Trifontsompanis-lagadas.gr

Αναμνήσεις απο τον Λαγκαδά του Χρήστου Φυλάκη (Μέρος 2)

Πως περάσαμε στο Λαγκαδά τους πρώτους 2 ½ μήνες της απελευθέρωσης υπό τη διοίκηση της Λαϊκής Κυβέρνησης

 

Την πρώτη ημέρα της απελευθέρωσης την χαρήκαμε πολύ που έφυγε ο κατακτητής. Το χειρότερο πράγμα στον άνθρωπο είναι να είσαι σε Κατοχή, σε κατακτητή μονίμως. Αυτός ενδιαφέρεται μόνο για το στρατό του. Όχι για το λαό που κατακτάει, αυτός μόνο να κάθεται καλά γιατί η ζωή του είναι στα χέρια του.

Το χειμώνα του 1941-42 ήταν η μεγαλύτερη πείνα λόγω της Κατοχής. Οι Γερμανοί κατέσχεσαν τα σιτηρά από όλες τις αποθήκες των εμπόρων και του κράτους. Με το αζημίωτο βέβαια. Τα πλήρωναν οι άνθρωποι. Έκοβαν ψεύτικο χρήμα της Κατοχής και όσα ζητούσες στα πλήρωναν. Και νιώθανε και υπερήφανοι που τα πλήρωναν με δικό τους χρήμα (Μάρκα). Και με αυτόν τον τρόπο τα πήραν όλα τα αποθέματα που ήταν και λίγα για εκείνη τη χρονιά.

Άρχισαν τότε και οι δικοί μας που διοικούσαν στην Κατοχή να κόβουν και αυτοί. Πρωθυπουργός ήταν τότε ο Γκοτζαμάνης και τα λέγαμε τα χρήματα «γκοτζαμάνικα», ψεύτικα όλα. Και φτάσαμε στο τέλος στα χιλιάδες, εκατομμύρια, δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια.

Τώρα θα σας δώσω μια εικόνα της συναλαγής που συνέβη σε μένα. Ήτανε 5 ή 6 Νοεμβρίου, ημέρα Σάββατο. Τότε πήγα λαχανικά στην λαχαναγορά που ήταν απέναντι από την αγορά Μοδιάνο, κάτω από την οδό Κομνημών, που τώρα είναι τα ανθοπωλεία. Εκείνος ο δρόμος τότε ήταν η λαχαναγορά. Εκείνη τη μέρα ήρθε η μάνα μου και η αδερφή μου μαζί για να ψωνίσουν. Βγήκαμε τότε κάπου κοντά στην οδό Βενιζέλου και στην οδό Ερμού, όπου βρίσκονται τα μεγάλα μαγαζιά υφασμάτων. Εκεί είχε πολλές μοδίστρες και ραφιάδες και γενικότερα δουλειά για πολύ κόσμο. Τα έτοιμα ραμμένα ρούχα δεν τα προτιμούσε τότε ο κόσμος πολύ. Και λογικό ήταν άλλο το έτοιμο ραμμένο και άλλο κομμένο στα μέτρα σου. Αλλά τώρα εξαφανίστηκαν όλα, ούτε ραφιάδες υπάρχουν ούτε μοδίστρες.

Έτσι μπαίνουμε σε ένα μαγαζί που είχε γυναικεία υφάσματα. Ένα είδος πουλούσε το μαγαζί ή ανδρικά η γυναικεία. Η αδερφή μου ήθελε να πάρει ένα παλτό. Αφού είδε πολλά διάλεξε ένα που τις άρεσε, καλής ποιότητας. Τα συμφωνήσαμε, το έκοψε και το έκανε δέμα. Του λέω πόσο κοστίζει και μου λέει 320 δισεκατομμύρια. Δυο τράπεζες αγοράζεις με την σημερινή αξία του αριθμού. Εντάξει του λέω αλλά τα χρήματα επειδή δεν τα έχω μαζί μου θα πάω να σου τα φέρω. Το μαγαζί που πάω τα λαχανικά είναι εδώ κοντά στα λουλουδάδικα. Τροχάδην πήγα, μου τα είχε έτοιμα της εκκαθάρισης και το λογαριασμό.

Παίρνω τα χρήματα, τα βάζω στον τουρβά και σε 15 λεπτά της ώρας ήμουν στο μαγαζί. Λαχανιασμένος του λέω, δεν άργησα πολύ. Όχι παιδί μου, μου απαντά, δεν άργησες καθόλου αλλά τα χρήματα που μου έφερες δεν τα χρειάζομαι πια.

Εγώ κοκάλωσα. Γιατί κύριε του λέω δεν συμφωνήσαμε; Δεν μετάνιωσα παιδί μου αλλά τα χρήματα αυτά αχρηστεύτηκαν, δεν έχουν πια αξία, το χρηματιστήριο έκλεισε, μόλις τώρα μου τηλεφώνησαν.

Τα χρήματα της κατοχής άχρηστα. Τώρα τι γίνεται. Η αδερφή μου η καημένη, το δέμα το είχε στα χέρια. Κρίμα και τόσο πολύ της άρεσε. Τότε της λέει, μην στεναχωριέσαι κοπέλα μου, θα σου το δώσω εγώ δώρο, να με θυμάσαι. Τι φταίτε και εσείς. Αυτά τα χρήματα που μου έφερε ο αδερφός σου, κρίμα που κατάντησαν ψεύτικα. Μια ολόκληρη βδομάδα φέρνατε λαχανικά. Τι τυρράνια και εσείς τραβάτε. Και στο φινάλε μας έμεινε ο τουρβάς με το ψεύτικο χρήμα. Ούτε για εμένα κάνουνε ούτε για εσάς. Την υγεία μας να έχουμε, το τελευταίο να είναι αυτό που μας συνέβη.

Έτσι φύγαμε αλλά ακόμη τον θυμάμαι αυτόν τον άνθρωπο λόγω της λογικότητάς του. και εδώ ήταν ένα ακόμη τέλος, αυτό του χρήματος της κατοχής. Τώρα όμως τι γίνεται.

Όταν βγήκαμε έξω η αγορά είχε νεκρώσει. Τα πάντα έκλειναν και οι καταστηματάρχες έφευγαν στα σπίτια τους για να αποφύγουν τους πελάτες να μην μπούνε στα μαγαζιά τους να ψωνίσουν. Έφυγε ο κόσμος και ερήμωσε η πόλη. Τότε δεν υπήρχαν ούτε αυτοκίνητα. Άδεια η πόλη και οι δρόμοι της.

Φύγαμε χωρίς να βρούμε ούτε ένα κουλούρι για να φάμε. Ήρθαμε στο σπίτι και φάγαμε. Η περιπετειώδης εκείνη μέρα πέρασε. Όταν όμως ξημέρωσε η άλλη μέρα θέλαμε κάτι να ψωνίσουμε από τα μαγαζιά. Τι γίνεται τώρα λέμε.

Τότε λέει η μάνα μου να πάμε να ψωνίσουμε από το μπακάλικο. Εμείς τις λέμε με τι χρήματα, αφού δεν έχουμε. Μας λέει πάρτε μόνο πέντε με έξι αυγά. Αυτά θα σας τα δώσει. Τότε οι γυναίκες κάναμε μικρά ψώνια, δεν υπήρχαν χρήματα. Ήταν πολύ φτωχά τα χρόνια.

Πράγματι πήγα στο μπακάλη και είδα ότι όλοι έτσι ψωνίζανε. Άλλος με σιτάρι, άλλος με αυγά και άλλος με καλαμπόκι. Έτσι γινόταν η ανταλλαγή. Εμείς οι αγρότες κάπως συναλλασσόμασταν. Οι υπάλληλοι όμως που δεν είχαν τίποτε στην κατοχή τους, δεν ξέρω τι έκαναν οι άνθρωποι. Πολύ δύσκολη η συναλλαγή. Κράτησε περίπου δυο μήνες μέχρι τις γιορτές των Χριστουγέννων. Μετά κυκλοφόρησε εγγλέζικο χρήμα. Χάρτινη λύρα και προπαντός σε ψιλά για να γίνεται εύκολα η συναλλαγή. Αυτό στην αρχή μας φάνηκε βουνό, μετά όμως το συνηθίσαμε.

Το χειρότερο το μάθαμε 10 – 15 μέρες αφότου φύγανε οι Γερμανοί. Ο Δήμαρχος Ιωάννης Παντίρης, εξαφανίστηκε. Ποιος τον απήγαγε ούτε ξέρουμε. Σε καναδυό μέρες μαθαίνουμε τα δυσάρεστα. Τον δήμαρχο τον βρήκαν κατακρεουργημένο επάνω από τη Χρυσαυγή. Μέχρι να συνέλθουμε από το σοκ του φρικτού εγκλήματος σε δυο μέρες μετά μαθαίνουμε πως με τον ίδιο τρόπο εκτέλεσαν και τον συμπολίτη μας και πρώην Δήμαρχο Λαγκαδά τον Κωνσταντίνο Ηλιάδη. Ήταν έπαρχος κάπου, αλλά δεν ξέρω που, μάλλον στον νομό Πέλλης. Ενώ δεν έμενε στον Λαγκαδά πως βρέθηκε στις ακτές του Μπουγδάνα, εκτελεσμένος όπως ο Δήμαρχός μας;

Παγώσαμε όλοι με αυτά τα φρικτά εγκλήματα. Ποιος τα έκανε με τόσο μίσος και απανθρωπιά; Μέχρι να συνέλθουμε άλλος πάλι. Ο συμβολαιογράφος Χαραλαμπίδης, εξαφανίστηκε αλλά αυτός δεν βρέθηκε πουθενά ούτε που τον εκτέλεσαν.

Μια βδομάδα μετά στο σπίτι του Θεόδωρου Καριοφύλη, συνιδιοκτήτη της επιχείρησης «Ηλεκτροφωτισμού Λαγκαδά», τον εκτέλεσαν και αυτόν. Και έτσι έγιναν τέσσερα τα θύματα. Όλοι τους εξαιρετικοί άνθρωποι, δεν είχαμε ακούσει τίποτα για αυτούς. Τι τους βρήκαν και τους αφαίρεσαν τη ζωή με τέτοιο φρικτό τρόπο; Τόσο μεγάλο κακό τους έκαναν; ιδίως για τον Δήμαρχο Παντίρη; Αυτόν τον γνωρίζανε όλοι οι δημότες σε κάθε πόλη για το πως διοικούσε. Τίποτε δεν ακούσαμε που να βλάπτει τον τόπο του, αυτόν τον άνθρωπο τον θαυμάζω που κατάφερε με τόλμη απέναντι στους Γερμανούς να καταργήσει την υποχρεωτική εργασία όταν οι τελευταίοι μας έπαιρναν κάθε 15 μέρες 60 με 80 άτομα περίπου και μας μετέφεραν στο αεροδρόμιο του Σέδες σαν αιχμαλώτους που δουλεύουν στα κάτεργα. Τα έχω γραμμένα σε άλλο ιστορικά τα αυτά γεγονότα στο Σέδες. Με τι τρόπο άραγε να το χειρίστηκε ο Δήμαρχος και δεν έγινε αντιληπτός; Και στο μπλόκο που μας σταμάτησαν οι Γερμανοί, πώς να τα κατάφερε και δεν πάθαμε κανένα κακό; Τη βραδιά εκείνη που οι Βούλγαροι έκαναν τη σκηνοθεσία με το δήθεν αφηνιασμένο άλογο και πως τάχα είχαμε ξεσηκωθεί να φύγουμε από την πλατεία. Μήπως αυτό του φόρτωσαν ότι έκανε κακό στον τόπο του. Που μας φύλαξε εκείνο το βράδυ και δεν πάθαμε τίποτε.

Ποτέ δεν μάθαμε ποιοι τους σκότωσαν με τέτοιο απάνθρωπο τρόπο και για ποιο λόγο. Γιατί; Ποιο ήταν το τόσο μεγάλο κακό που κάνανε όλοι τους, δεν μαθαίναμε και εμείς κάτι; Αλλά αυτά είναι απόρρητα βέβαια˙ δικά τους.

Μετά από 15-20 μέρες άλλοι δυο απλοί πολίτες, ο Ζυγόπουλος (Πλιάκας) και ο γερό – Κανελόπουλος ο πατέρας του Βασίλη και του Στέργιου εκτελέστηκαν. Αυτοί ήταν μανάβηδες που με τα γαϊδουράκια τους πουλούσαν λαχανικά στα χωριά. Αυτοί οι άνθρωποι τι έκαναν; πήγαιναν να βγάλουν κανένα μεροκάματο να ζήσουν, πού τους εκτέλεσαν και αυτούς ούτε μάθαμε, ούτε και για ποιο λόγο.

Αυτή τη «χαρά» νιώσαμε το πρώτο δεκαπενθήμερο της λευτεριάς. Χειρότερη ήταν η κατάσταση και από την εποχή της Κατοχής. Νοέμβριος 1947.

Εν τω μεταξύ ήρθε και ο Στρατός του ΕΛ.ΑΣ που ήταν στα βουνά και στρατοπέδευσαν στο στρατόπεδο Μπαρέτη. Η πολιτική διοίκηση ανέλαβε όλες τις υπηρεσίες. Όλα άλλαξαν. Αστυνομία, Δημαρχεία, Δικαστήρια περιήλθαν στη λαϊκή διοίκηση των συναγωνιστών και ευτυχώς ήταν όλοι λαγκαδιανοί.

Ο Στρατός του ΕΛ.ΑΣ όμως ήθελα συσσίτιο αλλά από που να το βρει. Κράτος δεν υπήρχε. Τα άλλα τρόφιμα δεν ξέρω από πού τα παίρνανε και πως. Εμάς τους παραγωγούς των λαχανικών όμως μας είχαν ταράξει. Κάθε δυο μέρες ερχόταν ένας συναγωνιστής και μας έδινε την παραγγελία. Έτσι ετοιμάζαμε, ανάλογα βέβαια το συσσίτιο πάντοτε, 70 με 100 οκάδες πράσα ή λάχανα ή ό,τι είχε το πρόγραμμα της ημέρας.

Αφού πέρασε ένας μήνας και τα πράγματα τελείωναν, μια ημέρα εκεί που τους πήγα τα πράγματα στο στρατόπεδο τους λέω τι θα γίνει. Θέλω έναν υπεύθυνο να μιλήσω και εμείς από αυτά ζούμε και βλέπω σιγά – σιγά τελειώνουν. Όλα είναι του συναγωνιστικού Στρατού και θα πληρωθείς. Πάρε την απόδειξη και φύγε. Έτσι και εγώ έπαιρνα ένα παλιόχαρτο που μου έδινε και έφευγα.

Αντιστάθηκε μια μέρα ο Μπαρμπά – Βαγγέλης Καμπέρης. Δεν ήθελε να τους δώσει. Έρχονται δυο συναγωνιστές αξιωματικοί και τον παίρνουν στον διοικητή τους. Είδε και έπαθε να γλιτώσει. Μετά τσιμουδιά, που να μιλήσει απλά τους έδινε ό,τι ήθελαν.

Τελείωσε και αυτή η περιπέτεια με τα λαχανικά. Και μπαίνουμε στο Δεκέμβρη. Κάθε βράδυ η ώρα 8 πηγαίναμε να ακούσουμε τις ειδήσεις από το Καλέμκερη, σήμερα Φαρούκ, το μπαλκόνι που μας μιλούσε κάθε βράδυ ένας ομιλητής. Είχε και ένα ραδιόφωνο βέβαια που δήθεν μας έλεγε τις ειδήσεις.

Τις πρώτες μέρες τα πράγματα είχαν αγριέψει πολύ. Εμείς ούτε που γνωρίζαμε πολλά πράγματα γιατί μας τα λέγανε όπως τους συνέφερε. Ο Στρατός και η Κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής που είχε έρθει στα μέσα Οκτωβρίου δε μπόρεσαν να τα βρούνε στη πολιτική διοίκηση του Κράτους. Από την Μέση Ανατολή η κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Και από την λαϊκή κυβέρνηση τον καπετάνιο του ΕΛ.ΑΣ Στρατηγό Σαράφη. Με την λογική δεν μπόρεσαν να τα βρούνε. Και τα βρήκαν καταλήγοντας δια των όπλων. Η Αθήνα συγκρούονταν από δυο μέτωπα ελληνικά. Μετά επενέβει ο Στρατός με αρχηγό το Στρατηγό Σκόμπι και έτσι έσβησε την επανάσταση. Τότε επικράτησε η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου και ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη να σχηματίσει κυβέρνηση.

Μετά από 10-15 ημέρες έγινε η συμφωνία της Βάρκιζας από τις δυο πλευρές, αυτή του Γεωργίου Παπανδρέου και του Στρατηγού Σαράφη, αν και δεν θυμάμαι και πολύ καλά. Τότε βγάζουν την απόφαση να απομακρυνθούν ο Στρατός του ΕΛ.ΑΣ τριάντα χιλιόμετρα έξω από τις πόλεις Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Δεν ξέρω ακριβώς πόση προθεσμία τους έδωσαν και με τι όρους συμφώνησαν. Από πού άλλωστε να μάθουμε εμείς. Το μόνο που μάθαμε ήταν ότι στις 15-10-45 έρχεται πολύ πρωί ένας συναγωνιστής της πολιτοφυλακής (Αστυνομίας) και μας φωνάζει από έξω. Εμείς κοιμόμασταν ακόμη. Μας λέει να έρθετε με το κάρο στην πολιτοφυλακή τώρα και όσο μπορείτε γρηγορότερα. Σηκωθήκαμε αμέσως και λέει ο αδερφός μου ο μεγάλος, εγώ θα πάω. Πράγματι μέχρι να ετοιμαστεί εγώ πήγα και ετοίμασα το άλογο και σε μισή ώρα βρέθηκε εκεί. Τώρα ούτε που ξέραμε τι τους θέλουν ή που θα τους έστελναν. Κάτι να φορτώσουν ή κάτι να κουβαλήσουν, από πού να μάθουμε και εμείς.

Έξω έβρεχε συνέχεια. Βγήκα να μάθω τι γίνεται, αν πήγανε και άλλοι. Πράγματι επιτάξανε πολλά κάρα αλλά κανείς δεν ήξερε που πήγανε. Βλέπαμε μόνο μια αναστάτωση στο δρόμο του Σοχού, κάπου κοντά στην Αστυνομία και το Στρατό. Δεν μπορούσαμε όμως να καταλάβουμε τι γίνεται. Έφυγα και γύρισα στο σπίτι ενώ συνεχώς έβρεχε. Ήταν η ώρα 1 περίπου το μεσημέρι. Μόλις είχε καθίσει λίγο αμέσως με ρώτησαν η μάνα μου και τα αδέρφια μου, που πήγε ο Γιώργος. Εκείνη τη στιγμή να και ο Γιώργος, τον είδα από το παράθυρο με το άλογο μόνο χωρίς το κάρο και αμέσως κατέβηκε κάτω.

Του λέω τότε που είναι το κάρο Γιώργο; Γιατί μόνο το άλογο έφερες; Μου λέει το άφησα στην αυλή του Γυμνασίου, φορτωμένο με κριθάρι. Επειδή έβρεχε το άφησα και μετά θα πάω να το ξεφορτώσω. Καλά έκανες του λέω και εσύ μούσκεμα είσαι. Πήγαινε επάνω να αλλάξεις και να ζεσταθείς. Και ενώ αυτός πήγε επάνω εγώ πήγα να περιποιηθώ το άλογο που λες και κολυμπούσε στη θάλασσα.

