κή ἐ­πι­γρα­φή ἤ ἐ­πι­γρα­φή τῆς ἱ­στο­ρή­σε­ως τοῦ Να­οῦ δέν σώ­ζε­ται. Ἡ μο­να­δι­κή ἐ­πι­γρα­φή πού ὑ­πάρ­χει εἶ­ναι στήν Πρό­θε­ση. Εἶ­ναι ἀρ­κε­τά κα­τε­στραμ­μέ­νη ἀλ­λά ἀ­πό τά λί­γα στοι­χεῖ­α πού ἀ­πό­μει­ναν, δη­λα­δή κά­ποι­α ἴ­χνη γραμ­μά­των, βλέ­που­με νά πα­ρα­τί­θεν­ται κά­ποι­α ὀ­νό­μα­τα, ὅ­πως Γε­ωρ­γί­ου, Γε­ωρ­γά­κη, Στέρ­γι­ου. Μιά πρώ­τη σκέ­ψη ὁ­δη­γεῖ στήν κτη­το­ρι­κή ἐ­πι­γρα­φή πράγ­μα μᾶλ­λον ἀ­πί­θα­νο, γι­α­τί δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται μιά τό­σο εὐ­ρε­ί­α πα­ρά­θε­ση ὀ­νο­μά­των. Τό πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι πώς στήν ε­πι­γρα­φή ἀ­να­γρά­φον­ται ὀ­νό­μα­τα εὐ­ερ­γε­τῶν καί δω­ρη­τῶν τοῦ Να­οῦ, κά­τι πού δι­ευ­κό­λυ­νε τους Ἱ­ε­ρεῖς νά μνη­μο­νε­ύ­ουν σέ κά­θε Λει­τουρ­γί­α τά ὀ­νό­μα­τά τους.

Ἄν θά θέ­λα­με βέ­βαι­α νά χρο­νο­λο­γή­σου­με τίς τοι­χο­γρα­φί­ες, δέν θά μπο­ρο­ύ­σα­με νά μι­λή­σου­με μέ ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα, πρίν ἀ­πό τόν συ­στη­μα­τι­κό κα­θα­ρι­σμό καί τήν συν­τή­ρη­ση τοῦ μνη­με­ί­ου.

Ὅ­μως μέ τά ὑ­πάρ­χον­τα στοι­χεῖ­α καί τήν προ­σε­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση κα­τα­λή­γου­με στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ὁ Να­ός εἶ­ναι κτί­σμα τῶν μέ­σων χρό­νων του 16ου αἰ­ώ­να, οἱ δέ τοι­χο­γρα­φί­ες ἱ­στο­ροῦν­ται χω­ρίς χρο­νο­λο­γι­κή ἀ­κρί­βει­α στό α´ μι­σό τοῦ 17ου αἰ­ώ­να. Δέν πρέ­πει βέ­βαι­α νά λη­σμο­νοῦ­με ὅ­τι ἀρ­κε­τά θέ­μα­τα δέχ­τη­καν κά­ποι­α ἐ­πι­ζω­γρά­φι­ση μέ σκο­πό τήν συν­τή­ρη­σή τους. Ἄλ­λω­στε ὁ Να­ός εἶ­χε αρ­κε­τή ὑ­γρα­σί­α καί ἀ­πό βε­βαι­ω­μέ­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες ξέ­ρου­με πώς μέ­χρι καί πρό ὀ­λί­γων ἐ­τῶν, κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τοῦ χει­μώ­να ὁ Νάρ­θη­κας γέ­μι­ζε μέ νε­ρά, πού ἀ­νέ­βλυ­ζαν κά­θε φο­ρά πού ἀ­νέ­βαι­νε ἡ στάθ­μη τῶν ὑ­πο­γε­ί­ων ὑ­δά­των τῆς πε­ρι­ο­χῆς.

Οἱ ἀλ­λα­γές πού συ­νέ­βη­σαν ἐ­πί­σης στόν Ναό μέ τήν το­πο­θέ­τη­ση νέ­ου Τέμ­πλου καί Γυ­ναι­κω­νί­του, μέ τήν κα­τα­στρο­φή τῆς πο­δι­ᾶς καί τήν το­πο­θέ­τη­ση στα­σι­δί­ων, κα­θώς καί ἀ­πό τήν χρο­νο­λό­γη­ση τῶν εἰ­κό­νων τοῦ νέ­ου Τέμ­πλου πού κι­νοῦν­ται με­τα­ξύ τῶν ἐ­τῶν 1760-Ι­7­80 μᾶς κά­νουν νά πι­στε­ύ­ου­με πώς τό μνη­μεί­ο εἶ­χε προ­η­γο­ύ­με­νη ζωή του­λά­χι­στον 100 -150 χρό­νων.

Στήν συ­νέ­χει­α ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ ἀ­νά­λυ­ση καί πα­ρου­σί­α­ση τοῦ δι­α­κό­σμου, μέ τήν τά­ξη πού ὁ­ρί­ζει τό εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό πρό­γραμ­μα τοῦ Να­οῦ. Ἐ­ξε­τά­ζον­ται οἱ πα­ρα­στά­σεις τοῦ ἀ­να­το­λι­κοῦ το­ί­χου καί τῆς ἁ­ψί­δας τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, ἀ­κο­λου­θοῦν οἱ πα­ρα­στά­σεις τοῦ νο­τί­ου το­ί­χου καί τέ­λος ἐ­ξε­τά­ζου­με τά θέ­μα­τα τοῦ βο­ρεί­ου το­ί­χου τοῦ Να­οῦ.

ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΤΟΙΧΟΣ

EIKONES0058

Ἡ Πλατυτέρα (εἰκ. 1), μέ τά χέ­ρι­α ὑ­ψω­μέ­να σέ δέ­η­ση, ἀλ­λά καί σέ κά­λε­σμα τῶν πι­στῶν γιά μιά πνευ­μα­τι­κή ἀ­νά­βα­ση, «Ἄ­νω σχῶ­μεν τάς καρ­δί­ας», εἰ­κο­νί­ζε­ται στόν τύ­πο τῆς Βλα­χερ­νί­τισ­σας ἔ­χον­τας στόν κόλ­πο της τόν Χρι­στό «ἐν δό­ξῃ». Ἕ­να τέ­λει­ο γραμ­μι­κό σχέ­δι­ο ἡ ὅ­λη πα­ρά­στα­ση τῆς Πλα­τυ­τέ­ρας, πλου­τί­ζε­ται μέ τό βα­θύ κόκ­κι­νο χρῶ­μα τοῦ ἐν­δύ­μα­τος τῆς Θε­ο­τό­κου καί τήν ὡ­ρα­ί­α πτυ­χο­λο­γί­α του.

Ὁ Χρι­στός μέ χι­τώ­να χρώ­μα­τος γκρί-μπλέ, πού κα­τα­λή­γει σέ ὑ­πό­λευ­κες ψι­μι­θι­ές καί ἱ­μά­τι­ο χρώ­μα­τος χρυ­σο­ει­δοῦς ὤ­χρας, κρα­τεῖ εἰ­λη­τά­ρι­ο στό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι, ἐ­νῶ εὐ­λο­γεῖ μέ τό δε­ξί.

Τά πρό­σω­πα προ­πλα­σμέ­να μέ ὄμ­πρα ὠ­μή, πού κλί­νει στήν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ σταχ­το­πρά­σι­νου, εἶ­ναι δου­λε­μέ­να ἔτ­σι, ὥ­στε νά δη­μι­ουρ­γοῦν κα­τά­νυ­ξη, δέ­ος καί πα­ρα­μυ­θί­α.

Ὁ Χρι­στός μέ­σα σέ κυ­κλι­κή δό­ξα φέ­ρει τήν
ἐ­πι­γρα­φή ΙC XC, ἐ­νῶ στό σκοῦ­ρο κάμ­πο τῆς κόγ­χης γρά­φει ΜΡ ΘΟΥ, Η ΠΛΑ­ΤΥ­ΤΕ­ΡΑ ΤΩΝ ΟΥ­ΡΑ­ΝΩΝ. Εἶ­ναι ἡ «ὄν­τως Θε­ο­τό­κος», γιά τήν ὁ­πο­ί­α οἱ Θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες τῆς τρί­της οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου «τῷ θε­ί­ῳ πνε­ύ­μα­τι συν­δι­α­σκε­ψά­με­νοι ἐ­δογ­μά­τι-
σαν»
.[21]

Εἰκ. 1. Ἡ Πλατυτέρα.