Εκεί λοιπόν που μόλις είχα βγάλει τα (χάμουρα), εξαρτήματα που του ζεύουμε στο κάρο, ακούω φωνάζουν από έξω στην αυλή Γιώργο, Χρήστο. Βγαίνω έξω και βλέπω έναν συναγωνιστή μας, γνωστός μας και γείτονας από το Λαγκαδά. Ούτε καλημέρα που μου είπε και αμέσως μου λέει να ζέψεις το άλογο και να έρθεις γρήγορα.

Του λέω σοβαρά μιλάς βρε Δημήτρη; Έτσι τον έλεγαν. Και του είχα θάρρος λόγω της γνωριμίας. Του λέω έλα μέσα στο στάβλο γιατί βρεχόμαστε εδώ και να δεις και το άλογο που είναι ακόμη με τα υπόλοιπα χάμουρα. Και του λέω επίσης μόλις ήρθε το άλογο από το Γυμνάσιο που άφησε ο Γιώργος φορτωμένο το κάρο. Τα νερά ήταν ακόμη πάνω και το δόλιο έτρεμε, ούτε καν πρόλαβα να το σκουπίσω. Δεν σας είπε ο Δημήτρης ποιοι πήγανε στη Θεσσαλονίκη και φέρανε τα κριθάρια. Δεν ξέρω εγώ μου λέει. Εμένα με έστειλαν να σας ειδοποιήσω. Έλα να τα πεις στο συναγωνιστή Καπετάνιο. Και πήγα και του τα είπα αλλά τίποτα. Και του λέω «συναγωνιστά, πήγε ο αδερφός μου το πρωί στη Θεσσαλονίκη και έφερε κριθάρια και το κάρο είναι ακόμη φορτωμένο στο Γυμνάσιο. Στείλε κάποιον να δει αν σου λέω ψέματα. Ο αδερφός επέστρεψε βρεγμένος και είναι στο σπίτι. Εγώ είμαι στη διάθεση σας να πάω όπου θέλετε αλλά εκείνο το δόλιο το άλογο θα ψοφήσει στο δρόμο». Αυτά πρόλαβα και είπα και γυρίζει και με ένα άγριο ύφος μου λέει: Να ψοφήσει και εκείνο και συ μαζί τσακίσου και φύγε από τα μάτια μου. Κόκαλο εγώ, τσιμουδιά. Κανονική μεταβολή και γυρίζω στο σπίτι ράκος. Πρώτος μου λέει ο Γιώργος, γιατί είσαι έτσι ταραγμένος; Μου ήρθε να κλάψω από τα φαρμακερά τους λόγια. Και τους τα είπα στο σπίτι, όσα μου είπαν οι συναγωνιστές.

Πάγωσαν στο σπίτι όλοι από αυτά που μου είπαν οι συναγωνιστές. Και τότε λέει η μάνα μου, αυτοί δεν είναι άνθρωποι, δεν έχουν καρδιά. Αφού τώρα ήρθε το παιδί και το κάρο είναι ακόμα φορτωμένο. Τους τα είπα βρε μάνα, της λέω, εμένα ας με στείλουν όπου θέλουν αλλά το δόλιο το άλογο να το αφήσουν. Και μετά μου κάρφωσε τα φαρμακερά του λόγια.

Μου λέει ο αδερφός μου ο Γιώργος και τι θα γίνει τώρα;

Και το ρωτάς τι θα κάνουμε; Η λύση είναι μια. Θα πάω εγώ, αρκετά εσύ ταλαιπωρήθηκες από το πρωί. Πήγαινε ετοίμασε εσύ τώρα το άλογο και εγώ να ντυθώ καλά γιατί το ταξίδι που θα κάναμε ήταν μακρινό και ζόρικο. Θα πηγαίναμε στο Σοχό γιατί εκεί τερμάτιζαν τα 30 χιλιόμετρα της συμφωνίας της Βάρκιζας. Ντύθηκα καλά αλλά η κάπα που φορούσε ο Γιώργος ήταν μούσκεμα από τη βροχή αλλά η μάνα μου, μου λέει πάρτη να σε φυλάει από τη βροχή μιας και τότε δεν υπήρχαν ούτε νάιλον ούτε πέτσινα μόνο κάπες.

Πήρα το άλογο και πήγα στο Γυμνάσιο για να ξεφορτώσω το κάρο. Άρχισα να το ξεφορτώνω μόνος μου και ρωτάω τον σκοπό που τα φύλαγε που να ξεφορτώσω. Αυτός μου λέει όπου θέλεις εδώ κάτω. Εκείνη τη στιγμή και ενώ έβρεχε πάρα πολύ, έρχεται και ο Μπαρμπά – Παναγιώτης Περιφάντσος και μου λέει γιατί τα ξεφορτώνεις; Του λέω εγώ τα ξεφορτώνω για να πάω να φορτώσω άλλα από το Σοχό. Μου λέει βρε Χρήστο παιδί μου, τι τα ξεφορτώνεις εδώ; αντε τράβα το κάρο στο σπίτι, αυτοί ούτε που ξέρουν τι τους γίνεται. Τότε ζεύει το άλογο όπως ήταν φορτωμένο και φεύγει για το σπίτι. Πέρασε μπροστά από το σκοπό που δήθεν φύλαγε και του λέει: Άιντε γεια σου παλικάρι μου. Γεια σου τον λέει και αυτός και ούτε που τον ρώτησε που θα τα πάς και γιατί δεν τα ξεφόρτωσε. Πως τα πρόβλεψε ο Μπάρπμα – Παναγιώτης και μου είπε αυτοί τώρα δεν ξέρουν τι τους γίνεται, είχε βέβαια δίκιο. Αλλά εγώ αυτή την δουλειά δεν μπορώ να την κάνω και τα ξεφόρτωσα όλα. Ούτε μια οκά δεν πήρα για το άλογο το δόλιο.

Πήγα λοιπόν στο αρχηγείο της πολιτοφυλακής για να φορτώσω. Μαζί μου ήρθε και ο Κώστας Περιφάντσος, αφού ο πατέρας του τα ξεφόρτωσε τα κριθάρια στο σπίτι. Με τον Κώστα φαίνεται η μοίρα μας έγραψε να είμαστε πάντα μαζί και στα καλά και στα δύσκολα. Ήταν και άλλοι δυο μαζί, δεν τους ήξερα. Από κανένα χωριό άλλο θα ήταν. Και άρχισαν να μας φορτώνουν. Τον Κώστα τον φόρτωσαν κάτι κρεβάτια σαν τα στρατιωτικά που είχαμε τότε. Τους άλλους δεν ξέρω τι τους φόρτωσαν.

Αυτοί είχαν φορτία χαβαλέ αλλά ελαφριά πράγματα είδα όταν τα ξεφορτώναμε. Εμένα με φόρτωσαν τρία κιβώτια σαν τα παλιά σεντούκια. Τι είχαν μέσα ούτε που ήξερα. Ήταν χωρίς χαβαλέ και νόμιζες πως είχα ελαφριά πράγματα. Κάναμε το σταυρό μας με τον Κώστα και τους άλλους και ξεκινήσαμε το ταξίδι. Εν τω μεταξύ συνεχώς έβρεχε. Πήραμε το δρόμο του Σοχού. Σιγά – σιγά ο δρόμος μέχρι το πεντέμισι του Βαραδά ήταν καλός και με λίγη ανηφόρα. Μετά αρχίσαμε να παίρνουμε τα υψώματα και τις στροφές, όπως ήταν τότε ο δρόμος, τώρα τις έχουν κόψει τις στροφές.

Μετά από λίγο τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν ενώ άρχισε να ρίχνει και λίγο χιονάκι και τα άλογα άρχισαν να γλιστρούν από το ψιλό χιόνι. Πήγαιναν 10-15 μέτρα και μετά στεκόταν. Ιδίως το δικό μου και του Κώστα που από το πρωί ήταν στο δρόμο και συνεχώς φορτωμένα ήταν να τα λυπάσαι αν και εμείς τα σπρώχναμε όσο μπορούσαμε τα κάρα.

Εν τω μεταξύ είχε κιόλας νυχτώσει ενώ το χιόνι έπεφτε πιο δυνατά όσο ανεβαίναμε ψηλά και τα άλογα περισσότερο να γλιστρούν. Φθάσαμε κοντά στις πέντε βρύσες και πιο πάνω. Εκείνο που με στεναχωρούσε ήταν να μην σκεπάσει το χιόνι τελείως το δρόμο και δεν θα ξέραμε που πηγαίνουμε. Αλλά ένας που ήταν από χωριό, μας λέει, μην στεναχωριέσαι, εγώ τον ξέρω καλά τον δρόμο γιατί πήγαινα αγώγια στο Σοχό και καταλαβαίνεις. Έτυχα δυο φορές σε τέτοιου είδους κακοκαιρία και έτσι μας καθησύχασε από την στεναχώρια μας.

Όσο προχωρούσαμε χειροτέρευε η κατάσταση. Ιδίως το δικό μου το άλογο δεν είχε κουράγιο το καημένο. Κόπηκε όλη η δύναμή του. εξάλλου και το βάρος που κουβαλούσε δεν το ήξερα αφού τα είχα καλά συσκευασμένα, που να δω. Τόσο πολύ φοβήθηκα εκείνο το βράδυ που είπα αν σταματήσει τελείως τι γίνεται; Κάναμε πολλές στάσεις ενώ χιόνιζε συνέχεια.

Φθάσαμε η ώρα 00.30 μεσάνυχτα στο Σοχό. Μπαίνουμε μέσα, ερημιά, όλος ο κόσμος κλειδωμένος στα σπίτια τους. Ακούσαμε κάτι φωνές προς την πλατεία τους και πήγαμε εκεί. Μεσάνυχτα χαμός γινόταν. Στρατός, πολιτοφυλακή, κάρα, όλοι ξεφόρτωναν. Ρωτάμε ένα συναγωνιστή, που να τα ξεφορτώσουμε; Όπου καταλαβαίνεται, μας λέει, ξεφορτώστε τα. Κατάλαβα, σαν τα κριθάρια στο Λαγκαδά. Με τον φίλο μου τον Κώστα πάντα από κοντά και τα ξεφορτώσαμε έξω από ένα σπίτι. Οι άλλοι δυο ούτε ξέρω που τα ξεφορτώσανε. Τους χάσαμε αφού μπερδεύτηκαν με το Στρατό.

Μόλις τελειώσαμε του λέω του Κώστα, τι γίνεται τώρα; Έτσι όπως είμαστε και εμείς και τα ζώα, πτώμα από την κούραση, αποκλείεται να γυρίσουμε πίσω. Κανένα χάνι δεν έχει εδώ;

Στάσου ρε Χρήστο, κάτι θυμήθηκα. Ο πατέρας μου έχει ένα φίλο που συνεργάζονται μαζί. Αυτός έρχεται και μερικές φορές στο σπίτι μας και τον φιλοξενούμε. Αγωγιάτης ήταν ο πατέρας του Κώστα και ήξερε όλα τα χωριά. Παντού κουβαλούσε εμπορεύματα και είχε γνωριμίες. Τον θυμήθηκε ο Κώστας και με το όνομά του. Αλλά τέτοια ώρα, ήταν πια μεσάνυχτα. Μετά σάμπως είχαμε και ρολόγια.

Πήγαμε λοιπόν έξω από το σπίτι του γνωστού του. Βλέπουμε μια μεγάλη πόρτα η οποία ήταν κλειδωμένη. Βρίσκει μια χαραματιά ο Κώστας και αφού φώναξε αρκετές φορές φαίνεται θα κατάλαβε ότι κάποιος γνωστός θα ήταν και ήρθε. Με σιγανή φωνή του λέει, ποιος είσαι; Και αμέσως του λέει ο Κώστας, είμαι ο γιος του Παναγιώτη του Περίφαντσου. Τι θέλεις τέτοια ώρα εδώ του λέει; Μας επιτάξανε τα κάρα και φέραμε κάτι πράγματα. Άνοιξε μας σε παρακαλώ. Παγώσαμε, που θα μείνουμε απόψε. Του λέει σιγά να ανοίξω αλλά μπείτε γρήγορα μέσα.

Ανοίγει την μεγάλη πόρτα του και αμέσως μπαίνουμε μέσα. Γρήγορα την κλείδωσε πάλι για να μην έρθουν και άλλοι. Και μας λέει, τι τραβάμε απόψε. Όλη τη νύχτα μας χτυπούνε την πόρτα. Σαν εσάς έχει πολλούς που επιστρατεύσανε τα κάρα τους αλλά και για το στρατό πού θα μείνουν απόψε.

Ήταν μια νύχτα στενάχωρη. Υπήρχαν ελασίτες, στρατός, πολιτοφύλακες, κάρα, άλογα και εφόδια. Και συνέχεια να χιονίζει. Τότε μας λέει ο Μπάρμπα – Τήνας , ξεζέψτε τα άλογα και φέρτε τα μέσα στο στάβλο. Τα πήγαμε σε ένα μεγάλο στάβλο που από πάνω ήταν ένα μεγάλο σπίτι. Έτσι ήταν τα σπίτια τότε, αρχοντόσπιτα, μεγάλα σπίτια. Αφού βγάλαμε τα χάμουρα (Σάγματα), σκουπίσαμε καλά τα άλογα γιατί ήταν μούσκεμα. Τα ρίξαμε και κάτι από πάνω τους να ζεσταθούν. Ευτυχώς είχε καλή ζέστη ο στάβλος.

Αφού τελειώσαμε τι έγινε βρε Χρήστο, πήρες τίποτε από τα πράγματα που είχες στο κάρο σου. Τι να πάρω του λέω τα ξεφόρτωσα και έφυγα λίγο πιο πέρα και σε περίμενα να ξεφορτώσεις και συ αλλά άργησες λίγο. Καλά μου λέει ούτε κανένα πιστόλι δεν πήρες; Δυο κάσες πιστόλια είχες και μια μεγάλη κάσα σαπούνια. Για αυτό του λέω, το καημένο το άλογο σταματούσε πολλές φορές. Τόσο βαρύ φορτίο κουβαλούσε το δόλιο. Άστο το άλογο τώρα, ήρθαμε ευτυχώς.

Δες εγώ τι πήρα από το δικό σου φορτίο που κουβαλούσες. Εγώ τι να πάρω από το δικό μου, κάτι παλιοκρεβάτια και στρώματα είχα. Αλλά ευτυχώς για το άλογο μια χαρά ήταν, ελαφριά.

Τι πήρες ρε Κώστα; Για να δω. Τότε μου φέρνει τον τουρβά που έδινε το άλογο γιαρμά. Έναν τουρβά σαπούνια πήρα και μόλις τα αντικρίζω τι να δω; Δυναμίτης υψηλής δράσεως. Κίτρινα καλούπια σαν τα σαπούνια ακόμη πιο μεγάλα. Με τέτοια ανατίναξαν τη γέφυρα τη δική μας και τη διέλυσαν τελείως. Τόση μεγάλη δύναμη είχαν. Έφερε και το καντήλι κοντά για να τα δω πιο καλά. Μόλις τα είδα ανατρίχιασα. Τράβα το καντήλι από κοντά, βρε παλαβέ του λέω. Ξέρεις τι είναι αυτά που πήρες; σαπούνια, μου λέει πάλι. Δυναμίτης είναι του λέω, που μου έφερες και το καντήλι κοντά. Θα ανατινάξουμε όλο το σπίτι. Και τι χρωστούν οι άνθρωποι που θα μας φιλοξενήσουν σε αυτή την φοβερή βραδιά. Και τα παίρνω αμέσως με τον τουρβά, όπως ήταν και τα πετάω σε μια κόπα πουρνάρια. Έτρεμα ολόκληρος πως δεν έγινε το κακό.

Ο Κώστας δεν είχε υπηρετήσει στρατιώτης και δεν είχε ιδέα από τέτοια πράγματα. Αλλά ήταν ελάττωμά του να πάρει κάτι από αυτά που κουβαλούσαν αγωγοί. Ο πατέρας του τουλάχιστον πήρε τα κριθάρια από το Λαγκαδά από το δικό του το κάρο αλλά ο Κώστας από το δικό μου τα πήρε. Η δυναμίτης ήταν ίδια με αυτή που ανατίναξαν τη γέφυρα τη δική μας. Γιατί την άλλη μέρα που είχαμε πάει να δούμε την ανατιναγμένη γέφυρα, είδαμε και μερικά πεταγμένα. Τώρα πως δεν πυροδοτήθηκαν ή θα τους έπεσα την ώρα που τα τοποθετούσαν. Αυτή την λαχτάρα μου έκανε ο καλός μου φίλος ο Κώστας εκείνο το βράδυ.

Τότε ακούω φωνάζει από πάνω ο Μπάρμπα – Τήνας: Κώστα άιντε ακόμα δεν τελειώσατε. Ελάτε επάνω να ζεσταθείτε. Πήγαμε επάνω και μας σύστησε ο Κώστας ότι ήμασταν φίλοι καλοί. Μας κεράσανε τσιπουράκι με λουκούμι για να ζεσταθούμε. Μετά μας έκανε και ένα ζεστό τραχανά και φάγαμε και συνήλθαμε κάπως. Όλη η οικογένεια ήταν ξύπνια εκείνο το βράδυ. Μας περιποιήθηκαν πάρα πολύ καλά εκείνη τη φοβερή βραδιά. Το πρωί όταν σηκωθήκαμε, δεν μας άφησε ο Μπάρμπα – Τήνας να φύγουμε νωρίς. Το χιόνι είχε σταματήσει αλλά μας λέει να πατηθεί λίγο ο δρόμος, να περάσουν και άλλοι και μετά φεύγετε.

Μετά από λίγο φύγαμε και είπα στο αυτί το Μπάρμπα – Τήνα για τον τουρβά με το δυναμίτη που τον πέταξα στα πουρνάρια, να τον πάρει να τον εξαφανίσει να μην πάθουν καμιά ζημιά. Τελικά πήραμε το δρόμο της επιστροφής, ευτυχώς. Φθάσαμε καλά στα σπίτια μας. Αυτή τη χαρά νιώσαμε τους πρώτους 2 ½ μήνες της απελευθέρωσης υπό την Διοίκηση της Λαϊκής Κυβέρνησης.

 

 

Αληθινές ιστορίες που γράφει η Ζωή

Μια περιπέτεια του Στέργιου από μια διάγνωση ενός γιατρού

 

Υπάρχουν τρία χωριά ο Δρυμός, το Μελισοχώρι και η Λιτή όπως τα λένε τώρα, αφού πριν αυτά τα χωριά είχαν διαφορετική ονομασία. Ο μεν Δρυμός καλούνταν Δρυμηγκλάβα, το Μελισοχώρι Μπάλτζια και η Λιτή Αϊβαλί. Αυτά τα χωριά εξυπηρετούνταν από ένα γιατρό που η έδρα του ήταν στη Μπάλτζια και η μεταφορά του αρρώστου γινόταν με το γαϊδουράκι. Έβαζαν τον ασθενή καβάλα επάνω στο γάιδαρο και αν ήταν χειμώνας ή είχε κρύο τον σκέπαζαν με μια βελέντζα ή ένα κιλίμι υφαντό διότι κουβέρτες τότε δεν υπήρχαν σε αυτά τα χωριά.

Μια μέρα του καλοκαιριού ο Στέργιος Δρυμηγκλάβα (Δρυμός) αρρώστησε. Ο ίδιος τότε ήταν 8-10 χρόνων, αδυνάτισε διότι θέριζε τον κόσμο η ελονοσία και λόγω αυτής της αρρώστιας κοβόταν και η όρεξη του αρρώστου. Αλλά και τι ιδιαίτερο να φάει με την φτώχεια που είχε ο περισσότερος κόσμος. η δε μάνα που τον φρόντιζε έβλεπε ότι μέρα με την μέρα χειροτέρευε η κατάστασή του.

Η ίδια τότε, λέει στον άνδρα της, με την δική της διάλεκτο: «Τι δα γην ρε Βαγκέλ αυτό το παιδί όσο πάει και χειροτερεύει, τι δα κάμουμε» και απαντά ο άνδρας της: «Να μαρή ταχιά αύριο να τουν πάμε στού Γιατρό ζπαλτζιά».

Αυτά τα λόγια αντάλλαξαν το απόγευμα, που είχε έρθει στο σπίτι ο πατέρας του Στέργιου, από το χωράφι που όργωνε όλη μέρα. Το βράδυ πήγε στο καφενείο στεναχωρημένος και βλέποντάς τον έτσι οι φίλοι του τον ρώτησαν γιατί είναι στεναχωρημένος. Και τους απαντά: «Να ο Στέργιους είναι άρρωστος και (ταχιά) δα τουν πάμε στου Γιατρό ζ’παλτζιά». Τότε οι φίλοι του συμμερίστηκαν τον πόνο του και του λένε: «Μη στεναχωριέσαι Βανγκέλ ου Γιατρός δα τουν κάνει καλά».

Την άλλη μέρα το πρωί έβαλαν τον Στέργιο επάνω στο γαϊδουράκι, το οποίο τραβούσε ο πατέρας του ενώ η μάνα τον πρόσεχε από πίσω. Το χωριό Μελισοχώρι (Μπαλτζιά) είναι κοντά περίπου 3 χιλιόμετρα. Πήγαν στο σπίτι του γιατρού και τον κατέβασαν από το γαϊδουράκι. Ο δε γιατρός που τους είδε από το παράθυρο βγήκε έξω να τους υποδεχθεί. Φαντάσου τι πολλή δουλειά είχε ο γιατρός. Και αφού πήγαν μέσα στο Ιατρείο του τους λέει τι έχει το παιδί και αφού η μάνα και ο πατέρας του είπαν από τι πάσχει το παιδί, το ξαπλώνει σε να κρεβάτι σανιδένιο που είχε. Βλέπει από δω, βλέπει από κει, το πιάνει στα χέρια και τους λέει: «Τα χέρια του παιδιού είναι πολύ ζεστά, θα έχει θέρμη το παιδί», έτσι έλεγαν την ελονοσία τότε. Και για να διαπιστώσει μήπως έχει και κάτι άλλο το παιδί έπρεπε να του κάνει και μια μικροβιολογική εξέταση.

Αποτείνεται λοιπόν στη γυναίκα του που την είχε βοηθό και της λέει: «Φέρει μαρή πασχαλίνα μια κεραμίδα να διο καλά το παιδί τη εχ». Τότε φέρνει η γυναίκα του μια κεραμίδα από τα παλιά τα τούρκικα κεραμίδια και της βάζει μπροστά στο παιδί. Και του λέει «Φτύσε παιδίμ απασ’ κυραμίδα» και το παιδί εκτέλεσε την εντολή και έφτυσε. Τότε ο γιατρός που είχε όλα τα ιατρικά εργαλεία, παίρνει ένα ξυλάκι και ανακατεύει το σάλιο του Στέργιου και αφού κλείδωσε η ανάλυση έβγαλε το αποτέλεσμα.

Οι γονείς του Στέργιου που τα έβλεπαν όλα αυτά, περίμεναν σαν μαρμαρωμένοι τον γιατρό τι θα τους πει. Τότε σηκώνει το κεφάλι του ο γιατρός και τους λέει με ένα σοβαρό ύφος: «Άλλα παιδιά έχετε;». και απάντησαν και οι δυο γονείς: «Ναι, έχουμε άλλα δυο». Τότε ο γιατρός του λέει: «Άϊντε να ναι καλά κείνα».

Οι γονείς του Στέργιου νόμισαν ότι έπεσε κεραυνός στο κεφάλι τους που άκουσαν αυτόν τον φοβερό λόγο, αλλά κρατήθηκαν να μην καταλάβει τίποτε το παιδί. βγήκαν έξω από το ιατρείο, έβαλαν τον Στέργιο επάνω στο γαϊδουράκι και πήραν τον δρόμο της επιστροφής για το χωριό τους, σαν φαρμακωμένοι. Μπροστά ο πατέρας κρατούσε το γαϊδούρι, πίσω η μάνα πρόσεχε το παιδί να μην πέσει γιατί ήταν εξαντλημένη και κρυφοέκλεγε να μην την δει το παιδί.

Φθάσανε στο χωριό, πήγανε σπίτι, κατέβασαν τον Στέργιο από το γαϊδουράκι και τον πήγε η μάνα του μέσα, τον σκέπασε και με μια βελέντζα για να ζεσταθεί γιατί ταλαιπωρήθηκε στο δρόμο. Ο πατέρας έδεσε στο στύλο το ζώο και μετά πήγε στο καφενείο. Εκεί τον περίμεναν οι φίλοι του ανυπόμονοι να μάθουν τι είπε ο γιατρός για το Στέργιο.

Μόλις πήγε ο Βαγγέλης στο καφενείο αμέσως τον αρπάξανε και άρχισαν να τον ρωτάνε: «Τι έγινε βρε Βανγκέλ το παιδί, τι είπε ο γιατρός». Ο Βαγγέλης έτσι όπως ήταν στεναχωρημένος, τραβάει καναδυό ρουφηξιές το τσιγάρο του, που είχε στο στόμα και κάθεται στην καρέκλα αμίλητος. Τότε του λένε πάλι οι φίλοι του: « Αϊ βρε Βανγκέλ πες μας τι εχ ου Στέργιος, ανυπομονούμε να μάθουμε». Τότε ο ίδιος παίρνει μια βαθιά ανάσα και τους λέει: «Ου Στέργιους δεν είναι καλά, έτσι μας είπε ο γιατρός. Έφτυσε και ζ’κυραμίδα, ξέρω τι τον βρήκε μες’κυραμίδα και μας λέει έχετε άλλα παιδιά και του λέμε έχουμε άλλα δυο. Αϊτη να ναι καλά κείνα μας λέει». Τότε αποκρίνονται οι φίλοι του: «Ε κρίμα τουν Στέργιο ήταν και πολύ καλό παιδούδ… Τι να κάνουμε τώρα μεις βε Βανγκέλ να σε βοηθήσουμε τέτοιο (ταξιράτ) κακό που σ’ήρτη».

Στόμα με στόμα το έμαθε όλη η γειτονιά. Από την άλλη μέρα αρχίζουν να έρχονται οι πρώτες βοήθειες. Κοτόπουλα, αυγά, φρέσκο βούτυρο από γιαούρτι που τουρβάνιζαν τότε οι γυναίκες – που δεν θα το ξεχάσω όταν μας τηγάνιζε η μάνα μου κανένα αυγό μοσχοβολούσε από νοστιμιά. Ήταν όλα γνήσια. Αυτά τον κουβαλούσαν το Στέργιο κάθε μέρα.

Βέβαια μην σαν πάει ο νους σας πως του Στέργιου οι γονείς ήταν φτωχοί και οι άλλοι που του κουβαλούσαν αυτά τα τρόφιμα ήταν πλούσιοι. Όχι προς Θεού και αυτοί το ίδιο ήταν απλά πονούσαν και ενδιαφέρονταν για τον συνάνθρωπό τους. Άλλος τον έφερνε κοτόπουλο, άλλος αυγά, άλλος αν είχε καμιά αγελάδα, γάλα και βούτυρο. Αν θέλεις να βοηθήσεις δεν είναι θέμα πλούτου. Ο καθένας μπορεί να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του ανάλογα με τα οικονομικά του.

Από την άλλη μέρα η μάνα του Στέργιου, τον κάνει μια σούπα κοτόπουλο και χτυπάει και ένα αυγό με ξύδι αντί για λεμόνι γιατί λεμόνια το καλοκαίρι δεν είχε τότε. Για το λόγο αυτό όταν αρρωσταίναμε μας κάναμε λεμονάδα από αγουρίδα σταφύλι.

Έτσι και το Στέργιο επειδή δεν είχε καθόλου όρεξη, έστυβε λίγη αγουρίδα και τον έδινε λεμονάδα. Το δε μεσημέρι τον βάζει λίγη σούπα κοτόπουλο. Ο Στέργιος δεν ήθελε στην αρχή ούτε να ανοίξει το στόμα του αλλά όταν τον έβαλε η μάνα του στο στόμα του και το κατάπιε σαν τον άρεσε. Και το βράδυ του έδωσε σούπα από κοτόπουλο και αυγόξυδο το οποίο του άνοιξε την όρεξη. Το ξύδι φυσικά ήταν γνήσιο. Ο γιατρός βέβαια του είχε δώσει και κάτι χάπια (αντιπρίνες) τα λέγανε, τα οποία ήταν για την ελονοσία και ειδικά για τον πυρετό. Τα χάπια αυτά όμως ήταν πικρά.

Αφού του Στέργιου του έπεσε ο πυρετός άνοιξε και η όρεξή του και άρχισε να τρώει σχεδόν απ’ όλα. Αυγουλάκια τον τηγάνιζε η μάνα του με γνήσιο βούτυρο με το οποίο μοσχοβολούσε το σπίτι. Μέσα σε 10 μέρες ο Στέργιος βγήκε στο μαχαλά και έπαιζε με τους φίλους του. Τότε ανάσαναν και οι γονείς του από το σοκ που είχαν πάθει από τα λόγια του γιατρού.

Τώρα το ερωτηματικό είναι τι γιατρός ήταν αυτός στον οποίο ο κόσμος εμπιστευόταν την υγεία του. Και όμως πήγαιναν γιατί αυτά που σας γράφω είναι γεγονός διότι ο Στέργιος που τώρα ζει και είναι 87 χρονών είναι φίλος μου και μου τα διηγήθηκε ο ίδιος. Τον Στέργιο του είπε ο γιατρός πως «έπεσε έξω στη διάγνωση».

 

Χρήστος Φυλάκης

ΛΑΓΚΑΔΙΑΝΑ ΜΑΣΛΑΤΙΑ «Ο Χωρατάς»

Του κ. Χρήστου Φυλάκη

 

Είπαμε για τους άνδρες πως ψυχαγωγούνταν τα παλιά χρόνια, αλλά οι γυναίκες τι έκαναν; Καθόταν στα σπίτια τους συνέχεια με τις δουλειές του σπιτιού που ήταν ατελείωτες εκείνα τα χρόνια. Τι να πρωτοκάνουν οι δόλιες;

Το ζήτημα του φαγητού ούτε καν το υπολόγιζαν αρκεί να είχαν να γεμίσουν τον τέντζερη και αλεύρι να ζυμώσουν το ψωμί, να κουβαλήσουν τσαλιά για να ανάψουν το φούρνο, να ψήσουν το ψωμί… και μετά να κάτσουν να φάνε, να βάλουν κάτω το σουφρά, το χαμηλό τραπέζι, να κόψει ο αρχηγός της οικογενείας το ψωμί που ζύγιζε 3 – 4 οκάδες – φαντάσου τις φέτες που κόβονταν από τη μια άκρη στην άκρη. Και η κυρά του σπιτιού να γεμίζει με τη «μσούρα» – ένα μεγάλο πιάτο βαθύ- με φαγητό να καθίσουν γύρω – γύρω σταυροπόδι και να φάνε. Και καταλαβαίνεις, αν ήσουν ντροπαλός θα ήσουν πάντα νηστικός. Πολύ άδικος τρόπος φαγητού. Εμάς η οικογένειά μας όταν πέθανε ο πατέρας μας, μας άφησε 6 ανήλικα παιδιά και καταλαβαίνεις τι γινόταν όταν έβαζε το μεγάλο πιάτο η μάνα μας. Χαμός γινόταν. Και βαρέθηκε η καημένη κάθε μέρα τα ίδια και πήγε πήρε κάτι μικρά πιατάκια και καταργήσαμε το παλιό σύστημα. Όχι από εξέλιξη αλλά για να τρώει καθένας το φαγητό που τον ανήκε. Αυτά με το φαγητό οι μεκαρίτες τότε «άμα έχεις το ψωμί και το φαΐ όλο τον χρόνο, είσαι πασάς». Για αυτό αυτές οι γυναίκες που τα είχαν ήταν ευτυχισμένες τότε. Αλίμονο σ’ αυτές που δεν τα είχαν. Γι’ αυτές ήταν το πιο σοβαρό πρόβλημα.

Το άλλο ζήτημα της δουλειάς για τις γυναίκες τότε, ήταν ο αργαλειός και το πλέξιμο. Τη μέρα να πάνε στη δουλειά ή στο δικό τους χωράφι αν είχαν, ή στο μεροκάματο και το βράδυ να πλέκουν κάλτσες, να λαναρίζουν το μαλλί και να κλώθουν στο αδράχτι. Αν είχαν και κορίτσια για παντρειά τότε η κατάσταση ήταν πιο στενάχωρη. Ο αργαλειός συνέχεια δούλευε˙ το καλοκαίρι να αγοράσουν τα μαλλιά, το φθινόπωρο να πλύνουν και να τα λαναρίσουν, να τα κλώσουν στο αδράχτι κλωστή, μετά να τα βάψουν και να αρχίσουν να υφαίνουν τα ωραία κιλίμια που έκαναν. Και παρ’ όλη αυτή τη σκοτούρα, έβρισκαν τον τρόπο λίγο να ψυχαγωγηθούν. Και ο τρόπος ο ευχάριστος για αυτές ήταν ο χωρατάς. Εκεί ξεσπάθωναν, λέγανε η καθεμιά τα προβλήματά της και μετά το έριχναν στο καλαμπούρι, τα αστεία πειράγματα και γελούσαν με την ψυχή τους. Και τις ξεκούραζε τόσο πολύ αυτός ο χωρατάς ψυχικά, που έφευγαν ξεκούραστες και ανανεωμένες τις δυνάμεις για την άλλη μέρα.

« Χωρατά», έλεγαν αυτή τη συγκέντρωση των γυναικών σε κάθε μαχαλά που ανταμώνονταν και έλεγαν τα σοβαρά και τα αστεία τους και ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να εκτονώσουν την ψυχολογία τους και την κούραση που είχαν. Φρόντιζαν ο χωρατάς να γίνεται σε κανένα σπίτι που να είναι στο δρόμο για να ρωτούν˙ και κανέναν άνδρα που έρχονταν από την αγορά να τους πει αν έμαθε κανένα καινούριο νέο. Για να το σχολιάσουν μετά. Η καθεμιά με την δική της γνώμη.

Σε έναν από αυτούς τους χωρατάδες εκεί κοντά στην Αγία Παρασκευή, ήταν κομπλέ κάθε βράδυ, το σπίτι ήταν επάνω στο δρόμο.

Είχε ένα πεζούλι σαν ντουβαράκι πολύ χαμηλό και πέτρες που ήταν κάτασπρες ασβεστωμένες. Για καθίσματα έπαιρναν από το σπίτι και κανένα κομματάκι κουρελού, το έστρωναν και κάθονταν μια χαρά. Μόλις κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος πήγαινε και κάθονταν πρώτη η Μυγδάλου, που ήταν η γεροντότερη και τυφλή. Μετά ερχόταν η Λένκου, συνομήλική της και στη συνέχεια ερχόταν η Ρίνκου, η Γκιούργου, η Γκίλια και η Στάνου. Αυτές ήταν οι 6 τακτικές και ήταν ηλικιωμένες. Πήγαιναν και πιο νεότερες αλλά το λόγο είχαν πάντα οι έξι λόγω ηλικίας.

Και αρχίζανε τα κωμικοτραγικά της παρέας. Εκεί καθόταν ένα βράδυ και κουβέντιαζαν και γελούσαν, πέρασε ένα άνδρας που ερχόταν από την αγορά, γνωστός της Λένκους. Τις καλησπέρισε ο άνθρωπος και μετά τον λέει η Λένκου «μπρε Νάσιου τι λεν σ’ ακάτ σν’ αγορά τι νέα εχ;» Τόπε εξελιγμένα η Λένκου «αγορά» γιατί τότε «Τσιαρσή» στα τούρκικα. Ο Νάσιους σταμάτησε μόλις τον μίλησε η Λένκου και λέει: «Εμ τι νέα να εχ’ μαρή Λένκου; Τίποτα καινούριο. Στουν καφινέ τι δα’ ακούεις; άλλος του κοντότ’ και άλλος το μακρύτ’». Και χωρίς πολλά λόγια έφυγε ο Νάσιους. Όταν απομακρύνθηκε ο Νάσιους της λέει η Ρίνκου. «Κι συ μαρή Λένκου ητς μυαλό δεν έεις. Τουν σταμάτσεις τουν άνθρωπο κουρασμένος είνι. Ολ’ μέρα κόσιζε στα τσαΐρια νέα να συ πει. Ρώτα τουν άντρα σ’ του βράδ στου σπίτ’ που δε ερτ’ απού τουν καφινέ». Πετάγεται η Στάνου και ρίχνει το φαρμακερό της «εμ΄σάματι αγρικάει τίποτε κείνους;»: Μον’ του πουτήρ’ χτάζ…». Ντ’ Λένκου σαν να τν’ έριξαν ατομική βόμβα. Άναψε και κόρωσε και άρχισε το στόλισμα. «Να πας να χαθείς σιαψιάλου που δα μη πείς για τον θκό μ’ τουν άνδρα που είνι ένα κομμάτ’ μάλαμα. Κι έξυπνους! Να χτάιζ τουν θκός τουν προυκουμένον κάθι βραδ’ κιόρ κιουτούκ΄ ελινι κι δεν ανοίγ΄ μάτια απ’ του μιθύσ’. Οχ΄ να σας πεί νέα αλλά ίσα τρέχ΄στου κρεβάτ΄. Ντιπ χνάρ είνι. Θκός μου άντρας πάει σ’ Σαλονίκη. Τσ’ πήρε ένα βράδ’ ου Γιουβάνς με του κάρου. Τουν άντρα μ’, του Θύμιου κι του φίλοτ’ τουν Κώτσιου με του ζρζαβάτ. Κι ύστερα τσ’ πάει κι είδαν τα τράμια που πάεναν μοναχάτσ’. Δεν τα τραβούσαν τ’ άλογα όπως πρίν. Κι’ ύστερα τσ’ πήγε στου ζαχαροπλαστείο να τσ’ κιράσ’ κανένα γλυκό. Αφού έκατσαν, τσ’ λέει ου ζαχαροπλάστης: «Τι θα πα΄ρουν οι κύριοι;» Πετάζεται ου Γιουβάνς που ήταν τετραπέρατος γιατί κάθε μέρα πήγαινε σ΄ Σαλονίκη κείνους κι τα ήξερε όλα. Και είπε ο Γιουβάνς τι γλυκό θα πάρ’. Ο Θύμιος δεν κατάλαβε πως το είπε το γλυκό. Αλλά ο άντρας μου είναι έξυπνος και αμέσως έδωσε την παραγγελία και του λέει: Σατγιουβάν΄. Ο Κώτσιους τουν κοίταζε τουν άντρα μ΄ τι είπε και λέει κι αυτός: Σατγιουβάν΄ και κατάλαβε το γκαρσόνι και τσ’ έφερε τα γλυκά. Κι έφαγαν κι ευχαριστήθηκαν. Του βράδ’ ήρτε κι η τα είπε όλα. Κοσμογυρισμένον άντρα έχω. Οχ΄ σαν τουν θκός του χαϊβάν, μόν στου Γυαλό πηαίν΄ και στου Καβαλάρ και μέχρι του Σαράτσ΄ (Περοβολάκι).