Ἐ­δῶ ἡ Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος γί­νε­ται ἡ κλί­μα­κα ἡ ὁ­πο­ί­α ὁ­δη­γεῖ στόν οὐ­ρα­νό, ἑ­νώ­νει τόν Ναό τόν ἐ­πί­γει­ο μέ τήν ἄ­νω Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ καί κρα­τών­τας μέ­σα στόν κόλ­πο της τόν Χρι­στό κη­ρύτ­τει τό μέ­γα μυ­στή­ρι­ο τῆς θε­ί­ας σαρ­κώ­σε­ως, γί­νε­ται ἡ «κα­θέ­δρα τοῦ βα­σι­λέ­ως»[22] αὐ­τή ἡ ὁ­πο­ί­α ἀ­ξι­ώ­νε­ται νά χω­ρέ­σει μέ­σα της τόν «ἀ­χώ­ρη­ τον παντί».[23] EIKONES0059

Κά­τω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν Πλα­τυ­τέ­ρα ἱ­στο­ρεῖ­ται ἡ παρά­σταση τοῦ Ἀμνοῦ (εἰκ. 2). Τό ἅ­γι­ο Πο­τή­ρι­ο πά­νω σέ πε­σί­σκο καί πά­νω στά χε­ί­λη τοῦ ἁ­γί­ου Πο­τη­ρί­ου ὁ Ἀ­μνός-Χρι­στός, γυ­μνός μέ τά χέ­ρι­α σταυ­ρω­μέ­να στό στῆ­θος. Τόν Χρι­στό πού πα­ρι­στά­νε­ται σέ βρε­φι­κή ἡ­λι­κί­α, κα­λύ­πτει μαν­δή­λι­ο καί πά­νω ἀ­κρι­βῶς πα­ρι­στά­νε­ται ὁ Ἀ­στε­ρί­σκος. Προ­φα­νής ἐ­δῶ ὁ ἐ­πη­ρε­α­σμός ἀ­πό τήν τε­λε­τουρ­γί­α τῆς Προ­σκο­μι­δῆς κα­θώς ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας κα­λύ­πτει τά Δῶ­ρα λέ­γον­τας: «τῷ λό­γῳ Κυ­ρί­ου οἱ οὐ­ρα­νοὶ ἐ­στε­ρε­ώ­θη­σαν καὶ τῷ πνεύ­μα­τι τοῡ στό­μα­τος αὐ­τοῡ πᾶ­σα ἡ δύ­να­μις αὐ­τῶν».

Ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ Ἀ­μνοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀ­πό τόν 12ο αἰ­ώ­να. Οἱ πα­ραλ­λα­γές βε­βαί­ως ποι­κίλ­λουν κα­τά πε­ρι­ο­χές καί κα­τά ἐ­πο­χές. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά δε­ίγ­μα­τα τῆς πα­ρα­στά­σε­ως μπο­ροῦ­με νά δοῦ­με στό Ἀρ­το­φό­ρι­ο τῆς Μο­νῆς Ξη­ρο­πο­τά­μου,[24] σέ τοι­χο­γρα­φί­α στό Σά­μα­ρι τῆς Μεσ­ση­νί­ας,[25] στό κα­θο­λι­κό τῆς Μο­νῆς Χι­λαν­δα­ρί­ου,[26] στήν Κα­στο­ριά στό πα­ρεκ­κλή­σι­ο τῆς Μαυ­ρι­ώ­τισ­σας ὅ­που, ὁ μέ­γας Βα­σί­λει­ος μέ τή λόγ­χη κεν­τᾶ τήν πλευ­ρά τοῦ Ἀ­μνοῦ-Χρι­στοῦ πού κρα­τᾶ στό χέ­ρι του,[27] σέ τοι­χο­γρα­φί­α τῆς Πε­ρι­βλέ­πτου τοῦ Μυ­στρᾶ[28] καί τῆς ἁ­γί­ας Σο­φί­ας Μυ­στρᾶ,[29] στήν κόγ­χη τοῦ Να­οῦ τῆς ἁ­γί­ας Φω­θι­ᾶς[30] στήν Κρή­τη καί σέ πολ­λά ἄλ­λα μέ­ρη, πα­ρα­στά­σεις ἐξ ἴ­σου ἀ­ξι­ό­λο­γες.

Εἰκ. 2. Ἡ Κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος.

Ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ Ἀ­μνοῦ κρα­τᾶ ζων­τα­νή στή μνή­μη μας τή θυ­σί­α τοῦ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τος Λό­γου, ὁ ὁ­ποῖ­ος «με­λί­ζε­ται καὶ δι­α­με­ρί­ζε­ται καὶ πα­ρα­τί­θε­ται εἰς βρῶ­σιν τοῖς πι­στοῖς».

Ὁ ἅ­γι­ος Νεῖ­λος στή λθ´ ἐ­πι­στο­λή του γρά­φει κά­τι πού θά μπο­ροῦ­σε νά ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἐ­πι­γρα­φή τῆς πα­ρα­στά­σε­ως τοῦ Ἀ­μνοῦ: «Μὴ ὡς ψι­λῷ ἀρ­τῷ προ­σερ­χό­με­θα τῷ ἄρ­τῳ τῷ μυ­στι­κῷ· Σὰρξ γὰρ ὑ­πάρ­χει Θε­οῦ. Σὰρξ τι­μί­ᾳ καὶ προ­σκυ­νη­τὴ καὶ ζω­ο­ποι­ός».[31] Δε­ξιά καί ἀ­ρι­στε­ρά του Ἀ­μνοῦ οἱ Ἱεράρχες, σε­βί­ζον­τες πρό τοῦ EIKONES0039

φρι­κτοῦ μυ­στη­ρί­ου, κρα­τοῦν τίς λει­τουρ­γι­κές τους δέλ­τους, ὅ­που ἀ­να­γρά­φον­ται φρά­σεις ἀ­πό τή θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α. Στά πρό­σω­πά τους ἀ­πο­δί­δον­ται τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἀν­θρώ­πων με­ταρ­σι­ω­μέ­νων, πού ζοῦν τό μυ­στή­ρι­ο, πού με­τέ­χουν στή θε­ί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη. Γί­νον­ται ὄρ­γα­να τοῦ πνε­ύ­μα­τος τοῦ Ἁ­γί­ου καί Λει­τουρ­γοί τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς θε­ί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἀ­σά­λευ­τοι, εὐ­λα­βι­κοί, φέ­ρουν τό βά­ρος τῶν ὠ­μο­φο­ρί­ων τους καί τῶν πο­λυ­στα­ύ­ρων φαι­λο­νί­ων,
τό βά­ρος τῆς εκ­κλη­σι­α­στι­κῆς τους εὐ­θύ­νης (εἰκ. 3).

Εἰκ. 3. Οἱ Ἱεράρχες.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσό­στο­μος καί ὁ Μέγας Βασίλειος δε­ξιά· καί ἀ­ρι­στε­­ρά τοῦ Ἀ­μνοῦ, πί­σω ἀ­πό τόν ἅ­γι­ο Βα­σί­λει­ο, ὁ ἅγιος Γρη­γόριος ὁ Θεολόγος συλ­λει­τουρ­γεῖ κι αὐ­τός. Εἶ­ναι οἱ τῆς «Χά­ρι­τος δι­α­πρύ­σι­οι κή­ρυ­κες, οἱ ὁ­δη­γοὶ πρὸς τὰ ἄ­νω, τοῦ πα­ρα­δε­ί­σου αἱ εἴ­σο­δοι· οἱ οὐ­ρα­νο­βά­μο­νες, οἱ χρυ­σο­λό­γοι οἱ ἔν­θε­οι, πλά­κες οἱ θε­α­χά­ρα­κτοι, μα­ζοὶ οἱ ἐκ­βλύ­ζον­τες τῆς σω­τη­ρί­ας τὸ γά­λα».[32]

Φο­ροῦν πο­λυ­στα­ύ­ρι­α φαι­λό­νι­α λευ­κοῦ χρώ­μα­τος μέ μα­ύ­ρους σταυ­ρο­ύς, λευ­κά ὠ­μο­φό­ρι­α, γκρί­ζα στι­χά­ρι­α μέ πα­ρεμ­βαλ­λό­με­νες κόκ­κι­νες γραμ­μές καί πλο­ύ­σι­α πτύ­­χω­ση. Τά ἐ­πι­τρα­χή­λι­α καί τά ἐ­πι­γο­νά­τι­α ἔ­χουν σάν βά­ση τό χρῶ­μα τῆς ὤ­χρας μέ ὁ­ρι­σμέ­νες γραμ­μές σέ ἀ­νοιχ­τό­χρω­μους τό­νους καί εἶ­ναι κο­σμη­μέ­να μέ γραμ­μι­κά σχέ­δι­α. EIKONES0028

 

Τό εἰ­λη­τά­ρι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Χρυ­σο­στό­μου γρά­φει τήν εὐ­χή τῆς Προ­θέ­σε­ως «Ο ΘC O ΘC ΗΜΩΝ Ο ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟΝ ΑΡΤΟΝ» («Ὁ Θε­ὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν ὁ τὸν οὐ­ρά­νι­ον ἄρ­τον»­), καί ἡ δε­ξιά τοῦ Ἁ­γί­ου εὐ­λο­γεῖ τόν Ἀ­μνό, δη­λώ­νον­τας τή στιγμή πού λέ­γει ὁ Ἱ­ε­ρουρ­γός τό· «καὶ πο­ί­η­σον τὸν μὲν ἄρ­τον τοῦ­τον τί­μι­ον Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ σου».