Κι η Λένκου ήταν τόσο φουντωμένη που δεν σταματούσε με τίποτε. Ξεσήκωσε το μαχαλά με τις φωνάρες της αφού ακούγονταν μέχρι το Α’ Δημοτικό Σχολείο. Εκείνη την ώρα φυσικά ήταν αργά και γύριζαν όλοι οι άντρες στα σπίτια τους. Γύριζε και ο Σταύρος και μόλις έφθασε κοντά στον πλάτανο του Μπάρμπα – Μήτα του Συργιάνη του μαγαζί, ακούει τις φωνάρες και καταλαβαίνει ο Σταύρος τι συμβαίνει, γιατί ήταν κοντά στο σπίτι του και τον χωρατά τον είχε ζήσει από τα μικρά του χρόνια, τότε που τον έπαιρνε η μάνα τους την αγκαλιά της και άκουγε τις κοτσάνες μέχρι αργά το βράδυ.

Εκείνο το βράδυ όμως μόλις άκουσε τον καβγά κάτι σκέφτηκε γιατί ήταν πολύ πειραχτήρι και χωρατατζής. Προχωράει ατάραχος, σοβαρός φτάνει κοντά τους – ούτε σημασία τον έδωσαν αυτές – εξακολουθούσαν τις αντεπιθέσεις η Λένκου και η Στάνου. Και όταν έφθασε πολύ κοντά στο χωρατά, ο δαιμόνιος Σταύρος πυροδότησε τη βόμβα του. Τις τραβάει ένα πόρδο που τράνταξε τον μαχαλά. Κόπηκε μαχαίρι ο καυγάς, μόνο πετάγονταν όλες με μια φωνή: «Ου να χαθείς γαδούρ. Δεν μπορείς να σμάεις τους κώλους βρωμιάρ΄». Αλλά ο Σταύρος είχε την απάντηση και τις λέει κάπως στεναχωρημένα: «Τι να κάνω, κουσούρ απ’ την Αλβανία, μ’ έμεινε. Να μη σχωρέστει». Και κρατήθηκε να μη γελάσει μπροστά τους. Όταν απομακρύνθηκε ο Σταύρος αυτές ακόμα τον λιβάνιζαν. Ίτς μαρή δε μας σεβάσκει ου χαϊταμάς, λέει η Γκίλια. Πετάγεται η Μυγδάλου που ήταν τυφλή αλλά τον γνώριζε απ’ τη φωνή του γιατί πολλές φορές τις πείραζε και λέει η Μυγδάλω: «Σας κορόιδεψε μαρή το γαδούρ. Ποια Αλβανία ήταν; Τ’ αδέρφια τ’ παν΄ σ’ ν Αλβανία. Αυτός δω ήταν ακόμα μικρός». Ε τότε η Λένκου φούντωσε πιο πολύ και λέει: «Αμ΄ ταχιά άμα πηράσ’ δα τον κανονίσω γω».

Και αναστατωμένες καθώς ήταν σηκώθηκαν να φύγουν γιατί η ώρα ήταν πολύ αργά. Τώρα ήταν αγαπημένες όλες, ξέχασαν τον πρώτο καυγά μεταξύ τους. Τώρα του Σταύρου η βόμβα τις ένωσε πάλι και έφυγε η καθεμιά για το σπίτι της.

Τι σοφίστηκε ο μακαρίτης ο Σταύρος για να φέρει την αγάπη μεταξύ τους, αφού ήταν φιλενάδες όλα τα χρόνια…

Κι έτσι τελείωσε το επεισόδιο της βραδιάς…

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ ΤΟ

1940

Του κ. Χρήστου Φυλάκη

Θα σας γράψω μια ιστορία από τα καρναβάλια τις παλιάς εποχής ,διότι στο Λαγκαδά εκείνα τα χρόνια γίνονταν τα καλύτερα είχε πολλούς μερακλήδες και με τα απλά και φτωχικά μέσα παρουσίαζαν ένα θέαμα ευχάριστο και κωμικό και γελούσε ο κόσμος που τους έβλεπε . Απ’ όλα τα καρναβάλια της παλιάς εποχής τα καλύτερα ήταν του 1940 .Αποκριές και καθαρά Δευτέρα ,εκείνα τα καρναβάλια έγιναν με πολύ επίσημο ανταγωνιστικό τρόπο …..Δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω με τις λίγες γνώσεις που έχω σαν τύπου φεστιβάλ ,όπως κάνουν τώρα τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις .Αυτό ξεκίνησε από την Θεσσαλονίκη ,όπου ο τότε δήμαρχος ήθελε να δώσει χαρά στον κόσμο με διάφορες χαρούμενες εκδηλώσεις, γιατί αρχίσαμε να αισθανόμαστε τη σκιά του πολέμου και ο κόσμος ήταν σοκαρισμένος απ’την ημέρα που μπήκαν οι Ιταλοί στην Αλβανία .Το καταλαβαίναμε τι μας περίμενε και ανακοίνωσε ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης πως θα δώσει ένα χρηματικό βραβείο σε όποιο συγκρότημα θα παρουσίαζε το καλύτερο κωμικό σκετς ….Το’ μαθε και ο δικός μας δήμαρχος Ιωάννης Παντίρης και ανακοίνωσε και αυτός ότι θα δώσει ένα δώρο στο καλύτερο συγκρότημα …..και κάνω μια παρένθεση για να σας δώσω να καταλάβετε το πώς ήταν όλα διαφορετικά πολύ από το σήμερα ….περιορίζονταν ο κόσμος στον τόπο που ζούσε ,από εκεί τα περίμενε όλα και την ψυχαγωγία του ακόμα …..δεν γίνονταν διαφορετικά ,ούτε στη Θεσσαλονίκη που ήταν κοντά δεν μπορούσε να πάει ο καθένας. Στη Θεσσαλονίκη έκαναν το καρναβάλι στο σειχ-σου ή στο Κρυονέρι της άνω Τούμπας που είχε ένα δασάκι .Ο περισσότερος κόσμος τότε είχε φτώχια δεν του περίσσευαν για τέτοιες ψυχαγωγίες ,όπως είναι σήμερα που παίρνει το αυτοκινητάκι του και τραβάει οπού τον γουστάρει και οπου θα βρει το καλύτερο .Τότε περιορίζονταν στον τόπο του ότι θα δει και ευτυχώς είχε πολλούς μερακλήδες τότε και γίνονταν καρναβάλια, κατασκεύαζαν και τα απαραίτητα άρματα με απλά και φτωχά υλικά . Και μια και βγήκε αυτή η είδηση ότι θα δώσει ο δήμαρχος βραβείο , άρχισαν οι προετοιμασίες από το τριώδιο και μετά με πολύ μυστικότητα στις παρέες , ξέραμε ποιοι είναι οι μερακλήδες από άλλα χρόνια , αλλά δεν ξέραμε τι θα παρουσιάσουν γιατί όλοι δούλευαν με απόλυτη μυστικότητα . Έτσι και ‘μείς το αποφασίσαμε ήμασταν παρέα έξι άτομα . Καθίσαμε ένα βράδυ σ’ένα σπίτι για να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε και πως θα το κάνουμε …..προτάσεις και γνώμες έπεσαν πολλές, αλλά θα πούμε αυτή που εγκρίθηκε ,δηλ. να κάνουμε ένα κινητό χειρουργείο και υπό τύπον διαφήμισης , να κάνουμε μια χειρουργική επέμβαση σ’ένα παιδί που είχε σκωληκοειδίτιδα, που τότε άρχισε να εφαρμόζεται ,λίγα χρόνια πιο μπροστά, αλλά ο κόσμος δεν ήξερε τι ήταν αυτός ο σκωληκοειδίτις ,νόμιζαν ότι είχε σκουλήκια μες’τον άνθρωπο ,και ‘μείς θα θέλαμε να παρουσιάσουμε την εγχείρηση σε ανοιχτό χώρο στην πλατεία να δει ο κόσμος να μην φοβάται να πάει να εγχειριστεί .Κάπως ενημερωτικό το αντικείμενο τις υπόθεσης , γιατί τα παλιά χρόνια πολλοί άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους από το σκωληκοειδίτι, τους έπιανε πόνος πολύς κι αυτοί νόμιζαν ότι ήταν κρυολόγημα και του έβαζαν κομπρέσες ζεστές και καταλαβαίνεις, το ζεστό χειροτέρευε τον πόνο και η κατάληξη ήταν να γίνει περιτονίτιδα και μολύνονταν όλος ο οργανισμός και τελείωνε …. Και αφού αποφασίσαμε να κάνουμε το κινητό χειρουργείο έπρεπε να σκεφτούμε που θα το εγκαταστήσουμε και εφόσον ήταν κινητό, σε κινητή εγκατάσταση έπρεπε να το εγκαταστήσουμε και βγάλαμε την απόφαση να βρούμε ένα κάρο μικρό και χαμηλό για να βλέπει ο κόσμος . Κάρο βρήκαμε από ένα μανάβη ,που γύριζε στις γειτονιές και πουλούσε τα λαχανικά του, ένα μικρό καρότσι ζεμένο μ’ένα γαϊδουράκι ..ήταν ότι έπρεπε για ‘μας. Ήταν όμως πολύ ζόρικος και δεν μας το έδινε ..αλλά του πληρώσαμε καλά το μεροκάματο του γαϊδουριού και λύγισε και μας το έδωσε …του δώσαμε δυο τσουβάλια άχυρο και είκοσι οκάδες γιαρμά να τρώει το γαϊδουράκι του ένα μήνα ..και αυτόν ένα πενηνταράκι ούζο με μεζέ και έμεινε πολύ ευχαριστημένος . Μας το έδωσε την καθαρά Δευτέρα, το πήραμε απ’το σπίτι του, το πήγαμε σ’ένα δικό μας σπίτι και εκεί ετοιμάσαμε ότι χρειαζόταν, τα απαραίτητα μηχανήματα του χειρουργείου, και τέλος ήρθε η ώρα να μοιράσουμε στον καθέναν τους ρόλους που θα έπαιζε στο πόστο του και αρχίσαμε να μοιράζουμε τους ρόλους ανάλογα τον χαρακτήρα του καθενός, αν μπορούσε να κρατήσει υποκριτική .Τον ξάδερφο μου Ιωακήμ Φυλάκη τον ξαπλώνουμε να τον χειρουργήσουμε ήταν μικρότερος από μας , τον Κώστα τον Κούκο να τραβάει το γαϊδουράκι γιατί δεν βαστούσε από τα γέλια και τον είπαμε ο κόσμος να γελά όχι εσύ . Τι να κάνουμε του βάλαμε ένα τουλπάνι μαύρο στο πρόσωπο του και αν γελούσε δεν φαίνονταν . Τον Κώστα τον Περηφάντσο, για διαφημιστή να φωνάζει στο κόσμο να ‘ρθει να παρακολουθήσει το μεγάλο επίτευγμα της χειρουργικής . Μεγάλο ταλέντο Κώστας τα έλεγε τόσο σοβαρά που δεν γελούσε καθόλου , νομίζω πως και ο ίδιος τα πίστευε , αυτά που έλεγε . Και τον Σταύρο Σταυρούση για πιο σοβαρό καθηγητή χειρουργικής ,και εγώ με τον Χαρίλαο Καμπέρη ως απλοί χειρούργοι βοηθοί του καθηγητού, οι τρεις γιατροί ντυμένοι με άσπρες μπλούζες γιατρών πεντακάθαρες σωστοί γιατροί χειρούργοι , ξεκινήσαμε από το 1ο δημοτικό σχολείο και ερχόμασταν στη πλατεία .Ο Κώστας Κούκος τραβούσε το γαϊδουράκι , ο άλλος Κώστας ,.καλούσε τον κόσμο να ‘ρθουν στη πλατεία να δουν το μεγάλο γεγονός . Πράγματι με τις φωνάρες του Κώστα όλοι γύριζαν στη πλατεία. Όταν φτάσαμε στην πλατεία, ακριβώς στη κολώνα τότε που είχε τα τρία φώτα και μια τουλούμπα κάτω που έπαιρναν τα καφενεία νερό , τώρα δεν υπάρχει κανένα ίχνος ούτε σημάδι, να σας δώσω να καταλάβετε γιατί αλλάξανε όλα , σταματήσαμε εκεί. Χαμός έγινε ,μας σκέπασε ο κόσμος, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τη δουλειά μας , κατορθώσαμε λίγο να ανοίξουμε το χειρουργείο που είχε κουρτίνες και δεν φαινόταν , και άρχισε να φωνάζει στον κόσμο διαφημιστής μας , να σεβαστούν τον άρρωστο και να κάνουν λίγο ησυχία και να μην πέφτουν επάνω μας ,γιατί πρέπει να αρχίσει η εγχείρηση διότι είναι επείγον περιστατικό , ανοίγουμε τις κουρτίνες του χειρουργείου που δεν φαινόταν ο ασθενής και βλέπουν έναν νεαρό ξαπλωμένο κατακίτρινο χλωμό ( αφού τον είχαμε βάψει με κίτρινη μπογιά ). Τον βλέπετε κύριοι τώρα φωνάζει ο καθηγητής ,είναι ετοιμοθάνατο το παιδί αλλά εμείς θα τον σώσουμε σε λίγο. Και θ’ αρχίσουμε την εγχείρηση αλλά θα κλείσουμε λίγο τις κουρτίνα γιατί μερικοί είναι λίγο ευαίσθητοι και μην λιποθυμήσει κανένας και θα έχουμε και αλλά περιστατικά και δεν χωρά διακοπή στην επέμβαση . Τραβώντας τη κουρτίνα πέντε λεπτά , σκουπίσαμε το πρόσωπο του ασθενούς που ήταν μια απλή ώχρα σκόνη και γίνεται η εγχείρηση σχίζοντας μια φούσκα που είχαμε λίγη λιωμένη σάλτσα και ένα γριβαδάκι μικρό δίπλα που αντικαταστούσε το σκωληκοειδίτι , παίρνει στα χέρια του το ψάρι ο καθηγητής και φωνάζει, κοιτάξτε κύριοι το θηρίο που θα ‘τρωγε τον άνθρωπο, αλλά τώρα θα το φάμε εμείς το βράδυ και άνοιξε η κουρτίνα και είδαν των άρρωστο στο ωραίο του το χρώμα και τα αίματα στη κοιλιά του , και έγινε χαμός χειροκροτήματα φωνές και να πέφτει ο κόσμος επάνω μας να δει τον εγχειρισμένο που γελούσε και ο ίδιος στο χειρουργικό κρεβάτι. Χαμός γινόταν γέλια ,φωνές, με μεγάλη δυσκολία μπορέσαμε να μετακινηθούμε από το σημείο που δώσαμε την παράσταση και μας σκέπασε ο κόσμος και μαζί και το γαϊδουράκι μας .Πως να προχωρήσουμε να φύγουμε ο οδηγός του μάταια φώναζε να του ανοίξουν λίγο δρόμο να τραβήξει το γαϊδουράκι του .Με μεγάλη δυσκολία μετακινηθήκαμε από την πλατεία που δώσαμε την παράσταση ,και μπήκαμε στην οδό λουτρών , και εκεί κόσμος, χειροκροτήματα, ώσπου στρίψαμε σ’ένα δρόμο να πάμε από εκεί που ξεκινήσαμε και φτάσαμε στο σπίτι , ξεντυθήκαμε τα ρούχα του χειρουργείου πλυθήκαμε για να επιστρέψουμε στην πλατεία .Χαρούμενοι και αισιόδοξοι ότι την πρωτιά την είχαμε πάρει οπωσδήποτε , βλέποντας τον κόσμο με τόση χαρά και χειροκροτήματα μας αγκάλιασε ήμασταν σίγουροι ότι θα πάρουμε το βραβείο. Και ξεκινήσαμε να πάμε στην πλατεία να δούμε τα υπόλοιπα καρναβάλια τι θα παρουσιάσουν και να τα συγκρίνουμε με το δικό μας συγκρότημα .Όταν γυρίσαμε στην πλατεία είχε περάσει ένα συγκρότημα με κανταδόρους και μπροστά ένας κλόουν ντυμένος με στολή διαβόλου, μαύρη μονοκόμματη φόρμα, μόνο τα μάτια του φαίνονταν και είχε δυο κερατάκια επάνω στο κεφάλι του και μια ουρά στον πισινό του , και ήταν τόσο ευέλικτος που έκανε κάτι νούμερα στο δρόμο και ξεκαρδιζόταν ο κόσμος με τις κωμικές του φιγούρες .Και η άλλη κομπανία από πίσω τροβαδούροι ,τραγουδούσαν παλιές ωραίες καντάδες με συνοδεία μια κιθάρας που έπαιζε ο ένας . Αυτήν την παράσταση η παρέα την έκαναν κάθε χρόνο , ήταν γνωστοί και τους ξέραμε ήταν ο αξέχαστος κλόουν που έτρεχαν τα παιδιά να τον δούνε και να γελάσουνε ο Γιώργος Κόκοτας ,ήταν πάρα πολύ πετυχημένος στο ρόλο που έκανε , τον άλλο που θυμάμαι που τους διοργάνωνε ήταν ο Κωτσόπουλος που είχε τότε το εστιατόριο τώρα που είναι η ταβέρνα ΄΄ Γράδο ΄΄ ήταν όλοι η παρέα αυτή , καμιά δεκαριά και όταν γλεντούσαν τους χαιρόσουν με τα ωραία τραγούδια τους. Πέρασαν και αυτοί από την πασαρέλα της πλατείας με πολλά χειροκροτήματα ,και μετά έρχεται ένα συγκρότημα μουσικής με μαντολίνα ,ωραίοι και αυτοί με μαντολίνα και μια μαντόλα να τραγουδούν τραγούδια από τα Επτάνησα πάρα πολύ ωραία . Αρχηγός και μαέστρος ο περιπτεράς Νίκος Δεμερτζής, οι αδελφοί Μακρή, ο Κώστας Μπαλάρης και ο μοναδικός μαντολίστας Δημοσθένης Κουλαξίδης ήταν και άλλοι στην παρέα δεν τους θυμάμαι .Πάρα πολύ ωραίο συγκρότημα χαρούμενο ,πέρασε και αυτό από την πασαρέλα της πλατείας με πολλά χειροκροτήματα και πέρασαν και πολλά μεμονωμένα καρναβάλια, ανοργάνωτα ο καθένας όπως ήθελε να ντύσει τον εαυτό του. Πολύς κόσμος γινόταν καρναβάλια εκείνα τα χρόνια ,την κάθε γιορτή ήθελαν να τη χαρούν ,δεν είναι όπως σήμερα κάθε μέρα το γιορτάζουν ταβέρνες κέντρα διασκεδάσεων, τότε μόνο τις μεγάλες γιορτές διασκέδαζαν πολύ ,λόγω του οικονομικού . Και αφού πέρασαν και τα μεμονωμένα καρναβάλια μετά ακούμε από πάνω από του Γεωργιάδη τον μύλο να έρχεται προς τη πλατεία ένα γκρουπ με κόσμο που συνόδευαν ένα άρμα .Όταν ήρθαν στην πλατεία καταλάβαμε τους ανταγωνιστές μας .Ήταν οι αδερφοί Νικολή, Αντώνης και Θανάσης. Σταμάτησαν και αυτοί στο ίδιο σημείο που δίνονταν η παράσταση ,και βγαίνει από το άρμα πρώτος ο Θανάσης και μετά ο αδερφός του ο Αντώνης . Το άρμα που σας λέω μην πάει το μυαλό σας στα πολυτελέστατα άρματα που κάνουν τώρα τα καρναβάλια της Πάτρας και της Ξάνθης που έχουν μεγάλο κοστολόγιο .Ήταν μια πλατφόρμα από ένα κάρο μακρύ χωρίς παραπέτα , τέτοια είχαν οι Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη που έκαναν μεταφορές από το λιμάνι εμπορεύματα και τα πήγαιναν στα λαδάδικα που ήταν όλο το χονδρεμπόριο της Θεσσαλονίκης. Δεν ξέρω που το βρήκαν γιατί στο Λαγκαδά δεν είχαμε τέτοια .Το έβαλαν πασσάλους κολωνάκια γύρω γύρω και το σκέπασαν με κουρελούδες που είχε τότε πάρα πολλές και τσουβάλια το καμουφλάρισαν καλά για να κρύβουν το καλλιτεχνικό τους πρόγραμμα .Και ανέβηκε πρώτος στην εξέδρα που άφησαν λίγο μέρος ,στο πίσω μέρος του άρματος, διότι μπροστά ήταν ζεμένο το άλογο ,πως θα μετακινούνταν δεν είχε τρακτέρ τότε, όλα με τα ζώα μετακινούνταν. Ο Θανάσης ήταν ντυμένος με μια αθλητική φόρμα και ένα καπελάκι και δίπλα του ο αδελφός του ο Αντώνης βοηθός του και με το θαρραλέο χιούμορ ο Θανάσης άρχισε να διαφημίζει το μεγάλο γεγονός που θα παρουσίαζε .Και αναφωνεί ΄΄ κυρίες και κύριοι ΄΄ , κυρίες και κύριοι αυτό το θέαμα που θα δείτε είστε πολύ τυχεροί , εγώ κατόρθωσα να μεσολαβήσω να παρακαλέσω να περάσει από το Λαγκαδά να τα δούμε ,διότι τέτοια διάσημα βλαστάρια που παράγει ο τόπος μας πρέπει να ήμαστε περήφανοι που θα μας εκπροσωπήσουν παντού και θα μας κάνουν περήφανους με τη δύναμη τους με τη δεξιοτεχνία τους , που τους έχει χαρίσει ο θεός .Και έφερε το κόσμο σε τέτοια αγωνία να περιμένει να δει , και λέει με πολύ σοβαρό ύφος, μόνο θέλω λίγη ησυχία να υποδεχτούμε το μεγάλο γεγονός .Και τώρα κυρίες και κύριοι ένα χειροκρότημα στην εθνική Ελλάδος του ποδοσφαίρου . Και ανοίγει την κουρτίνα της εξόδου και βγαίνει πρώτος ο τερματοφύλακας με τη μπάλα στα χέρια με κοντό παντελονάκι άσπρο και μπλε φανελίτσα . Ήταν ο μπάρμπα Γιώργης Καρπούζης ,μετά βγαίνουν οι οπισθοφυλακές αδερφοί Ράμτσιου Νικόλας και Γιάννης ο Τάκης Κύρου στη μεσαία γραμμή και ο Γιώργης ο Κανάκης με τον μπάρμπα Νικόλα Τανάσκου, κουτσοί και οι δυο για … να τρέχουν πολύ .Και αρχίζει ο Θανάσης που ήταν και προπονητής της ομάδας να διαφημίζει το ταλέντο του καθενός στη θέση που έπαιζε , ο κόσμος έπεσε κάτω από τα γέλια ,τι να σου πω, ήταν ένα θέαμα να τους βλέπεις με κοντά παντελονάκια τους δυο κουτσούς με το μπαστούνι να μην μπορείς να κρατηθείς από τα γέλια και να τα λέει τόσο σοβαρά ο προπονητής Θανάσης για τον καθέναν τι ταλέντο είχε .Και λέει για τον τερματοφύλακα τον μπάρμπα Γιώργη Καρπούζη , που ήταν ψαράς στη λίμνη Λαγκαδά , αυτό το παιδί όταν δεν έχει αγώνα πρωταθλήματος ή προπόνηση πάει και ψαρεύει στη λίμνη . Στη βάρκα επάνω που είναι άμα δει κανένα ψαράκι στη λίμνη βουτάει στα νερά και το πιάνει , όχι τη μπάλα που είναι μεγάλη θα αφήσει από την εστία του ; Για τον καθένα ποδοσφαιριστή είπε τα χαρίσματα του , για τους δυο κουτσούς εξτρεμ είπε : οι δυο ακραίοι κυνηγοί είναι άπιαστοι άμα δεν μπορούν να φτάσουν τη μπάλα ρίχνουν το μπαστούνι τους και την αποκρούουν και άλλες πολλές διαφημίσεις , τους επαίνεσε τους ποδοσφαιριστές του . Το τι έγινε στον κόσμο, το γέλιο που έριξε με τα λόγια του ταλαντούχου προπονητή Θανάση και να βλέπεις και τους ποδοσφαιριστές του με τα κοντά παντελονάκια στα τρυφερά ποδαράκια τους που μόνο που τους έβλεπες δεν μπορούσες να κρατηθείς από τα γέλια . Που τους βρήκε τόσους ηλικιωμένους δεν ξέρω και τους έβαλε στο ρόλο τους ΄. Τελείωσε και αυτή η παράσταση του συγκροτήματος που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις . Βράδιασε η μέρα κόσμος χιλιάδες στη πλατεία και στους γύρω δρόμους διότι ερχόντουσαν τότε όλα τα χωριά στο Λαγκαδά, γιατί ήξεραν που είχε καλά καρναβάλια , τα καφενεία , ταβέρνες , ζαχαροπλαστεία τα πάντα γεμάτα ,μια ατμόσφαιρα χαράς παρουσίαζε ο Λαγκαδάς, δεν μπορώ να περιγράψω τόση ζωντάνια χαράς ,να ρίχνουν κομφετί ,σερπαντίνες, γέλια τραγούδια, ήτανε από τις ομορφότερες μέρες του χρόνου . Σ’ εκείνον τον πανζουρλισμό της χαράς του κόσμου ,κατά τις 8 η ώρα το βράδυ νάτος πάλι ο δαιμόνιος Θανάσης Νικολής , έρχεται στη πλατεία, μόνος του τώρα με ένα καρότσι μωρουδίστικο, από εκείνα τα παλιά τα βαθιά , και ντυμένος σε γυναίκα χήρα μεσ’ τα μαύρα και μια μαντίλα μαύρη που δεν φαινόταν το πρόσωπο του και μέσα στο καρότσι έχει βαλμένο ένα μωρό ,έναν φίλο του που ήταν μικροκαμωμένος, τον είχε και στην ποδοσφαιρική ομάδα, τον έχωσε μέσα στο καρότσι, του έβαλε ένα σκουφάκι, μια σαλιάρα και ένα φουστανάκι και μπιμπερό να θηλάζει γάλα από το μπουκαλάκι ,αλλά το γαλατάκι ήταν τσίπουρο αρίστης ποιότητας και με λίγο νεράκι άσπριζε σαν γάλα που δεν το ξεχώριζες ,όλα τα είχε μελετημένα ο ταλαντούχος Θανάσης .Καμιά φορά έβγαζε τη ρόγα από το στοματάκι του και έκλεγε και φαινόταν τα δοντάκια του είχε 3-4 δόντια μαύρα ,μόνο στο κάτω σαγόνι και δήθεν έκλεγε . Και λέει η χήρα : βγάζει τα δοντάκια του τώρα γι’ αυτό κλαίει τι να το κάνω τώρα …Δεν μπορούσες να καταλάβεις αν μιλούσε άντρας ,τέτοιο φαινόμενο ήταν ο Θανάσης και να μυξοκλαίει η δήθεν χήρα και να λέει με άφησε χήρα μ΄ένα μωρό ,πώς να το θρέψω τώρα αυτό το παιδί . Βγήκα να δω και ‘γω τα καρναβάλια άνθρωπος είμαι και ΄γω… Στο μαχαλά όλες κουτούρντισαν, έκλεισαν τα σπίτια τους και ήρθαν να διούν τα καρναβάλια και ‘γω τι να κάνω μοναχιά στο μαχαλά ,ψυχούδα έχω και ‘γω και ήρθα να δω , πήρα και αυτό το σκασμένο που όλο κλαίει και δεν έχω και κανένα φράγκο να του πάρω καμιά τσικουλάτα . Και γάλα θα θέλ’ για του βραδ’ και μυξοκλαίει κάτω από τη μαύρη μαντίλα . Και εκεί που τα’λεγε αυτά ο δαιμόνιος Θανάσης άρχισαν να πέφτουν μέσα στο καρότσι σοκολάτες και δραχμούλες .Στη στάση αυτή που είχε κάνει η χήρα με το μωρό της ήταν μπροστά στο ζαχαροπλαστείο του Κώστα Παπαγεωργίου δεξιά και αριστερά το περίπτερο του Στρατή Βαφειάδη . Πονηρός ο Θανάσης να παίρνουν σοκολάτες και από ‘δω και από ‘κει ο κόσμος και να ρίχνουν στο καρότσι του μωρού και δραχμούλες για να του πάρει λίγο γαλατάκι για το βράδυ να φάει . Γέλια ο κόσμος με την ταλαίπωρη χήρα και να τη βοηθάει με τον τρόπο του ο καθένας άλλος σοκολάτες άλλος χρήματα . Όταν είδε ο πανέξυπνος Θανάσης ότι σταμάτησαν να ρίχνουν στο καρότσι έδωσε σύνθημα στο μωρό και άρχισε να κλαίει πάλι , γιατί έπρεπε να φύγουν ο χρόνος ήταν μετρημένος από το σπίτι που έφυγαν διότι το μωρό είχε τα χρονάκια του και πιάστηκε μέσα στο καρότσι Τι να σας πω τέτοιο πετυχημένο σκέτς δεν έχω δει .Ταλαντούχος ο Θανάσης που έκανε την κακομοίρα χήρα αλλά και το μωρό ήταν ειδικά φτιαγμένο από τη φύση μικροκαμωμένο . Ο Τάκης τότε ήταν 30 ετών πως έκανε υπομονή τόσες ώρες δεν πιάστηκε μέσα στο καρότσι του μωρού . Ταλαντούχος και ο Τάκης Κύρου ταίριαζαν με το Θανάση είχαν πολύ πλάκα μεταξύ τους. Και το μωρό συνέχεια έκλεγε και μετά λέει η χήρα άιντε τώρα να φύγουμε σιγά σιγά ,θέλει να κοιμηθεί του σκασμένου γιατί έφαγε πολλές τσικουλάτες και ηρθε η ώρα , γιατί είχε πάει κοντά 10 η ώρα και τα μωρά κοιμούνται εκείνη την ώρα . Και ευχαρίστησε τον κόσμο να ‘στε καλά ,τα χίλια καλά να σας δειν ο Θεός που με βοηθ’σατε να του πάρω γαλατούδ και τσικουλάτες θα τρωει του παιδούδιμ καμιά βδουμάδα και κλαίγοντας έφευγε μονολογώντας αλλά να ακούει ο κόσμος .. Έχασα και τον άντρα μ τον Ποστόλ άμ κι ‘κεινους αχαϊριφτους ήταν . Κάθε βράδυ ( κιόρ κιτούκ ) έρχονταν στο σπίτ, αν έβγαζε κάνα φράγκο από το γιαλό, ίσια στου καφενέ πήγαινε και τα ήπνι και έρχονταν στο σπίτ χωρίς φράγκο . Και τον έλεγα πάλι βρε Ποστόλ μέθσης τι θα γείν αυτό χάλ μι σένα ; μας δεν μας σκέφτεσαι καθόλου ; Κι μ’ έλεγε τι να κάνω βρε γυναίκα είμαν πολύ στεναχωρημένος . Γιατί μπρε Ποστόλ ήσαν στεναχωρημένος τόσο πολύ, πέμι και ‘μενα τουν πόνους . Να δεν είχαν καλές τιμές τα ψάρια αυτή τη βδομάδα και ήπια λίγο παραπάν να ξεσκάσω . Το άλλο Σάββατο έρχονταν πάλι μεθυσμένος ο Απόστολος και τον έλεγε η δόλια πάλι δεν πήγαν καλά τα ψάρια Ποστόλ αυτή τη βδουμάδα ; Α γυναίκα αυτή τ’ βδουμάδα πολύ καλά πήγαν ,πήραμε καλά ( κουσιάρια ) χρήματα . Ε γιατί μέθσης πάλι ; και απαντούσε χαρούμενος ο Ποστόλς απ’ τη χαρ’μ΄ βρε γυναίκα . Και αυτό γινόταν κάθε Σάββατο που έρχονταν ο Απόστολος από το γιαλό , το ένα Σάββατο στεναχωρημένος το άλλο χαρούμενος , με αυτές τις δικαιολογίες ήταν πάντα μεθυσμένος , κι ας περίμενε η δόλια η γυναίκα του να της δώσει χρήματα για τα έξοδα του σπιτιού ότι περίσσευε από πιοτό της έδινε . Πήγαινε η δόλια στο μύλο του Γεωργιάδη με τον τουρβά να πάρει λίγο αλεύρι να κάνει λίγο ψωμί με ελάχιστα χρήματα πάντοτε έγραφε ο καλός μπάρμπα Θόδωρος τη λυπόταν .Αυτά μονολογούσε η χήρα και έφευγε για το σπίτι με το μωρό . Και μας σάρωσε όλους ο ταλαντούχος Θανάσης και πήρε το βραβείο και δραχμουλες στο καρότσι και γλέντησαν όλη νύχτα η παρέα του , η ποδοσφαιρική . Του άξιζε του μακαρίτη είχε ταλέντο. Εγώ τον αγαπούσα πάρα πολύ μέχρι τελευταία που έφυγε …Όμως αυτά τώρα ανήκουν στο παρελθόν, στην ιστορία του Λαγκαδά. Ας ευχηθούμε οι νεότεροι να κάνουν καλύτερα πράγματα και να δίνουν πάντα χαρά στον κόσμο.