Ὁ μέ­γας Βα­σί­λει­ος δι­α­βά­ζει τήν εὐ­χή· «ΟΥ­ΔΗΣ Α­ΞΗ­ΟΣ Τ(ων) ΣΥΝ­ΔΕ­ΔΕ­ΜΕ­ΝΟΝ ΤΑΙΣ» («Οὐ­δεὶς ἄ­ξι­ος τῶν συν­δε­δε­μέ­νων ταῖς σαρ­κι­καῖς ἐ­πι­θυ­μί­αις καὶ ἡδοναῖς»).[33]

Ὁ ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Θε­ο­λό­γος τόν ἀ­κο­λου­θεῖ ἔ­χον­τας στό εἰ­λη­τά­ρι­ό του τό· «Ο­ΠΟΣ Η­ΠΟ ΤΟΥ ΚΡΑ­ΤΟΥ ΣΟΥ ΠΑΝ­ΤΟ­ΤΕ ΦΥ­ΛΑΤ­ΤΟ.­.­.» («Ὅ­πως ὑ­πὸ τοῦ κρά­τους σου πάν­το­τε φυ­λατ­τό­με­νοι.­.­.­.­»­). (Ἐκ­φώ­νη­ση β´ εὐχῆς τῶν πιστῶν.)

Ἀκολουθοῦν πίσω ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο ὁ ἅγιος Νικό­λαος (εἰκ. 4), «ὁ θεῖ­ος τῆς θει­ο­τά­της ἱ­ε­ρω­σύ­νης κα­νὼν», ἰ­σχνός, ἀ­σκη­τι­κός, εὐ­λα­βι­κός πρό τοῦ Ἀ­μνοῦ, πραγ­μα­τι­κός «κα­νό­νας πί­στε­ως καὶ εἰ­κό­να πρα­ό­τη­τος»,[34] μέ τήν δε­ξιά εὐ­λο­γεῖ, ἐ­νῶ στό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι κρα­τεῖ εἰ­λη­τά­ρι­ο πού γρά­φει: «Ε­ΔΟ(ΚΕ) ΤΗΣ Α­ΓΙ­ΟΙΣ ΑΥ­ΤΟΥ ΜΑ­ΘΗ­ΤΕΣ» («Ἔ­δω­κε τοῖς ἁ­γί­οις Αὐ­τοῦ μα­θη­ταῖς…»).[35]

Εἰκ. 4. Ὁ ἅγιος Νικόλαος καί
ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.

Στά δε­ξιά πί­σω ἀ­πό τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ω­άν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο πα­ρι­στά­νον­ται οἱ «στῦ­λοι τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, Ἱ­ε­ραρ­χῶν (εἰκ. 5) ἀρ­χη­γοί, πα­τρι­αρ­χῶν οἱ ἀ­κρέ­μο­νες, καὶ παμ­ EIKONES0040

φα­εῖς φω­στῆ­ρες τῆς οἰ­κου­μέ­νης, τῶν ἐν­νοι­ῶν τοῦ Χρι­στοῦ οἱ ἐκ­φάν­το­ρες».[36]

Οἱ ἅ­γι­οι Ἀ­θα­νά­σι­ος καί Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας· ὁ ἅ­γι­ος Ά­θα­νά­σι­ος ἔ­χει τήν δε­ξιά σέ στά­ση εὐ­λο­γί­ας στό ὕ­ψος τοῦ στή­θους καί κρα­τεῖ ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο εἰ­λη­τά­ρι­ο πού γρά­φει: «Ε­ΛΑΜ­ΨΟΝ ΕΝ ΤΕΣ ΚΑΡ­ΔΗ­ΕΣ Η­ΜΩΝ», (Ἔλ­λαμ­ψον ἐν ταῖς καρ­δί­αις ἡ­μῶν…).[37] Ὁ δέ ἅ­γι­ος Κύ­ριλ­λος τε­ί­νει τό δε­ξί χέ­ρι εὐ­λο­γών­τας καί τό εἰ­λη­τά­ρι­ό του γρά­φει: «ΠΑ­ΛΙΝ Κ(ΑΙ) ΠΟ­ΛΑ­ΚΟΙΣ ΣΗ ΠΡΟ­ΣΠΟΙ­ΠΤΟ (ΜΕΝ)», («Πά­λιν καὶ πολ­λά­κις σοὶ προσπίπτομεν…»).[38] Ἔ­χει κα­λυμ­μέ­νη τήν κε­φα­λή του μέ σκου­φί, τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει σταυ­ρο­ύς, τό δέ Φαι­λό­νιό του δι­α­φέ­ρει τῶν ἄλ­λων Ἱ­ε­ραρ­χῶν ὡς πρός τό μέ­γε­θος τῶν σταυ­ρῶν. Φα­ί­νε­ται πώς ὁ ἁ­γι­ο­γρά­φος ἦ­ταν γνώ­στης τῆς σχε­τι­κῆς πα­ρα­δό­σε­ως πε­ρί τῆς ζω­γρα­φι­κῆς πα­ρα­στά­σε­ως τοῦ ἁ­γί­ου Κυ­ρίλ­λου Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας.[39]

«Εἰς χει­ρό­γρα­φον βι­βλί­ον τῆς ἁ­γι­ο­γρα­φι­κῆς τέ­χνης εὕ­ρη­κα γραμ­μέ­νον τοῦ­το τό ἱ­στο­ρι­κόν: Πρό­σε­χε δὲ ἀ­κρι­βῶς, ὅ­ταν κά­μνῃς τὸν ἅ­γι­ον Κύ­ριλ­λον Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, νὰ ποι­ή­σῃς ἄλ­λην βα­φὴν τὸ φε­λό­νι­ον αὐ­τοῦ καὶ ἄλ­λην τῆς κε­φα­λῆς του τὸ κά­λυμ­μα. Ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ξέ­νον, καὶ εἶ­ναι ἀ­νάγ­κῃ να μὴ ὁ­μοι­ά­ζῃ. Ἐ­πει­δὴ φα­ί­νε­ται εἰς τὴν ἱ­στο­ρί­αν ὅ­τι ὁ ἅ­γι­ος Κύ­ριλ­λος εἶ­χεν ὑ­πο­ψί­αν δι­ὰ τὸν Χρυ­σό­στο­μον, ὅ­τι τὰ συγ­γράμ­μα­τά του νὰ εἶ­ναι νο­θευ­μέ­να ἀ­πό τοῦ Ὠ­ρι­γέ­νους, κα­θὼς ἤ­θε­λον τοῦ εἰ­πῆ κά­ποι­οι κα­κό­τρο­ποι ἄν­θρω­ποι. Ὁ δὲ ἅ­γι­ος Κύ­ριλ­λος, χω­ρίς νὰ δι­α­βά­σῃ καὶ νὰ δο­κι­μά­σῃ τὰ τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, λα­βῶν ἅ­παν­τα ὅ­σα τοῦ εὑ­ρέ­θη­σαν, τὰ ἔ­καυ­σεν. Καὶ εὐ­θὺς τὸν ἐ­πί­α­σε μί­α δυ­να­τὴ κε­φα­λαλ­γί­α, καὶ τό­σος πό­νος τοῦ ἦλ­θε εἰς τὴν κε­φα­λήν, ὁ­ποῦ δὲν εἶ­χε πο­τὲ ἀ­νά­παυ­σιν. Κα­τα­νο­ή­σας λοι­πὸν τὸ αἴ­τι­ον, καὶ ἐ­πι­κα­λε­σά­με­νος τὸν ἅ­γι­ον Χρυ­σό­στο­μον, καὶ ζη­τή­σας συγ­χώ­ρη­σιν εἰς τὸ ἁ­μάρ­τη­μά του, ὁ­ρᾷ τὸν Χρυ­σό­στο­μον, ἐν ὁ­ρά­μα­τι, δι­κα­ζό­με­νον μετ᾽ αὐ­τοῦ δι­ὰ τὴν αἰ­τί­αν τῆς κα­ύ­σε­ως τοῦ το­σο­ύ­του αὐ­τοῦ κό­που τῶν ψυ­χω­φε­λῶν αὐ­τοῦ βι­βλί­ων. Ὁ μὲν ἅ­γι­ος Κύ­ριλ­λος, μὲ δά­κρυ­α καὶ μὲ τα­πε­ί­νω­σιν ἐ­ζή­τει συγ­χώ­ρη­σιν. Ὁ δὲ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος εὐ­λο­γή­σας αὐ­τὸν, ἀ­πέ­στη ἀπ᾽ αὐ­τοῦ· Ὁ δὲ Κύ­ριλ­λος, κρα­τή­σας μέ­ρος τοῦ Φε­λο­νί­ου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου, χά­ριν προ­σκυ­νή­σε­ως, καὶ γε­νό­με­νος ἔ­ξυ­πνος, ὁ­ρᾷ ἐν ταῖς χερ­σὶν αὐ­τοῦ τὸ μέ­ρος τοῦ Φε­λο­νί­ου μὲ τὸ πο­λυ­στα­ύ­ρι­ον, καὶ ἀ­σπα­ζό­με­νος αὐ­τὸ, καὶ βα­λὼν ἐ­πά­νω τῆς κε­φα­λῆς αὐ­τοῦ πα­ρευ­θὺς ἐ­λα­τρε­ύ­θη. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε καὶ ἔμ­προ­σθεν, ἐ­σκέ­πα­ζε τὴν κε­φα­λὴν ἐν ταῖς θε­ί­αις ἱ­ε­ρουρ­γί­αις μὲ αὐ­τὸ τὸ ἁ­γι­ώ­τα­τον μέ­ρος τοῦ Φε­λο­νί­ου, εἰς εὐ­λο­γί­αν καὶ ἔν­δει­ξιν τοῦ θα­ύ­μα­τος. Δι­ὰ τοῦ­το, λοι­πόν, γί­νε­ται μὲ ἄλ­λην βα­φὴν τὸ κά­λυμ­μα τῆς κε­φα­λῆς του».

Εἰκ. 5. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος
καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας.

EIKONES0041

Οἱ πα­ρα­στά­σεις συ­νε­χί­ζον­ται καί ἔ­ξω ἀ­πό τήν κόγ­χη μέ Ἱ­ε­ράρ­χες καί Δι­α­κό­νους, κα­θώς καί τήν πα­ρά­στα­ση τῆς Ἄ­κρας Τα­πει­νώ­σε­ως στήν Πρό­θε­ση (εἰκ. 6). Συγ­κε­κρι­μέ­να στό ἀ­ρι­στε­ρό μέ­ρος τοῦ ἀ­να­το­λι­κοῦ το­ί­χου βλέ­που­με τόν ἅ­γι­ο Συ­με­ών τόν Στυ­λί­τη ἐ­πά­νω στόν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κί­ο­να. Ὁ ἅ­γι­ος εἰ­κο­νί­ζε­ται μέ­χρι τή μέ­ση, σάν νά κά­θε­ται, μέ­σα στή χτι­στή ἑ­ξα­γω­νι­κή ἀ­πό­λη­ξη τοῦ κί­ο­να, σέ τύ­πο φω­λε­ᾶς. Φο­ρεῖ μο­να­χι­κό ἔν­δυ­μα πού κα­λύ­πτει τήν κε­φα­λή του, εί­ναι στρογ­γυ­λο­γέ­νης καί αὐ­στη­ρός στήν ὄ­ψη, τά δέ χέ­ρι­α του σέ στά­ση πού δη­λώ­νουν ὅ­τι ὁ Ἅ­γι­ος συ­ζη­τᾶ ἡ κη­ρύτ­τει.

Εἰκ. 6. Ἡ Πρόθεση.

Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά τῆς Προ­θέ­σε­ως ὁ Δι­ά­κο­νος Στέ­φα­νος, νέ­ος, ἀ­γέ­νει­ος, μέ Στη­χά­ρι­ο, κρα­τεῖ θυ­μι­α­τό σάν νά δι­α­κο­νεῖ στήν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν Δώ­ρων. Πά­νω ἀ­πό τόν ἅ­γι­ο Στέ­φα­νο, προ­σπα­θών­τας ὁ τε­χνί­της νά κα­λύ­ψει τόν κε­νό χώ­ρο

EIKONES0070

πού ὑ­πο­λε­ί­πε­ται, ζω­γρα­φί­ζει ἕ­να δο­χεῖ­ο μέ­σα ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο βγα­ί­νει μιά ἀν­θι­κή πα­ρά­στα­ση.

Ἡ πα­ρά­στα­ση πού δε­σπό­ζει ὅ­μως ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ κόγ­χη τῆς Προ­θέ­σε­ως πού ἐ­πι­γρά­φε­ται ὡς «Ἀ­πο­κα­θή­λω­σις». Ὁ Χρι­στός, σέ σαρ­κο­φά­γο ὡ­ραι­ό­τα­τα δι­α­κο­σμη­μέ­νη μέ δύ­ο σει­ρές σχε­δί­ων, μί­α στε­νή ἄ­νω καί μί­α πού κα­λύ­πτει ὅ­λη τήν πλευ­ρά τῆς σαρ­κο­φά­γου καί εἰ­κο­νί­ζει σέ τρι­χρω­μί­α τήν κε­φα­λή λε­ον­τα­ρι­οῦ, ἀ­πό τό στό­μα τοῦ ὁ­πο­ί­ου ξε­προ­βάλ­λει δι­ά­κο­σμος πού δί­νει τήν ἐν­τύ­πω­ση φυ­τοῦ. Ὁ νε­κρός Χρι­στός, ὁ­ρα­τός ὡς καί τό κά­τω μέ­ρος τοῦ κορ­μι­οῦ, εἶ­ναι ζω­σμέ­νος στή μέ­ση μέ ἔν­δυ­μα λευ­κοῦ χρώ­μα­τος καί τά χέ­ρι­α σταυ­ρω­μέ­να μπρο­στά μέ θέ­ση πρός τά πά­νω, σάν νά δε­ί­χνει τούς τύ­πους τῶν ἥ­λων (εἰκ. 7). Ἡ κε­φα­λή ἔ­χει κλί­ση πρός τά δε­ξιά. Δί­πλα του μέ ἔκ­φρα­ση ὀ­δύ­νης ἡ Πα­να­γί­α μη­τέ­ρα τόν κρα­τεῖ στήν ἀγ­κα­λιά της, σέ κί­νη­ση ἀ­σπα­σμοῦ, ἐ­νῶ ὁ «ἠ­γα­πη­μέ­νος μα­θη­τής», ὁ Ἰ­ω­άν­νης, στήν γνω­στή στά­ση μέ τό χέ­ρι στό πρό­σω­πο, θρη­νεῖ γιά τό μαρ­τύ­ρι­ο τοῦ δι­δα­σκά­λου. Παρ᾽ ὅ­λα αὐ­τά στό πρό­σω­πο του δι­α­φα­ί­νε­ται ἠ­ρε­μί­α καί βε­βαι­ό­τη­τα γιά τήν προσ­δο­κό­με­νη ἀ­νά­στα­ση. Τό ἔν­δυ­μα τῆς Πα­να­γί­ας εἶ­ναι στήν

EIKONES0042

ἀ­πό­χρω­ση τοῦ χον­δρο­κόκ­κι­νου, ἐ­νῶ τοῦ Ἰ­ω­άν­νη σέ σκοῦ­ρο μπλέ μέ κά­ποι­ους ἀ­νοιχ­τό­τε­ρους τό­νους. Πί­σω δε­σπό­ζει ὁ σταυ­ρός.

Εἰκ. 7. Ἡ Ἀποκαθήλωση.

Στόν ἴ­δι­ο πε­ρί­που εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό τύ­πο εἶ­ναι οἱ πα­ρα­στά­σεις τῆς μο­νῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν,[40] τῆς μονῆς Ντίλιου,[41] καί τῆς μονῆς ΜΑRCO,[42] ὅ­πως ἐ­πί­σης καί τῆς μο­νῆς Με­λέ Ἀ­λα­γο­νί­ας,[43] χω­ρίς βέ­βαι­α νά ὑ­πάρ­χουν σ᾽ αὐ­τές τίς πα­ρα­στά­σεις ὁ Ἰ­ω­άν­νης καί ἡ Θε­ο­τό­κος.

Στήν ἀν­τί­στοι­χη πλευ­ρά τοῦ Δι­α­κο­νι­κοῦ δε­σπό­ζουν μορ­φές Ἱ­ε­ραρ­χῶν.[44] Ὁ ἅ­γι­ος Σπυ­ρί­δων, «ὁ πραὺς καὶ ἀ­κέ­ραι­ος, ὁ ἁ­πλό­τη­τι ἀ­λη­θεῖ καλ­λυ­νό­με­νος, ὁ ἐ­πί­γει­ος ἄγ­γε­λος καὶ τοῦ ἀμ­πε­λῶ­νος ἐρ­γά­της»,[45] κα­τέ­χει τή θέ­ση τῆς κόγ­χης τοῦ Δι­α­κο­νι­κοῦ.

Φο­ρεῖ πο­λυ­στα­ύ­ρι­ο Φαι­λό­νι­ο, λευ­κό μέ μα­ύ­ρους σταυ­ρο­ύς. Ἔ­χει κα­λυ­μέ­νη τήν κε­φα­λή μέ τό γνω­στό ψά­θι­νο σκοῦ­φο, καί τά χέ­ρι­α του ἀ­νοιχτά, ὑ­πο­δε­χό­με­νος προ­φα­νῶς τίς προ­σφο­ρές τῶν πι­στῶν πού κα­τέ­τε­θαν στό Δι­α­κο­νι­κό (εἰκ. 8).

Ἐ­δῶ ὁ τε­χνί­της προ­σπά­θη­σε νά ἀ­πο­δώ­σει ὅ­λη τήν πρα­ό­τη­τα καί γλυ­κύ­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου στήν εἰ­κό­να του.
Ἔτ­σι ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος ἑρ­μη­νε­ύ­ει θαυ­μά­σι­α τήν ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς ἑ­ορ­τῆς του. Στήν ἀ­ρι­στε­ρά κρα­τεῖ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο. Πά­νω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν κόγ­χη τοῦ Δι­α­κο­νι­κοῦ, ἱ­στο­ρεῖ­ται ὁ ἅ­γι­ος Χα­ρά­λαμ­πος κρα­τών­τας στό ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τό ἱ­ε­ρό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο καί εὐ­λο­γών­τας μέ τό δε­ξί. Φο­ρεῖ κόκ­κι­νο Φαι­λό­νι­ο χω­ρίς σταυ­ρο­ύς.

Εἰκ. 8. Διακονικό. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων.