 

Χρήστος Φυλάκης

Στο εξοχικό του Τσιαούση

Ο καυγάς της Λένκους και της Γκίλιας

 

Στο χωρατά της γειτονιάς της Λέγκους κάθε βράδυ ήταν κομπλέ. Το καλοκαίρι που ήταν ζέστη και το βράδυ ήταν χαρά Θεού να κάθεσαι έξω στα πεζούλια της γειτονιάς και να απολαμβάνεις τη δροσιά της νύχτας. Και ο χωρατάς πήγαινε καλά όταν ήταν όλες μονιασμένες. Αλλά όταν έθιγε καμιά την άλλη τότε γινόταν χαμός.

Έτσι μια καλοκαιριάτικη βραδιά του Αυγούστου, ήταν Κυριακή βράδυ και συζητούσαν όμορφα και ήσυχα. Δεν είχε πολύ κόσμο και δεν πέρασε κανένας μέχρι της 11 ή ώρα περίπου. Λέει η Λέγκου που είχε πάντα τον πρώτο λόγο: Γιατί πόψε ησυχία, κανένας άντρας δε βγήκε στο καφινέ. Πέρασε η ώρα και δεν πέρασε κανένας τι συμβέν;

Η Ρίνκου και η Γκίλια περίμεναν της θυγατέρες τους για αυτό καθόταν ακόμα και εκεί που έλεγαν γιατί άργησαν και αυτές απόψε, νάτες έρχονται από το Πλάτανο του Συργιανη. Όταν ήρθαν κοντά τους πριν προλάβουν να τις κάνουν παρατήρηση γιατί άργησαν, πρόλαβαν αυτές με ένα στόμα και τις λένε: Τι κάθεστε εδώ μοναχέσας. Άνθρωπος δεν έμεινε στα σπίτια απόψε. Χαμός γίνεται στη πλατεία. Δεν έχει μέρος ούτε να σταθείς.

Στου Τσιαούση το εξοχικό τραγουδάει μια (Τιζέξ)˙ έτσι τις λέγανε τις τραγουδίστριες τότε. Πολύ όμορφη κοπέλα με πολύ καλή φωνή. Ακορντεόν παίζει ο Νίκος Μυλωνάς του μπάρμπα – Κώστα του μπαρμπέρη ο γιος και ένας από το Ζαγκλιβέρι παίζει βιολί. Τόσο ωραία παίζουν που δεν θέλεις να φύγεις. Εμείς φύγαμε πρώτες. Κανέναν δεν έφυγε ακόμη.

Όταν το άκουσαν αυτό όλες οι φιλενάδες της Λένκους έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Απαντάει πρώτα η Λένκου: Καλά μαρή κουρτσούδημ εισής νέης είστε. Ειμής γριές είμαστε, πώς να ρθούμε ζ’ναγορά κιπαγέ δά γίνουμε (ρεζίλι θα γίνουν). Πρώτα πρώτα άτραζουμ Νάσιους κασμέρ δα μη κάμ, δά γελάει και δά λέει βγήκη κι’ αλεπού στού παζάρ. Αμ και του άλλου που φουβερζάμε τα πιδούδια.. Μη πας σιακάτ ζ’ναγορά δά συ πάρουν Γιουβρή και δά συ πιούν του Γέμα. Με αυτή τη φοβέρα των Εβραίων τα μικρά παιδιά δεν απομακρύνονταν από τις γειτονιές τους και από τα σπίτια τους.

Όταν τα είπε αυτά η Λένκου στα κορίτσια, πετάγεται της Γκίλιας η θυγατέρα που ήταν πιο κοσμική και μοντέρνα και της λέει: Τι θεία Λένκου τι λόγια είναι αυτά που λές παλιγκηρίσια. Εδώ στην αγορά γεμάτη ήταν και γριές και γέροι αλλά οι περισσότεροι (Γαλαρία) δηλαδή έξω από τον αυλόγυρο, όρθιοι. Τα καθίσματα γεμάτα μέσα και που να πας, πολλά λεφτά θέλει. Αυτά είπε της Γκίλιας η θυγατέρα και την άκουσαν με μεγάλη προσοχή.

Πετάγεται η Στάνου που είχε τη μοντέρνα θυγατέρα και της λέει: Δε πάμη κ’μης κανένα βράδ λίγου να Ηλιντίσουμη (να χαρούμε). Να βγούμη κ’μης λίγο να συργιανίσουμη. Καλά λέει η Στάνου να πάμη μαρή όλες. Συμφώνησαν για την ερχόμενη Κυριακή. Το Σάββατο ντρέπονταν γιατί ήταν καθημερινή. Όλη τη βδομάδα ανυπομονούσαν πότε θα έρθει η Κυριακή. Στο χωρατά έλεγαν: Τη θάμα αυτή βδουμάδα, δε περνάει.