Δί­πλα του ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ά­κω­βος ὁ Ἀ­δελ­φό­θε­ος κρα­τεῖ ἀ­να­πτυγ­μέ­νο εἰ­λη­τά­ρι­ο πού γρά­φει: «Ο­ΤΗ ΣΕ ΑΙ­ΝΟΥ­ΣΙ ΠΑ­ΣΕ Ε ΔΗ­ΝΑ­ΜΗΣ», («Ὅ­τι Σὲ αἰ­νοῦ­σι πᾶ­σαι αἱ δυ­νά­μεις τῶν οὐ­ρα­νῶν»).[46]

Ἐ­δῶ θά πρέ­πει νά το­νί­σου­με τή δι­α­φο­ρά πού ὑ­πάρ­χει στίς πα­ρα­στά­σεις τῶν δύ­ο αὐ­τῶν Ἁ­γί­ων, μέ τήν πα­ρου­σί­α καί τήν τε­χνι­κή ἀ­πό­δο­ση τῶν ἄλ­λων Ἱ­ε­ραρ­χῶν τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος. Εἶ­ναι ἐμ­φα­νές κά­ποι­ο δε­ύ­τε­ρο χέ­ρι ζω­γρά­φου. Οἱ προ­πλα­σμοί τῶν προ­σώ­πων, ἡ πτυ­χο­λο­γί­α καί τό χρῶ­μα τῶν ἐν­δυ­μά­των, μαρ­τυ­ροῦν πώς εἶ­ναι ἔρ­γα ὄ­χι του ἴ­δι­ου τε­χνί­του ἤ καρ­πός κά­ποι­ας με­τα­γε­νέ­στε­ρης ἐ­πι­ζω­γρα­φή­σε­ως. Βέ­βαι­α ὁ νέ­ος τε­χνί­της προ­σπα­θεῖ νά με­ί­νει πι­στός στή φόρ­μα καί τό χρῶ­μα τοῦ πρώ­του ζω­γρά­φου, ἀλ­λά δέν τό κα­τορ­θώ­νει μέ ἐ­πι­τυ­χί­α. Τό Φαι­λό­νι­ο τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­α­κώ­βου, ἄν καί προ­σπα­θεῖ νά ἔ­χει τήν πτυ­χο­λο­γί­α καί τό χρῶ­μα τῶν ἄλ­λων Ἱ­ε­ραρ­χῶν, βλέ­που­με νά δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ­ται. Οἱ σταυ­ροί ἐ­δῶ βρί­σκον­ται μέ­σα σέ κύ­κλο, κά­τι πού δέν συμ­βα­ί­νει στά πο­λυ­στα­ύ­ρι­α Φαι­λό­νι­α τῶν ἄλ­λων Ἱ­ε­ραρ­χῶν. Τά σαρ­κώ­μα­τα στά πρό­σω­πα ἔρ­χον­ται σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τά ἀν­τί­στοι­χα ἄλ­λων Ἁ­γί­ων. Ἐ­δῶ σάρ­κω­μα καί προ­πλα­σμός δέν δέ­νουν ἁρ­μο­νι­κά ἀλ­λά καί δέν ἔ­χουν τό ἁ­πα­λό χρῶ­μα τίς ὤ­χρας τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­κρα­τεῖ στά ἄλ­λα πρό­σω­πα καί γλυ­κα­ί­νει τήν ἀν­τί­θε­ση προ­πλα­σμοῦ καί σάρ­κας, ἀλ­λά ἐ­πι­πλέ­ον δί­νει φῶς καί ἠ­ρε­μί­α στά πρό­σω­πα τῶν Ἁ­γί­ων. Ἡ ἀν­τί­θε­ση γί­νε­ται ἔν­το­να φα­νε­ρή, γι­α­τί ὁ ἅ­γι­ος Σπυ­ρί­δω­νας, ἔ­ξο­χο δεῖγ­μα δου­λει­ᾶς τοῦ πρώ­του τε­χνί­τη ὁ­δη­γεῖ μοι­ραῖ­α σέ σύγ­κρι­ση μέ τούς ἄλ­λους δύ­ο Ἁ­γί­ους πού τόν πε­ρι­βάλ­λουν. Ὁ λό­γος αὐ­τῆς τῆς ἐ­πι­ζω­γρα­φή­σε­ως μπο­ρεῖ ἴ­σως νά ἐ­ξη­γη­θεῖ ἀ­πό τό γε­γο­νός τῆς δι­α­νο­ί­ξε­ως πα­ρα­θύ­ρου στό Ν.Α. μέ­ρος τοῦ νο­τί­ου το­ί­χου. Κα­τά τήν δι­ά­νοι­ξη τοῦ πα­ρα­θύ­ρου ὅ­πως εἴ­πα­με, κα­τα­στρά­φη­καν τοι­χο­γρα­φί­ες. Ἔτ­σι προ­σπα­θών­τας νά δι­ορ­θώ­σουν τίς ζη­μι­ές πού ὑ­πέ­στη­σαν οἱ πα­ρα­στά­σεις, κά­ποι­ο χέ­ρι ἀ­νέ­λα­βε νά δι­ορ­θώ­σει τή δη­μι­ουρ­γη­θεῖ­σα κα­τά­στα­ση.

Τή φρον­τί­δα, λοι­πόν, τοῦ νέ­ου ζω­γρά­φου δέχ­τη­κε καί ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ἐ­λε­ή­μων (εἰκ. 9). Ζω­γρα­φι­σμέ­νος κοντά στό Δι­α­κο­νι­κό ἐ­ξη­γεῖ ἴ­σως τόν λό­γο, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πε­κλή­θη Ἐ­λε­ή­μων. Στήν ἀρ­χα­ί­α Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πό τό Δι­α­κο­νι­κό ξε­κί­νη­σε ἡ πρώ­τη μορφή φι­λαν­θρω­πί­ας, ὅ­που γι­νό­ταν ἡ δι­α­νο­μή τῶν προ­σφο­ρῶν στά φτω­χό­τε­ρα μέ­λη τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς κοι­νό­τη­τας.

EIKONES0043

Ὁ Ἅ­γι­ος φο­ρεῖ κοκ­κι­νό­χρω­μο μη­τρό­σχη­μο σκοῦ­φο, μέ τήν δε­ξιά εὐ­λο­γεῖ, ἐ­νῶ μέ τήν ἀ­ρι­στε­ρά του θά πρέ­πει νά κρα­τεῖ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, ἄν μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­λο­γί­σου­με σω­στά ἀ­πό τήν πρός τά ἄ­νω κί­νη­ση του χε­ρι­οῦ, καί ὅ­σο μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά δι­α­κρί­νου­με ἡ ὑ­γρα­σί­α καί ἡ ἐ­πί­χρι­ση τοῦ κα­τα­στρα­μέ­νου μέ­ρους. Φο­ρεῖ ἐ­πί­σης λευ­κό Ὠ­μο­φό­ρι­ο μέ κόκ­κι­νους σταυ­ρο­ύς καί πο­λυ­στα­ύ­ρι­ο Φαι­λό­νι­ο. Τό Ἐ­πι­τρα­χή­λι­ο καί τό Ἐ­πι­γο­νά­τι­ο φέ­ρουν πα­ρα­στά­σεις ὅ­μοι­ες μέ τά τῶν ἄλ­λων Ἱ­ε­ραρ­χῶν τό δέ Στι­χά­ρι­ο εἶ­ναι χρώ­μα­τος σκο­ύ­ρου μπλέ, μέ ἀ­νο­ίγ­μα­τα στό γκρί-μπλέ.

Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς, δη­λα­δή στόν βό­ρει­ο τοῖ­χο καί συγ­κε­κρι­μέ­να στό βό­ρει­ο-ἀ­να­το­λι­κό τμῆ­μα, μέ­σα στόν χῶ­ρο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος, πα­ρα­τη­ροῦ­με τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας μέ τό γνω­στό ὅ­ρα­μα. Ὑ­πάρ­χει τρά­πε­ζα πού στη­ρί­ζε­ται σέ κι­ο­νί­σκο. Πά­νω της βρί­σκε­ται τό ἱ­ε­ρό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, κι ἕ­να ὕ­φα­σμα ὅ­που πα­τεῖ ὁ Χρι­στός, μι­κρός στήν ἡ­λι­κί­α, γυ­μνός καί πε­ρι­βε­βλη­μέ­νος μό­νο γύ­ρω ἀ­πό τή μέ­ση καί τήν ἀ­ρι­στε­ρή ὠ­μο­πλά­τη τό δι­ερ­ρηγ­μέ­νο χι­τώ­να. Πί­σω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τόν Χρι­στό ὑ­πάρ­χει Κι­βώ­ρι­ο καί στό βά­θος οἰ­κή­μα­τα (εἰκ. 10). Ὁ ἅ­γι­ος Πέ­τρος στρογ­γυ­λο­γέ­νης, μέ πυ­κνά σγου­ρά μαλ­λιά, πο­λυ­στα­ύ­ρι­ο Φαι­λό­νι­ο καί λευ­κό Ὠ­μο­φό­ρι­ο, σέ κα­τά­στα­ση ἐκ­στά­σε­ως, τά δέ χέ­ρι­α του σέ στά­ση δε­ή­σε­ως, ἐ­ρω­τᾶ τόν Χρι­στό: «τίς σου τὸν χι­τῶ­να δι­ῆ­λεν;» ὁ δέ Χρι­στός ἀ­παν­τᾶ: «οὗ­τος ὁ παν­κά­κι­στος Ἄ­ρει­ος, Πέ­τρε».[47]

­ EIKONES0044

Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι τά λόγι­α τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι γραμ­μέ­να μέ τήν ἀν­τί­θε­τη φο­ρά (κα­τά τήν ἀ­ρα­βι­κή γρα­φή) καί βγα­ί­νουν ἀ­π’ εὐ­θε­ί­ας ἀ­πό τό στό­μα τοῦ Χρι­στοῦ.