Αλλά ήρθε η πολυπόθητη Κυριακή. Πάνε πρώτα πρωί στην Εκκλησία γιατί πάντοτε εκκλησιάζονταν οι μακαρίτισσες και στις μικρές γιορτές ακόμα. Εγώ τις χαιρόμουν πολύ όταν κάναμε τον αγιασμό του αγίου Τρύφωνος. Όλες έρχονταν και έλεγαν από μέρες μπροστά: Να μαρή Παχτσιουβαντσίδες γιορτάζουν να πάμε ζ’νακλησιά και δά μας κεράσουν. Τις κερνούσαμε παστάκια φουντάνια και λικέρ. Πόσο χαίρονταν οι καημένες και μας εύχονταν: Άιτι καλά πυρικέτια νάχτη. Γέμιζε η Εκκλησία και ο καλός μας Δεσπότης με τα καλά κηρύγματα ομόρφυνε τη γιορτή μας. Τι όμορφα χρόνια που χάθηκαν. Σα να ήταν όνειρο.

Μετά την Εκκλησία ανταμώθηκαν και τα είπαν για το βραδινό πρόγραμμα. Τι ώρα να μαζευτούν να πάμε όλες μαζί και είπαν κοντά στο ηλιοβασίλεμα γιατί ωρολόγια δεν είχαν. Πράγματι στην ώρα τους μαζεύτηκαν όλες μόνο η Γκίλια δεν είχε έρθει ακόμα. Αφού περιμένανε κανένα δεκάλεπτο: Δά πάω γω να δγιό γιατί άργιση, να μην έπαθη τίποτα. Και τις λέει: Άιτη σεις τραβάτη σιγά σιγά κι μης δά έρτουμη καταπόδ.

Έτσι και έγινε, έφυγε η παρέα και η Λένκου πάει στο σπίτι της Γκίλιας. Μόλις έφτασε κοντά φωνάζει: Μαϊτη μαρή Γκίλια τι κάμνης ακόμα δαργήσουμε. Να μαρή Λένκου μαυτήν τ’θυγατέραμ μαλώνουμε, έχασε τα παπούτσιατς και μη ταμλάτση τάχα γω τσ’ταφανίζω όλα τα πράγματατς. Με το πες η μία πές η άλλη η ώρα περνούσε. Αφού τα βρήκανε τα παπούτσια ξεκίνησαν η Λένκου με τη Γκίλια. Όταν έφτασαν στην αγορά άρχισε να νυχτώνει.

Η πλατεία ήταν πίτα, δεν είχε μέρος να σταθείς ούτε όρθιος˙ πολύς κόσμος. Προσπάθησαν να πάνε πιο μπροστά να δούνε τις φιλενάδες τους που ήταν αλλά αδύνατον να προχωρήσουν. Ήταν μακριά από τον άλλο φράχτη του κέντρου ούτε μπορούσαν να δούνε τίποτε από κει που ήταν.

Η Λένκου άρχισε να εκνευρίζεται και σηκώνει το κεφάλι της και κοιτάζει κατά δω κατά κει να δει τις άλλες φιλενάδες της κατά που ήταν, τεντώθηκε λίγο στις μύτες των παπουτσιών της για να μπορέσει να της δει. Κατάφερε και είδε τη μια που ήταν πιο ψιλή από τις άλλες. Ήταν κοντά στο φράχτη και είχαν πολύ καλή θέση και έβλεπαν καλά. Όταν τις είδε η Λένκου μπροστά πρώτη θέση νόμιζες και τις έριξαν ατομική βόμβα και γυρίζει δίπλα στη φιλενάδα της τη Γκίλια και άρχισε να φωνάζει: Τι νάμ με κάμης μαρή Γκίλια τι ήρταμη δώ τον ουρανό μόν να χτάζουμι. Και δά μας ζλίξουν σα τα λεμόνια κι τόσο τακάτ έχουμε τώρα στα γηράματα. Τι χρωστάω γώ για κήν του χνάρ τ’θυγατέρας που είναι τσιαπατσούλου και χάν τα πραμάτατς ετσ δά κάν νοικοκυριό άμα πατριφτή, πολύ χνάρ δά δγή κήνους που δά τ’πάρ δά τουν νοικουκηρέψ απού τσιαπατσιουλιάτς.

Έκανε υπομονή η Γκίλια αλλά την ξεφτίλισε την θυγατέρα της και δεν βάσταξε άλλο και κείνη και της λέει: Ε μαρή Λένκου σταμάτα κήνου του στόμας χειρότερο κι’ απού του χαλέ του έκανες. Τη θ’κιάς τ’θυγατέρα δε χτάηζ που είναι σαν σκιάστρου κη μόν βάφιτη κη σοβατίζετε να ομορφίν λίγο. Απου τ’ζήλιας τα λές για τ’θυγατέραμ, τίπ κατσίρτσης πόψε.

Άναψε παραπάνω η Λένκου για αυτά που τις είπε για τη θυγατέρα της και ορμάει επάνω της: Δά στα βγάλω τα μαλλιά τρίχα – τρίχα που δά πεις τ’θυγατέραμ άσχημη και ρίχνετε επάνω της και άρχισαν να μαλλιοτραβιούνται.

Ευτυχώς ήταν μέσα στο κόσμο και αμέσως τις χώρισαν αλλά τα στοματά τους εξυενδόνιζαν σαν βέλη να αποκαλούν τις χειρότερες φράσεις για τις θυγατέρες τους.

Άκουσε τις φωνές και ο χωροφύλακας που ήταν της υπηρεσίας εκείνη την ώρα στη πλατεία. Κάθε μέρα είχε εάν αστυνομικό με ένα περιβραχιόνιο στο μανίκι του χεριού του ώστε να δείχνει ότι ήταν της υπηρεσίας. Όλοι βέβαια οι αστυνομικοί ήταν με τις στολές τους, κάθε μέρα και όλες τις μέρες.

Του εξήγησαν οι παραβρισκόμενοι γιατί έγινε αυτή η οχλαγωγία και ο καυγάς και χωρίς να τις πει τίποτε γιατί μάλωσαν τις πήρε από το χέρι μια από δω και μια από κει και τις έβγαλε έξω από τη πλατεία.

Η Λένκου τα χρειάστηκε, φοβήθηκε: Τι κύρ χωροφύλακα που μας παένς. Στη φυλακή θα σας βάλω που αναστατώσατε τον κόσμο τέτοια ωραία βραδιά. Αμάν κύ χωροφύλακα τέτοιου (ταξιράτ) λαχτάρα μη μας κάνς άμα μάθ κι’άτραζουμ Νάσιους δά μη σκοτώς το ρηζιλίκ που δά κάνου. Μ’απτοστόμας το ριμάδη αυτά θα πάθουμε. Σκάσε μαρή σαπσιάλου γιατί από κήν τ’θυγατέρας τα τραβάμε.

Ο χωροφύλακας που ήταν καλό παιδί τις έκανε τεστ να φοβηθούν λίγο και μετά τις λέει: Θα μου υποσχεθείτε ότι δεν θα μαλώσετε στο δρόμο και θα σας αφήσω να πάτε στα σπίτια σας. Θα σας παρακολουθώ στο δρόμο λίγο και αν σας ακούσω θα σας βάλω στο κρατητήριο τη νύχτα. Όχι – όχι κύρ χωροφύλακα δεν θα μαλώσουμε είπανε. Τότε τις άφησε να φύγουν και πήγανε στα σπίτια τους χωρίς να μαλώσουν.

Αυτή την περιπέτεια πέρασαν η Λένκου και η Γκίλια εκείνη τη βραδιά.

 

 

Τα γλέντια και η ψυχαγωγία στον Λαγκαδά

 

Ίσως το ωραιότερο κομμάτι της ζωής ενός ανθρώπου είναι ο τρόπος της διασκέδασής του, γι αυτό κι εγώ σκέφτηκα να καταγράψω ότι θυμάμαι από τα παλιά εκείνα καλά χρόνια, τις αναμνήσεις μου από τα γλέντια και τον τρόπο διασκέδασης των Λαγκαδιανών, γιατί είναι αλήθεια ότι πολύ τους άρεσαν τα γλέντια και η ψυχαγωγία.
Προπολεμικά η ψυχαγωγία γινόταν κυρίως την καλοκαιρινή περίοδο στο εξοχικό κέντρο ‘’ Πλατάνια’’, που βρισκόταν στο σημερινό στρατόπεδο Μπαρέτη. Ήταν ένα μέλος γεμάτο μεγάλα πλατάνια, με πολύ παχύ ίσκιο που δεν έβλεπες ήλιο το καλοκαίρι, σκεφτείτε τι δροσιά που είχε η περιοχή. Από το μέρος που είναι σήμερα η κεντρική πύλη του στρατοπέδου, είχε έναν δρόμο περίπου 30 μέτρων για να σε οδηγήσει σε μια πλατεία περιποιημένη, γεμάτη λουλούδια και χρώμα, είχε ένα μικρό οίκημα που στέγαζε τον καταστηματάρχη και τα απαραίτητα του κέντρου, που λειτουργούσε και σαν ταβέρνα και αναψυκτήριο με πολλά καθίσματα και τραπέζια.Το ‘’εξοχικό’’, όπως το έλεγαν άνοιγε την πρωτομαγιά και έκλινε τον Οκτώβριο μήνα. Την δε πρωτομαγιά γινόταν κυριολεκτικά ο χαμός, όλος ο Λαγκαδάς στο εξοχικό.Τις καθημερινές είχε μικρή κίνηση αλλά τις Κυριακές, είχε δεν είχε οικονομική άνεση ο κόσμος μια βόλτα θα την έκανε από το εξοχικό.Τις περισσότερες φορές γινόταν γλέντια από μεγάλες παρέες αφού το μαγαζί έφερνε ορχήστρες, τραγουδίστριες, καραγκιόζη, παλαιστές όπου πάλευαν επαγγελματίες παλαιστές και έβγαζαν κανένα μεροκάματο, στα κέντρα και στα πανηγύρια για το προς το ζείν. Έφερνε ακόμα και θέατρο, από περιπλανώμενους θιάσους, ήταν λοιπόν ένα από τα καλύτερα κέντρα ψυχαγωγίας. Ανήκε στον Δήμο και το νοίκιαζε σε επαγγελματίες κάθε χρόνο με διαγωνισμό.
Το 1939 το πήρε ο στρατός και χτίστηκαν οι στρατώνες για κέντρο επιστρατεύσεως και χρησιμοποιήθηκε αμέσως στον Αλβανικό πόλεμο του 1940. Απέναντι από το εξοχικό, που είναι το Ηρώον, ήταν ένα καταπληκτικό πάρκο, σωστή ζωγραφιά, που ευχαριστιόσουν να κάνεις περίπατο, ο δε δρόμος προς την θρυλική γέφυρα που την ανατίναξαν οι Γερμανοί το 44, ήταν γεμάτος κόσμο που έκανε την βόλτα του. Τότε η νεολαία του Λαγκαδά έκανε την βόλτα της από την γέφυρα μέχρι το Α΄ Δημοτικό σχολείο , και πάλι μεταβολή και πίσω. Εκεί γινόταν το ‘’νυφοπάζαρο’’, εκεί γνωριζόταν οι νέοι με τις κοπέλες τους. Είχε και ένα άλλο μικρό εξοχικό κεντράκι, στη γωνία απέναντι από το πρώτο δημοτικό, ( εκεί που είναι σήμερα το κινέζικο), ήταν του Λαϊμήτα, έτσι τον έλεγαν, δεν είχε πολλά τραπέζια, αλλά το καλοκαίρι έβγαζε έξω τραπεζάκια και έφερνε και ψυχαγωγία, ταχυδακτυλουργικά, καραγκιόζη. Μέσα στον Λαγκαδά υπήρχαν πολλά καφενεία αλλά γέμιζαν από μεγάλους και ηλικιωμένους.
Τον χειμώνα τη μόνη ψυχαγωγία την έβρισκες στα δυό μεγάλα καφενεία που ήταν στη πλατεία, στο ‘’ Κεντρικό‘’που έφερνε τις γιορτές και τα Σαββατοκύριακα Σμυρναίϊκα όργανα, κλαρίνο ,ούτι, βιολί ,και ντέφι που το έπαιζε η τραγουδίστρια συνήθως και που ήταν τόσο μακιγιαρισμένη, σαν κλόουν, ήταν βαμμένη.Έτσι ήταν τότε οι περισσότερες βαμμένες και μάλιστα της θεωρούσαν κατώτατης ηθικής βαθμίδας.Σ΄αυτές τις ορχήστρες πήγαιναν και γλεντούσαν οι Μικρασιάτες, γιατί έπαιζαν τα δικά τους τραγούδια, οι δε ντόπιοι Λαγκαδιανοί γλεντούσαν με νταούλια και με λατέρνες, που έφερναν τα κεφενεία γύρω από την αγία Παρασκευή που ήταν τότες η καρδιά του Λαγκαδά. Δεν ξεχώριζαν μόνο για τα μουσικά γούστα τους, αλλά και γιατί πρόσφυγες και ντόπιοι δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους και συνήθως δημιουργούσαν καυγάδες
Το άλλο κέντρο διασκέδασης την εποχή αυτή ήταν το κέντρο ‘’Παρθενών’’ που στεγάζονταν απέναντι από την Αγροτική Τράπεζα, εκεί που είναι σήμερα ο Γερμανός και έφτανε μέχρι το μαγαζί του Κούρτη. Ήταν πολύ μεγάλο μαγαζί και τα Σαββατοκύριακα μετατρέπονταν σε κέντρο διασκέδασης, έφερνε δε μουσική για νέους και με τραγουδίστρια, (όχι τόσο καλή όσο η άλλη).Με τους φίλους μας εδώ πάντα διασκεδάζαμε, γιατί ήταν οικογενειακό και ευχάριστο. Τις καθημερινές ο ‘’Παρθενώνας’’, είχε ταβλάκι, χαρτί, κανένα ουζάκι και σύχναζαν πολλοί γιατί ήταν εξαιρετικό μαγαζί. Είχε όμως και άλλα μικρότερα μαγαζιά για όλες τις μέρες της εβδομάδας που μπορούσες να γλεντήσεις όποια ώρα ήθελες με τη γλυκειά μελωδία της λατέρνας. Τέτοια πράγματα απολάμβανες στην ταβέρνα του ‘’Ρουμάνου’’και στα καφενεία γύρω από την αγία Παρασκευή, που ήταν πολλά, του Λάγκα, του Τριαντάφυλλη, του Κυράνου, του Μήτσου, όπου όλα είχαν την λατέρνα τους. Αυτά ήταν τα λεγόμενα ‘’κουτούκια’’, ταβερνάκια της φτωχολογιάς και της καθημερινότητας και δεν μπορώ να ξεχάσω που μαζευόμασταν τα βράδια κατάκοποι από την δουλειά και το χαμαλίκι, και άλλος έπαιζε χαρτάκι, άλλος τάβλι, άλλος ουζάκι, άλλος τον καφέ του και λέγαμε τα βάσανα της κάθε μέρας που περνούσε, κι άλλος μουρμούριζε μόνος για τη ζωή. Μια ατμόσφαιρα με φοβερή οχλαγωγία, ζωηρές ομιλίες, δύσκολα ακουγόμασταν μεταξύ μας και η βαρειά ομίχλη από τα τσιγάρα και τους καπνούς έκαναν το κλίμα προβληματικό, ιδίως σε όσους δεν κάπνιζαν, γιατί τότε τα τσιγάρα ήταν βαριά, διάφορες μάρκες, αλλά κυρίως στριφτά. Λίγοι είχαν καλό τσιγαρόχαρτο για να στρίψουν, οι πιο πολλοί έστριβαν με χαρτί εφημερίδας, που ήταν το πιο διαθέσιμο χαρτί και μάλιστα δωρεάν. Όλη αυτή την μπόχα την υποφέραμε όλοι μαζί. Και μέσα σ΄αυτή την ατμόσφαιρα θα βρισκόταν κάποιος να αλλάξει σελίδα… ούτε που πήγαινε το μυαλό σου πως ξαφνικά αυτός που καθόταν στη γωνιά και έπινε το ουζάκι του, θα άλλαζε το κλίμα, καθώς σηκωνόταν από το τραπέζι του, έβαζε την τραγιάσκα στραβά και με δεμένη κάπως τη γλώσσα από το ρακί, φώναζε στον λατερνατζή : ‘’βάλε μου ρε τον σακαφλιά…’’ και τότε άρχιζε μόνος του, βαρύς κι ασήκωτος να φέρνει τις γυροβολιές του με το τσιγάρο στο στόμα. Αυτό ήταν, κοβόταν μαχαίρι και οι φωνές και η οχλαγωγία, σταματούσαν και τα χαρτιά. Μας αφόπλιζε η μελωδία της λατέρνας και του χορευτή που έκανε τα τσαλίμια του. Έτσι έπαιρνε άλλη τροπή η βραδιά κι αν καμιά παρέα παρήγγελνε και κανένα ουζάκι ακόμα και το τραβούσαν λίγο παραπάνω, τότε έριχναν και κανένα χορό κι άλλοι μερακλήδες. Αυτή ήταν λοιπόν η καθημερινότητά μας προπολεμικά, φτωχή μεν αλλά χαρούμενη. Σε μια τέτοια φάση μας βρήκε ένα βράδυ και ο πόλεμος του 1940, και τότε μας βρήκε ο πόλεμος , Κυριακή βράδυ στην ταβέρνα του Λάγκα πίσω από την αγιά-Παρασκευή.
Κι ας έρθουμε τώρα στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, στα οποία και τότε ο κόσμος δεν έχασε τη διάθεση για το γλεντάκι του στις γιορτές. Την πρώτη χρονιά 41-42 τον χειμώνα , δεν ξέρω για πιο λόγο οι Γερμανοί δεν είχαν επιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας. Γυρίζαμε τη νύχτα ελεύθερα, νεαροί τότε με τις καντάδες μας, τα τραγούδια μας και μάλιστα, ανταμωνόμασταν με τα περίπολα των γερμανών και μερικοί μάλιστα μας χαίρονταν που τραγουδούσαμε, γιατί ήταν νέοι κι αυτοί. Στα τέλη του ΄42 ιδρύθηκε το ΕΑΜ –ΕΛΑΣ και άρχισαν τα σαμποτάζ και οι επιθέσεις κατά του εχθρού, και τότε τα πράγματα αγρίεψαν και μας μάντρωναν από τις 8 μέχρι το πρωί. Αυτό γινόταν μέχρι το τέλος του ΄44 που έφυγαν από την χώρα.