Εἰκ. 9. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων.

Τό θέ­μα εἶ­ναι γνω­στό ἀ­πό τό τέ­λος τοῦ 14ου αἰ­ώ­να. Τό 1384 τό συ­ναν­τᾶ­με στόν ἅ­γι­ο Ἀ­θα­νά­σι­ο Κα­στο­ρι­ᾶς καί κα­τό­πιν γί­νε­ται προ­σφι­λές θέ­μα τῶν ἁ­γι­ο­γρά­φων τῆς Κρη­τι­κῆς σχο­λῆς.[48]

Πα­ρό­μοι­ες συν­θέ­σεις μέ ἐ­λά­χι­στες δι­α­φο­ρές συ­ναν­τᾶ­με στόν Ναό τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου Πη­γῶν-Μεσ­ση­νί­ας, ὅ­που ὁ Χρι­στός εἰ­κο­νί­ζε­ται σέ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α καί ὄ­χι ὡς νή­πι­ο. Στό κα­θο­λι­κό τῆς Μο­νῆς Δι­ο­νυ­σί­ου Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ὅ­που ὅ­μως ὁ Χρι­στός εὐ­λο­γεῖ, στόν ἅ­γι­ο Νι­κό­λα­ο Ἀ­να­παυ­σᾶ στά Με­τέ­ω­ρα καί σέ πολ­λο­ύς ἐ­πί­σης Να­ούς τῆς ἐ­πο­χῆς αὐ­τῆς καί με­τα­γε­νέ­στε­ρους.

Με­τα­ξύ τῆς πα­ρα­στά­σε­ως τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας καί τοῦ Δι­α­κό­νου Στε­φά­νου ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιά τή νί­ψη τῶν Ἱ­ε­ρέ­ων καί ἐ­πέ­χει θέ­ση χω­νευ­τη­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δι­α­κο­σμη­μέ­νος ἁ­πλά μέ ρομ­βο­ει­δή σχή­μα­τα (εἰκ. 10).

Κά­τω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ ὁ­ράμα ­­-
­τος τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου, ὑ­πάρ­χουν ἴ­χνη ἀ­πό τήν πα­ρά-
­στα­ση τοῦ Ἰ­ω­νᾶ κα­θώς ἐ­ξέρ­χε­ται ἀ­πό τήν κοι­λιά τοῦ κή­τους (εἰκ. 10). Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ἡ φθο­ρά ἄ­φη­σε μό­νο ἕ­να μέ­ρος τῆς κε­φα­λῆς τοῦ κή­τους καί τῶν ἱ­μα­τί­ων τοῦ Ἰ­ω­νᾶ καί κα­τέ­στρε­ψε τήν ὑ­πό­λοι­πη πα­ρά­στα­ση.

Εἰκ. 10. Ὅραμα ἁγίου Πέτρου Ἀλεξανδρείας.
Ὁ Μωυσῆς πρό τῆς βάτου. Τό χωνευτήρι.

Ἴ­χνη ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ Ἰ­ω­νᾶ.

EIKONES0019

Στό ὕ­ψος τῆς πα­ρα­στά­σε­ως τοῦ Ἰ­ω­νᾶ συ­νε­χί­ζε­ται ἡ γνω­στή πο­διά ἡ ὁ­πο­ί­α κα­λύ­πτει ὅ­λο τόν χῶ­ρο τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Βή­μα­τος. Εἶ­ναι τρι­γω­νι­κά σχή­μα­τα μέ ὀ­φι­ο­ει­δή γραμ­μή σέ ἀ­πο­χρώ­σεις χον­δρο­κόκ­κι­νου καί σκο­ύ­ρου μπλέ, πά­νω σέ λευ­κό φόν­το (εἰκ. 12).

EIKONES0018

Στήν ψη­λό­τε­ρη ζώ­νη των τοι­χο­γρα­φι­ῶν δέν μπο­ροῦ­με νά στα­θοῦ­με, γι­α­τί ἡ ψευ­δο­ρο­φή τίς ἔ­χει κα­λύ­ψει, ἀλ­λά καί ἡ ὑ­γρα­σί­α τίς ἔ­χει κα­τα­στρέ­ψει σέ με­γά­λο βαθμό.

Εἰκ. 12. Ν. Δ. πλευρά νοτίου τοίχου, κάτω ἡ ποδιά.

Εἰκ. 11. Ἀδιάγνωστος Ἅγιος. (Λεπτομέρεια).

Πά­νω ἀ­πό τήν Πρό­θε­ση καί τό Δι­α­κο­νι­κό ὑ­πάρ­χουν ἀ­δι­ά­γνω­στες πα­ρα­στά­σεις. Σώ­ζον­ται μό­νο τά κά­τω ἄ­κρα τῶν εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νων μᾶλ­λον Εὐ­αγ­γε­λι­στῶν, καί πι­θα­νῶς τοῦ Ἀγ­γέ­λου καί τῆς Θε­ο­τό­κου ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ, σέ θέ­ση λί­γο πιό πά­νω ἀ­πό τήν Πλα­τυ­τέ­ρα, καί στήν ἐ­ξω­τε­ρι­κή πλευ­ρά τοῦ τό­ξου τῆς κόγ­χης.

Ἡ μο­να­δι­κή πα­ρά­στα­ση πού δι­α­τη­ρεῖ­ται εἶ­ναι στό βό­ρει­ο τοῖ­χο, πά­νω ἀ­πό τό ὅ­ρα­μα τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου Ἀ­λε­ξαν­δρε­ί­ας, καί εἰ­κο­νί­ζει τόν Μω­υ­σῆ πρό τῆς και­ο­μέ­νης βά­του (εἰκ. 10). Ὁ Μω­υ­σῆς ἔκ­θαμ­βος ἀ­κουμ­πᾶ τό ρα­βδί στόν ὦ­μο του καί γο­να­τί­ζει γιά νά λύ­σει τά σαν­δά­λι­ά του (εἰκ. 10). Γύ­ρω του ὑ­πάρ­χουν λο­φί­σκοι καί χόρ­τα, ἐ­νῶ μπρο­στά του ἡ «και­ο­μέ­νη καὶ μὴ φλε­γο­μέ­νη βά­τος» μέ­σα ἀ­πό τήν ὁ­πο­ί­α ξε­πη­δᾶ ἡ Πα­να­γί­α, σέ στά­ση πού δη­λώ­νει πώς ὁ­μι­λεῖ πρός τόν Μω­υ­σῆ, καί μορ­φο­ποι­εῖ τήν βά­το κα­τά τό Ἀ­να­στά­σι­μο Δο­ξα­στι­κό τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ τοῦ β´ ἤ­χου, πού λέ­γει «ὡς γὰρ ἡ βά­τος οὐκ ἐ­κα­ί­ε­το κα­τα­φλε­γο­μέ­νη, οὕ­τω Παρ­θέ­νος ἔ­τε­κες καὶ Παρ­θέ­νος ἔ­μει­νας».

Ὁ Μω­υ­σῆς ἰ­σχνός, ὀ­λι­γο­γέ­νει­ος, φο­ρεῖ βα­θυ­πρά­σι­νο κα­τα­σάρ­κι­ο καί ἱ­μά­τι­ο σέ σκοῦ­ρο κόκ­κι­νο χρῶ­μα.

ΝΟΤΙΟΣ ΤΟΙΧΟΣ

Ὁ νό­τι­ος τοῖ­χος τοῦ Να­οῦ εἶ­ναι αὐ­τός πού ὑ­πέ­στη τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φθο­ρές καί κα­τα­στρο­φές ἀ­πό τόν χρό­νο.

Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες χω­ρί­ζον­ται σέ δύ­ο ζῶ­νες καί σέ μιά χα­μη­λό­τε­ρη, τήν πο­διά, ἡ ὁ­πο­ί­α ὅ­μως ἐ­λά­χι­στα δι­α­κρί­νε­ται σή­με­ρα. Στήν ψη­λό­τε­ρη ζώ­νη δι­α­σώ­ζον­ται ἐ­λά­χι­στες πα­ρα­στά­σεις τοῦ δω­δε­κα­όρ­του, ὅ­πως ἡ Γέν­νη­ση, ἡ Ὑ­πα­παντή, ἡ Βά­πτι­ση. Οἱ ὑ­πό­λοι­πες πα­ρα­στά­σεις, ἴ­σως ἐ­πει­δή ὑ­πέ­στη­σαν κά­ποι­ες φθο­ρές, ἐ­πι­χρί­στη­καν μέ ἀ­σβέ­στη.