Στη διάρκεια της κατοχής δεν είχε μεγάλα κέντρα διασκέδασης, τα πιο πολλά είχαν κλείσει, ο καθένας γλεντούσε σύμφωνα με την κατάστασή του και τις δυνατότητές του. Εγώ με την παρέα μου πάντως , παράπονο δεν έχω, βρίσκαμε πάντα τον τρόπο μας. Εκείνο τον καιρό πολύ στη μόδα ήταν τα πάρτυ, ‘’απρέ’’ τα λέγαμε στον Λαγκαδά. Έτσι λοιπόν βρίσκαμε τον τρόπο να μαζευόμαστε στο σπίτι μας και με ένα γραμμόφωνο λίγα ποτά και μερικούς μεζέδες που φέρναμε ότι είχαμε σπίτι, βολευόμασταν. Και ο αδελφός μου έκαναν ‘’απρέ’’ έφερναν και τις φιλενάδες τους, πιο μεγάλοι αυτοί, και έτσι είμασταν κομπλέ από ντάμες. όταν ο άνθρωπος είναι μερακλής ,όλα τα καταφέρνει. Πανηγύρι για πανηγύρι δεν αφήναμε, στις ονομαστικές μας γιορτές γλέντούσαμε μέχρι πρωίας. Τα πρώτα Χριστούγεννα της κατοχής δεν θα τα ξεχάσω, ήταν ακόμα ελεύθερη η κυκλοφορία τη νύχτα, φέραμε από τη θεσσαλονίκη έναν φίλο μας επαγγελματία μουσικό στο μπουζούκι, τότε δεν κυκλοφορούσαν πολύ τα μπουζούκια στα χωριά μας, ήρθε λοιπόν για χατίρι μας και γλεντήσαμε όλη τη νύχτα, έγινε χαμός και ποιος δεν ήρθε εκείνο το βράδυ στη γιορτή μου να κεραστεί και να ακούσει μπουζούκι. Ο μουσικός κοιμήθηκε το βράδυ σε μας και το πρωί της άλλης μέρας έφυγε γιατί θα έπιανε δουλειά στο μαγαζί που δούλευε, και το παλικάρι δεν μας πήρε ούτε δραχμή για το γλέντι .Έτσι εμείς επειδή υποχρεωθήκαμε πολύ στον άνθρωπο, είπαμε να του το ανταποδώσουμε και μόλις πέρασαν οι γιορτές, μετά τα φώτα οργανώσαμε το τι θα κάνουμε. Ένας από τους φίλους έβαλε το κάρο με το άλογο, το μέσον μεταφοράς της εποχής, και επειδή δεν είμασταν σίγουροι για το τι θα βρούμε στο μαγαζί που θα πηγαίναμε, ετοιμάσαμε τα χρειαζούμενα για το γλέντι. Χοιρινά είχαμε όλοι γιατί στις αυλές μας θρέφαμε όλοι κι από ένα γουρούνι, στους μπαξέδες λαχανικά, αυγά , τυρί, καρβέλια ψωμιά, πήραμε και μια νταμιτζάνα κρασί με έναν ζωντανό πετεινό.. Ξεκινήσαμε το λοιπόν το πρωί της Κυριακής και φθάσαμε κατά το μεσημέρι στη Θεσσαλονίκη. Ξεζέψαμε το άλογο σε ένα χάνι κοντά στο Βαρδάρι και εκεί μας περίμενε ένας ξάδελφος που ήταν κι αυτός φίλος της παρέας. Σ΄ αυτόν εμπιστευθήκαμε την οργάνωση του γλεντιού, ο Γιάννης, ήταν ίδια ηλικία με μας, και νεαρός αξιωματικός καθώς ήταν στον πόλεμο, μόλις έγινε η συνθηκολόγηση και διελύθη ο στρατός μας, τον διόρισαν υπάλληλο στην αγορανομία, έτσι ήξερε τα πάντα μέσα στη Θεσσαλονίκη, γιατί την περπατούσε όλημερίς, καθότι οργίαζε τότε η μαύρη αγορά, και από τη θέση του βοηθούσε όσο μπορούσε τον κοσμάκι, ακόμα βοηθούσε τους λαγκαδιανούς ψαράδες , να τους ψωνίζει δίχτυα κλπ, και να τα στέλνει στο Λαγκαδά. Ήταν δε πολύ γνωστός και αγαπητός με την οικογένεια Καραγιοβάνη του Στέργιου και είχαν πολύ εκτίμηση μεταξύ τους, ιδιαίτερη αγάπη τον είχε η γιαγιά, πάντα ακούραστη και εξυπηρετική στο καλό και στα δύσκολα, η θεία μου η μάνα του Γιάννη την αγαπούσε πολύ. Κλείνω την παρένθεση, και συνεχίζω λέγοντας πως ο Γιάννης , λόγω της δουλειάς μας πήγε σε ένα από τα καλύτερα κέντρα της εποχής, εκεί στη οδός αγίου Δημητρίου, που γκρεμίστηκαν όλα τώρα, σ΄εκείνη την αλάνα που είναι το τόξο αγ.Δημητρίου-Κασάνδρου, ήταν ένα ωραίο εξοχικό κέντρο, θερινό και χειμερινό, το κέντρο του ΠΑΝΤΣΙΟΥ, έτσι το λεγαν, είχε μια μεγάλη αυλή με πολλά λουλούδια, και το καλοκαίρι ήταν γεμάτη καθίσματα, ενώ για τον χειμώνα είχε μια μεγάλη αίθουσα. Μόλις μας πήγε ο Γιάννης και ξεφορτώσαμε τα πράγματα, ο Πάντσιος γούρλωσε τα μάτια του, τόσα τρόφιμα εκείνη την εποχή, ήταν πρωτοφανές,
-Τι είναι αυτά ρε Γιάννης , που τα βρήκες;

-Δεν τα βρήκα εγώ ,τα παιδιά τα φέρανε, του λέει, τα φέρανε για να γλεντήσουνε απόψε εδώ, μια που είσαι μερεκλής, και τον πετεινό δεν τον φέραν για να σε ξυπνάει, αλλά θα μας τον κάνεις στιφάδο για το βράδυ. Εμείς θα πάμε για καμιά βόλτα και θα ρθούμε το απόγευμα κατά τις 5 , θέλω να ευχαριστηθούνε τα παιδιά.

– Μη σε νοιάζει…έγινε κι όλας.
Φύγαμε και πήγαμε να βρούμε τον φίλο μπουζουξή, να τσιμπήσουμε και κάτι πρόχειρο, γιατί κρατούσαμε όρεξη για το βράδυ. Κάποιος της παρέας βρήκε ευκαιρία να πάει σε κάποιον συγγενή του και ξανασυναντηθήκαμε το απόγευμα, πήραμε την αγίου Δημητρίου κουβεντιάζοντας και γελώντας, και ποδαράτοι – γιατί τρά είχε μόνο στην Εγνατία και Τσιμισκή και μερικά ταξί αλλά που να τα βρείς όταν τα θέλεις και μάλιστα την κατοχή…Φτάσαμε στην ώρα μας. Εκεί μας περίμενε ο Γιάννης , ήρθε και το μπουζούκι, καθίσαμε στο τραπέζι και άρχισε ο Πάντσιος και τα γκαρσόνια να κάνουν το κουμάντο, αφεθήκαμε στα χέρια τους, ξέραν καλά τη δουλειά τους.Και τι δεν μας ετοίμασαν; Χοιρινό τηγανιτό , κρασάτο, σις κεμπάπ, και τον πετεινό τον έφερε σε μια πιατέλα ολόκληρο στιφάδο και όλο το μαγαζί μοσχοβόλησε όλο το μαγαζί, δώσαμε και στα διπλανά τραπέζια κανένα μεζεδάκι. Από μεζέδες και κρασί είχαμε από τον μπαρμπα- Περιφάντσο τον Παναγιώτη, που δούλευε στου Μπίλλη και κουβαλούσε κρασί από το Ιγκλις , έτσι λέγανε τότε την Αγχιάλο. Αφού λοιπόν γλεντήσαμε και χορέψαμε καλά με την μουσική πρώτα του μαγαζιού, μετά πιάσαν τα όργανα τα δικά μας παιδιά και δώσαμε άλλη νότα και χαρά στο μαγαζί. Όμως έπρεπε και κάποτε να φύγουμε και έπρεπε να γυρίσουμε στον Λαγκαδά με το κάρο και ήθελε περίπου 4 ώρες ως τον Λαγκαδά.Πληρώσαμε και κάποιον λογαριασμό για την περιποίηση του Πάντσιου για την ωραία βραδιά που περάσαμε σαν όνειρο, ακόμα τη θυμάμαι.
όλα καλά, αλλά τώρα τι γίνεται, ήταν 12 η ώρα το βράδυ, στα χάλια που ήμασταν , όλοι φτειαγμένοι πώς να έρθουμε στον Λαγκαδά και να πάμε και στα σπίτια μας.
όμως έπρεπε να φύγαμε και πήραμε την κατηφόρα της αγίου Δημητρίου, αλλά από την εθνικής Αμύνης ,δίπλα από τα πανεπιστήμια που είναι σήμερα, με τραγούδια φτάσαμε ως το συντριβάνι. Το ποτό τι δεν κάνει…αρχίζουν οι ιδέες… μια που ήρθαμε ως εδώ, δεν πάμε από την παραλία , να δούμε και λίγο θάλασσα και να βγούμε στο βαρδάρι για το κάρο; Άλλος έλεγε να πάμε από Εγνατία, τότε τους λέω καλά μόνο τον εαυτό σας σκέφτεστε, το άλογο δεν το σκέφτεται κανείς περιμένει από το πρωί, πότε θα πάει Λαγκαδά, και αύριο έχουμε και δουλειά, έτσι ξεκινήσαμε μέσω εγνατίας. Στο δρόμο ερημιά…ψυχή δεν υπήρχε …ώρα 12 και μισή περίπου τα μεσάνυχτα, μόνο γερμανικά περίπολα μας αντάμωσαν και γελούσαν με τις αγριοφωνάρες μας και την νεανική τρέλα μας. Φτάσαμε στο βαρδάρι περίπου κατά τις 1 η ώρα και ζέψαμε το άλογο και με το ίδιο κέφι, τραγουδώντας και με φωνές φτάσαμε στο Λαγκαδά κατά τις 5 τα ξημερώματα. Τώρα που το θυμάμαι, λέω πως δεν ξεπαγιάσαμε από το κρύο πάνω στο κάρο τόσες ώρες, μέσα στην καρδιά του χειμώνα Γενάρης μήνας, τι κάνουν τα νειάτα…αλλά περάσαμε μια βραδιά, αξέχαστη, δεν λογαριάζαμε τίποτε, ούτε κατοχή, ούτε γερμανούς ,ούτε κρύο. Από τη θεσσαλονίκη ως τον Λαγκαδά, ψυχή στο δρόμο δεν κυκλοφορούσε.
Παρέλειψα να σας πώ ,πως τέτοιο βραίο μαγαζί σαν του Πάντσιου, είχε κι άλλα στη Θασσαλονίκη και μάλιστα ένα ήταν στην περιοχή που είναι σήμερα το Ιβανόφειο, το γήπεδο του Ηρακλή, ‘’Χορτατζήδες’’ το λέγανε και ήταν πανέμορφο γεμάτο λουλούδια και πρασινάδες.Εκεί ήταν αρχιμάγειρας ο γνωστός Κρικέλας και από κεί ξεκίνησε , και ακόμα ένα μεγάλο μαγαζί της αριστοκρατίας ήταν το κέντρο ‘’Λουξεμβούργο’’ στην παραλία στη Βασιλέως Γεωργίου, κι αυτό δούλευε χειμώνα- καλοκαίρι. Είχε βέβαια κι άλλα αλλά πολύ μικρότερα.Αυτά τα θυμάμαι γιατί με τον ξάδερφό μου τον Γιάννη που έμεναν στη Θασσαλονίκη, τα γυρίζαμε και χαζεύαμε από 13 χρονών. Εδώ κλείνει η ιστορία με το γλέντι της θεσαλονίκης και ξαναγυρνάμε στον Λαγκαδά μας. Ένα μεγάλο μαγαζί για ψυχαγωγία ήταν και του Λητσιούση, καφενείο καινούργιο, βρισκόταν εκεί που ήταν η καφετέρεια του Ζλάτου- σήμερα κινητή τηλεφωνία- είχε καφέ, ουζάκι, τάβλι, χαρτιά, ντόμινο ακόμα και μπιλιάρδο και εκει μαζευόμασταν τον χειμώνα.Το καλοκαίρι ερχόταν και Καραγκιοζοπαίχτης και γινόταν χαμός με τα παιδιά.Όταν είμασταν μικροί εκεί τρώγαμε το χαρτζιλίκι μας, είχε και χαρτοπαικτική λέσχη.

Ένα από τα καλύτερα μαγαζιά όμως του Λαγκαδά, ήταν και του Μπαρμπα-Λάμπρου.Μαγαζί πολυτελείας με κάτασπρα τραπεζομάντηλα, καθαρό, τα πάντα έλαμπαν, φαγητά σπέσιαλ, όλα εκλεκτά καλομαγειρεμένα, καθότι Κωνσταντινουπολίτης μάγειρας. Εκεί έτρωγαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι ξένοι επισκέπτες στον Λαγκαδά. Οι δημόσιοι υπάλληλοι τότε έμειναν εδώ ,γιατί δεν είχε αυτοκίνητα και συχνή συγκοινωνία.Τα λίγα λεωφορεία είχαν ακριβό εισιτήριο και ο μισθός ήταν χαμηλός ,αλλά και κανένας δεν διέθετε Ι.Χ ιδιωτικό .Τα ενοίκια των σπιτιών ήταν φθηνά και συνέφερε στους ανθρώπους να μένουν εδώ. Στου μπαρμπα-Λάμπρου, δεν μπορούσαμε να πάμε, γιατί όλοι ήταν με κουστούμια και γραβατωμένοι, κι αν καμιά φορά τύχαινε κάποιος να καθίσει, την άλλη μέρα άκουγε σχόλια και κουτσομπολιά: Α…εψές σχέσεις με την αριστοκρατία…εμ ετσι είναι…όποιος τα φυσάει τα λεφτά…Δεν ήταν ακριβό μαγαζί, αλλά η εμφάνιση των γραβατωμένων…μας φόβιζε…Αργότερα το έκανε πιο λαϊκό ο Μπαρμπα-Λάμπρος και άρχισε να πηγαίνει και απλός κόσμος, και έλεγε ο μακαρίτης-χρυσός άνθρωπος-‘’αυτές οι γραβάτες μας φάγανε τόσα χρόνια…’’Το μαγαζί βρισκόταν κάτω από το παλιό Δημαρχείο, εκεί που είναι σήμερα το πάρκο μπροστά στο καφέ-καφέ.
Εστιατόριο ήταν ακόμη και του ‘’ Τσαούση’’ του μπάρμπα-Αλέκου, όπως τον λέγαμε, καλό εστιατόριο, λαϊκό, έκανε περισσότερη δουλειά γιατί πήγαινε πολύς κόσμος. Ήταν ακόμα και το μαγαζί του Θωμά του Δαλούση, εστιατόριο κι αυτό μέχρι την κατοχή, μετά έγινε καφενείο, καλό μάγειρας ο κυρ-Θωμάς, εκεί πηγαίναμε τακτικά με την παρέα μας το Σαββατοκύριακο, είχε καλή κουζίνα και καθαριότητα. Πηγαίναμε κυρίως για κανένα κρασάκι, στην κατοχή δεν είχε πολύ μεζέ γιατί οι μαυραγορίτες είχαν ανεβάσει τις τιμές.

Αυτά περίπου ήταν τα κέντρα διασκέδασης και τα καφενεία του Λαγκαδά που πρόσφεραν διασκέδαση στους πατριώτες μας, προπολεμικά και κατά την κατοχή.
Δυστυχώς τη δικιά μας γενιά την βρήκε η κατοχή στα καλύτερα νεανικά μας χρόνια, αλλά αν βρίσκαμε ευκαιρία για λίγο διασκέδαση δεν λογαριάζαμε τίποτε. Περάσαμε τα δυό τελευταία χρόνια της κατοχής πολύ στριμωχτά γιατί σε κάποια φάση ήρθαν και οι Βούλγαροι, μετά βγήκαν και οι ΠΑΟΤΖΗΔΕΣ, χειρότεροι κι απ΄τους εχθρούς και η απελπισία ήταν μεγαλύτερη. Όταν καθάρισε η κατάσταση, φύγαν οι Βούλγαροι και μετά οι Γερμανοί, οι ΠΑΟΤΖΗΔΕΣ μαζεύτηκαν στο Κιλκίς και εκεί έγινε μεγάλο μακελιό, έδωσαν μάχη με τον ΕΛΑΣ και τους έπιασαν όλους αιχμαλώτους, εκεί τέλειωσαν τα δεινά μας.Τον άλλο χρόνο του ΄45 ελεύθεροι πλέον και χωρίς εχθρούς, αλλά κατεστραμμένη πατρίδα, παντού ερείπια …όμως και πάλι πότε –πότε ξεσαλώναμε και γλεντούσαμε, παρά τη φτώχεια, γιατί μας είχε λείψει η χαρά, το πανηγύρι και το ελεύθερο γλέντι.Όμως αυτό ήταν σαν ένα ημίχρονο που κάνουν οι ποδοσφαιριστές για να ξεκουραστούν..Πρίν τελειώσει η χρονιά, οι ΕΛΑΣΙΤΕΣ, που είχαν εν μεταξύ απομακρυνθεί στα 30 χιλιόμετρα από τις πόλεις, το θεώρησαν φαίνεται προσβολή , ανέβηκαν στα βουνά ,αναδιοργανώθηκαν και ξεκίνησε μια νέα φάση του αγώνα, με σαμποτάζ και τέτοια πράγματα. Και μπαίνουμε στο 1946, κι αρχίζει τώρα η ελληνική φαγωμάρα, μια από τα ίδια, πάλι επιστράτευση, και όλο να χειροτερεύει η κατάσταση, γίναμε χειρότερα κι από την κατοχή τη γερμανική.Στην κατοχή είχαμε εχθρούς, ξένους κατακτητές, ειμασταν όλοι αγαπημένοι και όλοι μαζί και με το ΕΑΜ πολεμήσαμε για την απελευθέρωσή μας. Τώρα τα μπλέξαμε, γινήκαμε δυό μέτωπα, αριστεροί, δεξιοί, δεν ήξερες με ποιόν ,μιλούσες και τι ήταν .Φοβερό πράγμα, Έλληνας να σκοτώνει Έλληνα. Αυτά κράτησαν ως τον Αύγουστο του 1949. Μετά ξεκαθάρισε η κατάσταση, και εύχομαι να μη δώσει ο Θεός να δούνε τα παιδιά και τα εγγόνια μας παρόμοια πράγματα.
Δέκα χρόνια ,τα καλύτερα της ζωής μας, μέσα στον φόβο, τον πόλεμο και τη δυστυχία.