Στήν με­σα­ί­α με­γά­λη ζώ­νη καί σάν συ­νέ­χει­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Ἐ­λε­ή­μο­νος καί τοῦ κα­τε­στραμ­μέ­νου Ἁ­γί­ου ἀ­πό τή δι­ά­νοι­ξη τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, σώ­ζε­ται μιά μορφή ἀ­δι­ά­γνω­στη, πι­θα­νόν του ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, καί λέ­με πι­θα­νόν γι­α­τί σώ­ζε­ται μό­νον ἡ κε­φα­λή τοῦ Ἁ­γί­ου καί τό μό­νο μέ­ρος τῆς ἐ­πι­γρα­φῆς εἶ­ναι ἡ συλ­λα­βή -Γος (εἰκ. 12). Τό ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα τοῦ Ἁ­γί­ου ἔ­χει κα­τα­στρα­φεῖ ἀ­πό τήν το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Τέμ­πλου. Ἡ κε­φα­λή τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­ναι δου­λε­μέ­νη μέ πο­λύ ἐ­πι­μέ­λει­α. Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­κό­μη δεῖγ­μα τοῦ φτα­σμέ­νου καλ­λι­τέ­χνη, καί τῆς ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τάς του. Ὁ Ἅ­γι­ος ἱ­στο­ρεῖ­ται «γέ­ρων φα­λα­κρός, μα­κρυ­γέ­νης οὐ πολ­λὰ» ὅ­πως θά ἔ­γρα­φε καί ἡ ἑρ­μη­νε­ί­α τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου. Μορφή πού ἔ­χει ὅ­λα τά στοι­χεῖ­α ἐ­κεῖ­να πού χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τόν εἰ­κο­νο­γρα­φι­κό τύ­πο τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου.

Στήν συ­νέ­χει­α σώ­ζον­ται οἱ ἅ­γι­οι Ἠ­λί­ας, Παν­τε­λε­ή­μων, Κο­σμᾶς καί Δα­μι­α­νός, Εὐ­στά­θι­ος, Πα­ρα­σκευή καί Κυ­ρι­α­κή.

Με­τα­ξύ τῶν ἁ­γί­ων Δα­μι­α­νοῦ καί Εὐ­στα­θί­ου ὑ­πάρ­χει ὁ Δε­σπο­τι­κός θρό­νος, ἔρ­γο λα­ϊ­κό χω­ρίς καλ­λι­τε­χνι­κή ἀ­ξί­α, τῆς αὐ­τῆς ἐ­πο­χῆς μέ τό Τέμ­πλο.

Στό δι­ά­στη­μα, λοι­πόν, με­τα­ξύ τῶν δύ­ο Ἁ­γί­ων ὁ τοῖ­χος εἶ­ναι ἐ­πι­χρι­σμέ­νος μέ πα­χύ στρῶ­μα ἀ­σβέ­στου. Τό ἴ­δι­ο συμ­βα­ί­νει καί πέ­ρα ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση τῆς ἁ­γί­ας Κυ­ρι­α­κῆς μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά μᾶς εἶ­ναι ἄ­γνω­στα τά θέ­μα­τα πού ὑ­πῆρ­χαν.

Στό ἀ­να­το­λι­κό μέ­ρος τοῦ νο­τί­ου το­ί­χου καί μέ­σα στό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα, ὡς πρῶ­το θέ­μα τῆς ἄ­νω ζώ­νης ἱ­στο­ρεῖ­ται μιά ἀ­δι­ά­γνω­στη σή­με­ρα πα­ρά­στα­ση. Εἶ­ναι κα­τε­στραμ­μέ­νη στό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της καί τά μό­να ἴ­χνη ζω­γρα­φι­κῆς πού ὑ­πάρ­χουν εἶ­ναι τά κά­τω ἄ­κρα τοῦ σώ­μα­τος ἑ­νός ἀν­δρός καί ἡ κε­φα­λή ἑ­νός ζώ­ου (εἰκ. 12). Χω­ρίς με­γά­λη βε­βαι­ό­τη­τα θά μπο­ρο­ύ­σα­με νά ὑ­πο­θέ­σου­με πώς πρό­σκει­ται πε­ρί τῆς πα­ρα­στά­σε­ως τῆς ἀ­να­χω­ρή­σε­ως τοῦ Ἰ­ω­σήφ καί τῆς Μα­ρί­ας γιά τήν Βη­θλε­έμ μέ σκο­πό νά ἀ­πο­γρα­φοῦν, καί ἡ ὑ­πό­θε­ση αὐ­τή γί­νε­ται μέ τήν σκέ­ψη ὅ­τι εἶ­ναι τό μό­νο θέ­μα πού συν­δέ­ε­ται στε­νό­τε­ρα μέ τήν πα­ρά­στα­ση τῆς Γεν­νή­σε­ως πού ἀ­κο­λου­θεῖ.

  1. . Τό ὑ­λι­κό γιά τήν συγ­γρα­φή τοῦ πα­ρόν­τος ἀν­τλή­θη­κε ἀ­πό τήν Με­τα­πτυ­χι­α­κή ἐρ­γα­σί­α τοῦ Λέ­κτο­ρος τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Τρύ­φω­νος Τσομ­πά­νη (1988), πού εἶ­χε γιά θέ­μα της: «Ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος Χω­ρού­δας, ὁ Να­ός καί οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες του». «­.­..Ὅ­ταν πρίν ἀ­πό δέ­κα χρό­νι­α εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φθεῖ γιά πρώ­τη φό­ρα τή Χω­ρού­δα, δέν μπό­ρε­σα ἀ­κό­μη νά γνω­ρί­σω – ἀ­ξι­ο­λο­γή­σω πλή­ρως τήν ὀ­μορ­φιά τῆς τέ­χνης της. Ὁ ἀ­ε­ί­μνη­στος δά­σκα­λος μου Θω­μᾶς Προ­βα­τά­κης ἦ­ταν αὐ­τός πού μέ προ­έ­τρε­ψε ν᾽ α­σχο­λη­θῶ μέ τό μνη­μεῖ­ο μι­λών­τας μέ πο­λύ θαυ­μα­σμό γιά τίς ἐ­ξα­ί­ρε­τες τοι­χο­γρα­φί­ες του καί γιά τόν ἀ­νώ­νυ­μο τε­χνί­τη τους. Ἀ­πό τό­τε ἄρ­χι­σε μιά ἀργή ἀλ­λά στα­θε­ρή με­λέ­τη τοῦ Να­οῦ, ἡ ὁ­πο­ί­α αὔ­ξη­σε καί τό ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γιά τήν δι­ά­σω­σή του.­.­.». (Ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πό τά Προ­λε­γό­με­να.)
  2. . Ὁ Δι­οι­κη­τής τῆς Πε­ρι­ο­χῆς Κερ­δυλ­λί­ων καί Βερ­τί­σκου, Β. Κορ­ρες Ἀντ/ρχης, Πρός τόν Σταθ­μόν Χωρ/κῆς Βερ­τί­σκου, Ἐν Λαγ­κα­δᾷ τῇ 16 Ἀ­πρι­λί­ου 1947.
  3. . Ἐ­φη­με­ρὶς τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως τοῦ Βα­σι­λεί­ου τῆς Ἑλ­λά­δος, τεῦ­χος πρῶ­τον, ἀρ. φύλ. 152, 9
    Ἰ­ου­λί­ου 1918.
  4. . Ἐ­φη­με­ρὶς τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως, τεῦ­χος πρῶ­τον, ἀρ. φύλ. 232, 27 Ὀ­κτω­βρί­ου 1927.
  5. . Ἐ­φη­με­ρὶς τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως τοῦ Βα­σι­λεί­ου τῆς Ἑλ­λά­δος, τεῦ­χος πρῶ­τον, ἀρ. φύλ. 129, 25
    Ἰ­ου­λί­ου 1957.
  6. Του­ρα­λη Ζ., Πο­λι­τι­στι­κός Ἄ­τλας, ἐκδ. Γέν. Γραμ­μα­τε­ί­ας Ν. Γε­νι­ᾶς, Ἀ­θή­να 2000, σ. 225.
  7. . Ψαλ­μός ριθ´ (119ος).
  8. . Ψαλ­μός ρκγ´ (123ος).
  9. . Γλα­βι­να Α., Ἡ ἐ­πι­σκο­πή Λη­τῆς καί Ρεν­δί­νης, Ε.Ε.Θ.Σ. Α.Π.Θ. τ. 24, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1979, σ. 331.
  10. . Πα­πα­γε­ωρ­γι­ου Α., Ἡ ἀρ­χα­ί­α Μυ­γδο­νί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1988, σ. 117 βλ. στό ἴ­δι­ο καί πλη­ρο­φο­ρί­ες πε­ρί τῆς Ἀρ­χα­ί­ας Λη­τῆς.
  11. . Α­πο­στο­λου Αθ. Γλα­βι­να, Ὁ­μο­τί­μου Κα­θη­γη­τοῦ τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης, Ἡ Ἐ­πι­σκο­πὴ Λη­τῆς καὶ Ῥεν­τί­νης, Ἐ­πι­στη­μο­νι­κή Ἐ­πε­τη­ρί­δα Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς Α.Π.Θ., τ. 24, σ. 331, Ἀ­νά­τυ­πο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1979. H­i­e­r­o­c­l­is s­y­n­e­c­d­e­m­us et n­o­t­i­t­i­ae g­r­a­e­c­ae e­p­i­s­c­o­p­a­t­u­um (ex r­e­c­o­g­n­i­t­i­o­ne G­u­s­t­a­vi P­a­t­h­ey), A­m­s­t­e­r­d­am 1976 (N­a­c­h­d­r­u­ck d­er A­u­s­g­a­be B­e­g­l­in 1866), σ. 109-110. Πρβλ. Th. L. Fr. T­a­f­el, De T­h­e­s­s­a­l­o­n­i­ca e­j­u­s­q­ue a­r­go, B­e­r­o­l­i­ni 1839, σ. 91 καί O. T­a­f­r­a­li, T­h­e­s­s­a­l­o­n­i­q­ue au q­u­a­t­o­r­z­i­e­me s­i­e­c­le, P­a­r­is 1912, a.X­X­V­I­II-X­X­IX.
  12. . Γλα­βι­να Α., Ἡ ἐ­πι­σκο­πή Λη­τῆς καί Ρεν­δί­νης, Ε.Ε.Θ.Σ. Α.Π.Θ. τ. 24, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1979, σ. 331.
  13. . Α­πο­στο­λου Αθ. Γλα­βι­να, Ὁ­μο­τί­μου Κα­θη­γη­τοῦ τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης, Ἡ Ἐ­πι­σκο­πὴ Λη­τῆς καὶ Ῥεν­τί­νης, Ἐ­πι­στη­μο­νι­κή Ἐ­πε­τη­ρί­δα Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς Α.Π.Θ., τ. 24, σ. 346, Ἀ­νά­τυ­πο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1979. Μι­χα­ηλ Αθ. Κα­λιν­δε­ρη, Τά λυ­τά ἔγ­γρα­φα τῆς Δη­μο­τι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Κο­ζά­νης 1676-1808, ἐν Θεσ­σα­λο­νί­κῃ 1951, σ. 8-10.
  14. . Γλα­βι­να Α., Ἡ ἐ­πι­σκο­πή Λη­τῆς καί Ρεν­δί­νης, Ε.Ε.Θ.Σ. Α.Π.Θ. τ. 24, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1979, σ. 331 καί Βι­κτω­ρος Ματ­θαι­ου, Ὁ μέ­γας συ­να­ξα­ρι­στής τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, Κε­ρα­τέ­α Ἀτ­τι­κῆς 1950, τ. Ζ1­9­50, σ. 130.
  15. . Βι­κτω­ρος Ματ­θαι­ου, Ὁ Μέ­γας Συ­να­ξα­ρι­στής τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, τ. Ζ´, μή­νας Ἰ­ού­λι­ος, Κε­ρα­τέ­α Ἀτ­τι­κῆς 1950, σ. 130.
  16. 16. Α­λε­ξαν­δρου Λαυ­ρι­ω­του, Τό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος με­τά τήν Ὀ­θω­μα­νι­κήν κα­τά­κτη­ση, Ἐ­πε­τη­ρί­δα Ἐ­ται­ρί­ας Βυ­ζαν­τι­νῶν Σπου­δῶν, τ. 32(1963), σ. 164.
  17. . Α­θα­να­σι­ου Ε. Κα­ρα­θα­να­ση, συ­νερ­γα­σί­α ἀρ­χιμ. Γε­ωρ­γι­ος Τρι­αν­τα­φυλ­λι­δης, «Ἰ­ω­α­κείμ Μη­τρο­πο­λί­της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἡ ἐ­πί­ση­μος ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α 1874-1876», ἐκδ. ἀ­δελ­φῶν Κυ­ρι­α­κί­δη.
  18. . Γλα­βι­να Α., Ἡ ἐ­πι­σκο­πή Λη­τῆς καί Ρεν­δί­νης, Ε.Ε.Θ.Σ. Α.Π.Θ. τ. 24, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1979, σ. 354.
  19. . Του­ρα­λη Ζ., Πο­λι­τι­στι­κός Ἄ­τλας, ἐκδ. Γέν. Γραμ­μα­τε­ί­ας Ν. Γε­νι­ᾶς, Ἀ­θή­να 2000, σ. 225.
  20. . Του­ρα­λη Ζ., Πο­λι­τι­στι­κός Ἄ­τλας, ἐκδ. Γέν. Γραμ­μα­τε­ί­ας Ν. Γε­νι­ᾶς, Ἀ­θή­να 2000, σ. 225 καί πε­ρί τῆς δρά­σης τοῦ Μα­κε­δο­νο­μά­χου Πα­πα-Ντά­κου βλ. Μα­κε­δο­νι­κή Ζωή, τεῦχ. 329 (1993) σ. 17-21.
  21. . Αἶ­νοι Κυ­ρι­α­κῆς Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων.
  22. 6. Ἀ­κο­λου­θί­α Ἀ­κα­θί­στου Ὕ­μνου.
  23. 7. Κά­θι­σμα Ὄρ­θρου Χρι­στου­γέν­νων.
  24. 9. C. D­i­e­hl, M­a­n­u­el, I­I2, εἰκ., 335, K­o­n­t­a­k­ov, P­a­m­a­t­on, σ. 225-227, πίν. ΧΧΧ.
  25. 10. M­i­l­l­et, I­C­O­N­O­G­R­A­P­H­IE, σελ. 499, εἰκ. 536.
  26. 11. Μ. Σ. Θε­ο­χα­ρη, περ. «Θε­ο­λο­γί­α», τ. 27 (1956), σ. 132.
  27. 12. Μουτ­σο­που­λου Ν., «Κα­στο­ρι­ά – Πα­να­γί­α ἡ Μαυ­ρι­ώ­τισ­σα», Ἀ­θή­να 1967, σ. 26 καί Ορ­λαν­δου, Ἀρ­χεῖ­ο Βυ­ζαν­τι­νῶν Μνη­μεί­ων, Δ´ (1946), σ. 72, εἰκ. 51.
  28. 13. Μ. Σ. Θε­ο­χα­ρη, περ. «Θε­ο­λο­γί­α», τ. 27 (1956), σ. 72, εἰκ. 51.
  29. 14. Μ. Σ. Θε­ο­χα­ρη, περ. «Θε­ο­λο­γί­α», τ. 27 (1956), σ. 135.
  30. 15. Μ. Σ. Θε­ο­χα­ρη, περ. «Θε­ο­λο­γί­α», τ. 27 (1956), σ. 135.
  31. 16. Νει­λου, «Ἐ­πι­στο­λαὶ» βι­βλ. Γ´, ἐ­πι­στο­λή λθ´, ἔκδ. 1648, σ. 322· βλ. ἐ­πί­σης καί Σα­μω­να ἐ­πι­σκό­που Γά­ζης M­i­gne P. G., τ. 120, 821.
  32. 18. Ἀ­πό­στι­χα προ­σό­μοι­α Ἑ­σπε­ρι­νοῦ 30ης Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.
  33. 19. Εὐ­χή τοῦ Χε­ρου­βι­κοῦ ὕ­μνου.
  34. 21. Ἀ­πο­λυ­τί­κι­ο ἑ­ορ­τῆς ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου.
  35. 22. Β´ Εὐ­χή θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου.
  36. 24. Δο­ξα­στι­κό Ἑ­σπε­ρι­νοῦ τῆς 19ης Ἰ­α­νου­α­ρί­ου.
  37. 25. Εὐ­χή τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου.
  38. 26. Β´ Εὐ­χή τῶν πι­στῶν.
  39. 27. Κον­το­γλου Φω­τι­ου, «Ἔκ­φρα­ση», ἔκδ. Α­ΣΤΗΡ, Ἀ­θή­να 1960, σ. 135-136.
  40. . Α­χει­μα­στου-Πο­τα­μι­α­νου Μυρ­τα­λη, Ἡ Μο­νή τῆς Φι­λαν­θρω­πι­νῶν, Ἀ­θή­να 1983, σ. 47, (σχέ­δι­ο Α´­).
  41. . Λι­βα Ξαν­θα­κη, Οἱ τοι­χο­γρα­φί­ες τῆς Μο­νῆς Ντί­λι­ου, σ. 24, πί­να­κας 6α.
  42. . M­i­l­l­et – V­e­l­m­a­ns, «LA P­E­I­N­T­U­RE DU M­ΟΥ­ΕΝ Α­G­Ε ΕΝ Υ­Ο­Y­G­Ο­S­LA VI Ε» (S­Ε­R­ΒΙ­Ε, ΜΑ­C­Ε­D­Ο­ΝI­Ε ΕΤ ΜΟΝ­ΤΕ­ΝΕ­G­RO), ΙV, ΡΑ­R­ΙS 1969, πί­να­κας 99, 187.
  43. . Κα­λο­κυ­ρη Κ., Βυ­ζαν­τι­ναὶ Ἐκ­κλη­σί­αι τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Μεσ­ση­νί­ας, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1973, πί­να­κας 194.
  44. . Πί­να­κας 11. Τό Δι­α­κο­νι­κό. Ἅ­γι­ος Σπυ­ρί­δων, Ἅ­γι­ος Ἰ­ά­κω­βος ὁ Ἀ­δελ­φό­θε­ος, Ἅ­γι­ος Χα­ρά­λαμ­πος.
  45. . Στι­χη­ρὸ Προ­σό­μοι­ο Ἑ­σπε­ρι­νοῦ Ι2 Δε­κεμ­βρί­ου.
  46. . Ἐκ­φώ­νη­ση τῆς μι­κρᾶς Συ­να­πτῆς.
  47. . Βλέ­πε γιά τό Θέ­μα G. M­i­l­l­et, ἐν «ΜΕ­L­Α­ΝG­ΕS G­Η. D­Ι­Ε­ΗL» τ. Ι­Ι, σ., 99 κ.ἑ.
  48. 44. Κα­λο­κυ­ρη Κ., Βυ­ζαν­τι­ναὶ Ἐκ­κλη­σί­αι τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Μεσ­ση­νί­ας, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1973, σ. 248.