Ευτυχώς που από το 1950 και μετά άρχισαν να ανατέλλουν καλύτερες μέρες, αλλά τι να πρωτοσυμαζέψει ο κόσμος; Παντού ερείπια και χαλάσματα, στη Θεσσαλονίκη ιδίως τα πράγματα ήταν τραγικά, η περιοχή γύρω από τα λαδάδικα ήταν βομβαρδισμένη από τους Ιταλούς ,από τους Εγγλέζους, απάνω μας μάθαιναν σημάδι, χάλια και βρωμιά παντού. Εμείς στο Λαγκαδά δεν είχαμε καταστροφές πολλές από βομβαρδισμούς, και αρχίσαμε γρήγορα να ξεπερνάμε τις πληγές της δεκατίας.΄Αρχισαν πάλι τα καφενεία να γεμίζουν κόσμο , να δίνουν μια ευχάριστη ατμόσφαιρα, η Κυριακάτικη βόλτα πάλι που γινόταν προπολεμικά από την γέφυρα ως την αγορά, τώρα άλλαξε , γιατί από τότε που οι Γερμανοί ανατίναξαν τη γέφυρα δεν ξαναπατήσαμε εκεί για βόλτα, μας πλήγωνε η εικόνα. Τώρα η βόλτα γινόταν από το Α΄ Δημοτικό σχολείο μέχρι το Γυμνάσιο και μεταβολή. Πιό πέρα μόνο τα ζευγαράκια. Το 1951 άνοιξε και ο πρώτος Σινεμάς-κινηματογράφος- μετά άνοιξε και θερινός ο ‘’Έσπερος’’ στην οδό Λουτρών και τα πράγματα πήραν μια χαρούμενη όψη. Ιδίως τις Κυριακές τα βράδια δεν καθόταν κανένας στο σπίτι εκτός από τους άρρωστους και τους ανύμπορους. Βόλτα, κόσμος, φωνές, γεμάτα τα καφενεία, οι σινεμάδες, ιδίως αν είχε κανένα έργο του Ξανθόπουλου γινόταν ουρές για το δούνε, τρεις προβολές έκανε. Τότε βρεθήκαμε και μεις με μικρά παιδιά και τα κουβαλούσαμε μαζί μας όπου πηγαίναμε. Ήταν ένα αληθινό πανηγύρι κάθε Κυριακή. Από τα καλύτερα κέντρα διασκεδάσεως μεταπολεμικώς ήταν του ‘’Τσαούση’’, τα καλοκαίρια το μετέτρεπε σε κέντρο διασκεδάσεως, γιατί είχε δίπλα μεγάλο οικόπεδο με δέντρα και ήταν εύκολο να βγάλει πολλά τραπέζια και ο κόσμος καθόταν όχι μόνο τα βράδια αλλά και τα μεσημέρια της Κυριακής, ήταν απόλαυση.Είχε και μια εξέδρα στη μέση για μουσική και μια πίστα για χορό, έφερνε δε κατά διαστήματα και μουσικούς με τραγουδίστριες και τραγουδιστές. Ποιός μπορεί να ξεχάσει τον συμπατριώτη μας μεγάλο ακορντεονίστα τον Νίκο Μυλωνά και την επίσης μεγάλη τραγουδίστρια Ανθούλα; Για δυο η τρία χρόνια δούλευψαν στο Λαγκαδά, αλλά μετά τους κράτησε η Θεσσαλονίκη, τραγουδούσαν σε ένα κέντρο δίπλα στο Βασιλικό Θέατρο, στη παραλία.Μετά ο Νίκος έφυγε στην Αθήνα και έπαιζε με τον Πάνο Γαβαλά και την Ρία Κούρτη και ύστερα από καιρό έφυγε στην Αμερική.Από την πίστα του Τσαούση πέρασαν κι άλλοι καλοί μουσικοί, όπως ο Παναγιώτης Χαλκιάς, επίσης ακορντεονίστας, κι ένας άλλος από το Ζαγκλιβέρι, Τρακατσούρα τον έλεγαν, που όταν έπαιζε σε σκλάβωνε πραγματικά.Το ωραίο ήταν πως στο κέντρο του Τσαούση όταν είχε ορχήστρα και έπαιζε, μέσα ήταν γεμάτο κόσμο και έξω από τον φράχτη είχε τριπλάσιο κόσμο που καθόταν και χάζευε την ορχήστρα, παιδιά, γριές, γέροι, νεώτεροι…

Δεν ήταν όμως μόνο του Τσαούση, αλλά κοντά στο Μύλο του Γεωργιάδη, είχε κι ένα άλλο μαγαζί , του Πάσχου Ράμναλη. Έφερνε κι αυτό μουσικά συγκροτήματα και δεν θα ξεχάσω μια χρονιά που έφερε έναν ιταλό μίμο, είχε πολύ γούστο. Ένα μικρότερο μαγαζί με λίγα τραπέζια ήταν του Απόστολου του Παπαποστόλου, στο μαχαλά της Μαναβιάς που λέγαμε, κοντά στους μπαξέδες του Γκόσιου, συγκέντρωνε κυρίως νέους και ζευγάρια. Τελευταίο μαγαζί άφησα το ξακουστό ‘’Αηδονάκι’’ των φίλων μου Αντώνη και Τάκη Μήτσα. Από μικρό καφενεδάκι που ήταν στην κατοχή, άρχισε σιγά-σιγά να ανακαινίζεται και μετά το 1950 κάθε τόσο άλλαζε όψη και συγχρονίζονταν. Έγινε έτσι μια σύγχρονη ταβέρνα που τραβούσε πολύ κόσμο και από τη Θεσσαλονίκη ακόμη. Άλλοι το έλεγαν το ‘’Μεθυσμένο αηδονάκι’’ και αργότερα έμεινε σαν ‘’Αηδονάκι’’, πάντως άφησε το καλύτερο όνομα στο χώρο του.

Αυτά θυμάμαι από τα παλιά και τις ωραίες Κυριακές του Λαγκαδά, προπολεμικά και μεταπολεμικά. Τώρα τα σημερινά τα ξέρετε, όμως άμα βγείς έξω την Κυριακή δεν βρίσκεις άνθρωπο, πιάνεται η ψυχή σου.

 

Μνήμες… Λαγκαδάς 28 Οκτωβρίου 1940

 

(Από τις Αναμνήσεις του Χήστου Φυλάκη)

Στο τραπεζάκι της αυλής άχνιζε ο καφές. Μέρες Οκτώβρη και ο κυρ-Χρήστος πάντα ήταν σε εθνική έξαρση. Όλο τον Οκτώβριο τον γιόρταζε μεσ΄την καρδιά και στη μνήμη του. Ανήμερα της 28ης πάντα του έστελνα μια ευχαριστήρια ανθοδέσμη ως αναγνώριση του αγώνα της γενιάς του, που άλλωστε τώρα σχεδόν μόνο αυτός στα 98του και ο κυρ-Αργύρης Γρηγορούδης εκπροσωπούσαν.Και καθώς πίναμε το καφεδάκι μας άρχιζε με εκείνον το ανεπανάληπτο τρόπο να αφηγείται τα γεγονότα της ιστορίας λες και τα ξαναζούσε στο παρόν.

Είχε περάσει ο Αϊ-Δημήτρης και οι γιορτές δεν είχαν τελέψει ακόμα ˙κι αυτοί οι Δημητράδες στο Λαγκαδά ,ο θεός να τους δίνει χρονιά , δεκάδες ήτανε σαν τους Γιάννηδες και πιο πολλοί ακόμα .Τριήμερος γιορτασμός στη γιορτή τους ,έλεγε ο μπαρμπα -Χρήστος,για να προλάβουμε να περάσουμε απλούς να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια και να ευχηθούμε τα χρονιά πολλά .Στο καφενείο του Λάγκα πίσω από την Αγιά – Παρασκευή το γλέντι κρατούσε καλά , κι η λατέρνα κι οι ζουρνάδες έπαιζαν και βαρούσαν με την ψυχή τους ,ως το ξημέρωμα .Η φτώχια θέλει καλοπέραση ,λέει ο λαός και το πήραν όλοι τις μετρητοίς και το’ριξαν στο γλέντι .Έξω ψιλόβρεχε απ` το απόγευμα ,και σε κανέναν δεν έκανε όρεξη να αφήσει τέτοια παρέα και τέτοιο γλέντι στον καφενέ ,για να φύγει για ύπνο .Η Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940 είχε σβήσει ,την άλλη μέρα ξημέρωνε ο θεός κατά το συνήθειο του την ίδια πάντα ώρα και έπρεπε να σηκωθούνε νωρίς για δουλειά .Ο Χρήστος Φυλάκης χαιρέτησε την παρέα κατά τη μια το ξημέρωμα και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Τα πάντα ήρεμα ,μια ησυχία παράξενη βασίλευε παντού ,όλα σκοτεινά ,μόνο η μάνα του Χρήστου ξαγρυπνούσε περιμένοντας το γιο της ,όπως θα έκαναν όλες οι μάνες που είχαν γιους και έλειπαν απ` το σπίτι. – Άιντε βρε παιδί μου , κόντεψε να ξημερώσει ,αύριο έχει δουλειά ,πρέπει να πας και για κοπριά .Τότε την κοπριά για τους μπαξέδες τη κουβαλούσαν απ` τα μαντριά που ήταν έξω απ` το Λαγκαδά , προς τη Μπαλάφτσα .Ο Χρήστος την καθησύχασε όπως πάντα γιατί ο ίδιος διάλογος επαναλαμβάνονταν πολύ συχνά (κάθε φορά που αργούσε: τα ίδια και τα ίδια ρε μάνα !!!).Νύχτα μέσα στη νύχτα (μετά από 2-3 ώρες ύπνο),έζεψε το άλογο και ξεκίνησε για τα μαντριά , το άλογο τραβούσε καλά , ήταν ένα Σέρβικο άλογο απ` τα καλύτερα , σε μισή ώρα ήταν κιόλας στη Μπαλάφτσα .Φόρτωσε το κάρο και νύχτα ακόμα , ξεκίνησε για το Λαγκαδά . Φτάνοντας κατά το Βαραδά είχε αρχίσει να χαράζει , μα ο καιρός ακόμα μουντός και η ψιχάλα-ψιχάλα ,πότιζε τη γη , τους ανθρώπους τις καρδιές τους .Το κάρο πήγαινε τώρα σιγά – σιγά γιατί ήταν χωματόδρομος ,γεμάτος τρύπα και κακό , νερά και λάσπη έκαναν τη διαδρομή δυσκολότερη .Μέσα στο μούχρωμα του πρωινού φωτός βλέπει από μακριά κάποιον να τρέχει πηγαίνοντας προς Κολχικό.

  • Τι έγινε ρε πατριώτη ; ρώτησε αφού τον καλημέρισε ˙ο άλλος δεν αντικαλημέρισε ,είπε μονάχα κάποιες λέξεις λαχανιασμένα, συνεχίζοντας να τρέχει μέσα στης λάσπες του δρόμου˙
  • – Πόλεμος!!! Οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο !!!

Αυτό κι αν ήταν μαντάτο !!!Έριξε μια καμτσικιά στο άλογο που λες και μυρίστηκε τον αγέρα κι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε , μα ο δρόμος σήμερα φαινόταν μακρύτερος !Όταν έφτασε προς τα σφαγεία , οι χιλιάδες σκέψεις και συναισθήματα που βομβάρδιζαν το μυαλό και την καρδιά του , είχαν πια σταματήσει˙ ήταν ώρα 7 το πρωί κι οι καμπάνες του Λαγκαδά δεν χτυπούσαν όπως κάθε μέρα για τον πρωινό όρθρο ,αλλά κάπως περίεργα ,σαν να χτυπούσαν για πανηγύρι , για δοξολογία ,χτυπούσαν ρυθμικά δυνατά , τόσο που ακούγονταν έξω από το Λαγκαδά . Και το χτύπημα αυτό δεν ήταν μόνο ένα πρωινό ξύπνημα , αλλά και ένα ξύπνημα των συνειδήσεων και των αισθημάτων .Μαζί αλυχτούσαν κι όλα τα σκυλιά του Λαγκαδά ,και λαλούσαν μαζί όλα τα κοκόρια στις αυλές των σπιτιών ,που λες πως ήθελαν να σκεπάσουν τη φωνή της καμπάνας ή να μεταφέρουν τον αντίλαλο της δυνατότερα σ` όλη την πόλη. Όταν έφτασε το κάρο μες` το Λαγκαδά είδε ανθρώπους να τρέχουν δεξιά κι αριστερά ,βιαστικά , φωνάζοντας ,γελώντας ….μια κατάσταση πρωτόγνωρη ,οι ειδήσεις και τα νέα πήγαιναν κι` έρχονταν η μια μετά την άλλη. Η σειρήνα του δημαρχείου άρχισε να ουρλιάζει δυνατά σχίζοντας τον Οκτωβριανό αγέρα ,κι ουρανός έριχνε το δάκρυ του συνεχώς ,που ενώνονταν με τα πρώτα δάκρυα που εμφανίστηκαν στα μάτια των μανάδων ,των αδελφών ,των γυναικών ,των παιδιών. Στο σπίτι όλοι κουρνιασμένοι γύρω από τη μάνα περίμεναν το Χρήστο να `ρθει ,που αμέσως φάνηκε στο έμπα της εξώπορτας .Τα κορίτσια έκλαιγαν , η μάνα σκεφτική αλλά υπέροχη Ελληνίδα :

-Έγινε πόλεμος του είπε. Σαν να τον έβαζε προ των ευθυνών του.

–Το ξερώ ,θα πάμε …, απάντησε σαν να κατάλαβε το χρέος του, κι` άρχισε η προετοιμασία .

Από το σπίτι έφευγαν δυο , ο Χρήστος κι` ο Γιώργης˙ –Ήρθε διαταγή να παραδώσουμε το άλογο είπαν˙

–Θα το πάνε τα μικρά είπε η μάνα .Στη πλατεία είχαν αρχίσει κιόλας να έρχονται τα επιταγμένα αυτοκίνητα για τη μεταφορά των επιστρατευμένων ένα τρελό πήγαινε – έλα ,που δεν ήξερες τι γινόταν…γέλια – κλάματα – χαρές – φωνές όλα μπερδεμένα κι ανάκατα δεν ήξερες αν γινόταν πόλεμος ή πανηγύρι !Το `χουν οι Έλληνες από παλιά αυτό ! το λέει και το τραγούδι : ΄΄ Σαν να παν` σε πανηγύρι σ` ανθισμένη πασχαλιά μες` του Άδη κατεβαίνουν , με λαούτα και βιβλία ΄΄! Άλλωστε έτσι έπαθε και το πρώτο σοκ στην ιστορία ,ο γιος του Πέρση βασιλιά Αρταβάζου , όταν ξεκίνησαν οι περσικοί πόλεμοι ˙ ρώτησε κι έμαθε ότι οι Έλληνες αγωνίζονταν στους ολυμπιακούς αγώνες για ένα στεφάνι ελιάς, και πριν από κάθε μάχη λούζονταν και στεφάνωναν τα κεφάλια τους,τραγουδώντας και χορεύοντας , και αναγκάστηκε να πει στον πατέρα του :΄΄ Μα καλά βασιλιά ήξερες ότι αυτοί είναι Έλληνες και μας οδηγείς σε πόλεμο μαζί τους ;΄΄ Τα ίδια μυαλά λοιπόν και τότε και τώρα .Έξω από τον φούρνο του Βίκτωρα Θεολόγου πάνω σε μια στοίβα από πουρνάρια 4-5 παλικάρια από τα γύρω χωριά άπλωσαν τα σακάκια τους να στεγνώσουν , και κάθονταν σιμά στην πόρτα για να ζεσταθούν κι αυτοί . Είχαν ξεκινήσει με τα πόδια απ`το χωριό μες` τη βροχή, άλλοτε περπατώντας κι άλλοτε τρέχοντας , μη και τελειώσει ο πόλεμος και δεν προλάβουν να πολεμήσουν …Κι αλλά παιδιά άρχισαν να έρχονται στο Λαγκαδά, γιατί ο Λαγκαδάς ήταν μονάδα επιστράτευσης ιππικού κι έρχονταν κι απ` άλλα μέρη .Οι μποξάδες ετοιμάστηκαν , δύο-τρία πράγματα δηλαδή ,τ` απαραίτητα άλλωστε ο πόλεμος δεν θέλει προίκα , θέλει ψυχή και λεβεντιά μονάχα .Οι λέξεις κοφτές βγαίνουν απ` τα χείλη τα μάτια αποφεύγουν να συναντηθούν …

-Φεύγουμε .

-Να προσέχετε…

-Άιντε στο καλό , η Παναγιά μαζί σας και γρήγορα πίσω με το καλό …

Μια γρήγορη αγκαλιά , ένα θερμό γρήγορο φιλί , μια αγκαλιά στα μικρά …. χωρίς πολλά λόγια …. Όταν έκλεισε η πόρτα , τότε χύθηκε το δάκρυ που κρυβόταν στη κόγχη του ματιού . Τα υπόλοιπα δάκρυα έπεσαν μπρος στην εικόνα της Παναγιάς , δάκρυα πόνου για το κακό ˙ δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, και δάκρυα ικεσίας .

-Τώρα Παναγιά μου είναι δικά σου τα παιδιά , δικιά σου κι η φροντίδα .

Στην πλατεία …, λεωφορεία , φορτηγά , κάρα, φορτωμένα παλικάρια ξεκινούσαν για τη Σαλλονίκη . Όταν έφτασαν στο Βαρδάρη η ίδια κατάσταση , φωνές , γέλια , τραγούδια , κλάξον ,σημαίες .Ο Γιώργος πήρε το δρόμο για το 5ο Σύνταγμα κοντά στην Έκθεση , ο Χρήστος στις διαβιβάσεις στο τάγμα τηλεγραφητών , το τάγμα που ύμνησε στα τραγούδια του ο Βασίλης Τσιτσάνης .Στα τραμ σαν τσαμπιά κρέμονταν τα παλικάρια ,ποιος θα φύγει πρώτος για το μέτωπο . Έφτασε στο Ντεπώ και παρουσιάστηκε στη μονάδα του , κόσμος πολύς , ως να πάρουν ρούχα είχε κιόλας βραδιάσει . Κούρνιασαν όπως –όπως στους θαλάμους περιμένοντας να ξημερώσει , μέχρι νεωτέρας διαταγής όπως τους είπαν,μα… που να κλείσουν τα μάτια , όλοι περίμεναν το ξημέρωμα…Κατά τις 4 το πρωί η φωνή του αξιωματικού ήταν το εγερτήριο . Πήραν ξηρά τροφή, κουραμάνες,τα όπλα στη πλάτη και ξεκίνησαν για το σταθμό , θα έπρεπε να συνδράμουν ως λόχος διαβιβάσεων την 6η Μεραρχία .Ξεκίνησαν για το σταθμό με τα πόδια ….

΄΄ Ντεπώ –Σταθμός΄΄,και η βροχή να μην αστειεύεται , να ρίχνει όσο μπορούσε ˙ όταν έφτασαν στο σταθμό δεν υπήρχε στεγνό σημείο στο σώμα τους . Στις 12 ανέβηκαν στο τρένο και ξεκίνησαν για Σέρρες , αυτό δεν ήταν ταξίδι επίστρατων ,ήταν εκδρομή ˙ φωνές , τραγούδια ,ανέκδοτα ,γέλια ˙ και η υγρασία να χτυπάει στο κόκαλο ,τα ρούχα έσταζαν .Μόλις έφτασαν στις Σέρρες και βρήκαν τα πρώτα καταλύματα σε κάποιο στρατόπεδο , ήρθε διαταγή να φύγουν για Νιγρίτα , πεζοπορία υπό βροχήν ˙Το κατάλυμα στη Νιγρίτα ήταν κάτι καπναποθήκες ˙ ίσα που πρόλαβαν να στεγνώσουν τα ρούχα , σε δυο μέρες ήρθε διαταγή να φύγουν για Σιδηρόκαστρο ˙ ξανά με τα πόδια πίσω, υπό βροχήν με τραγούδια , γέλια ,………ιστορίες και χωρατά γι` αυτούς που ξεκίνησαν τον άδικο πόλεμο . Έναν πόλεμο που οι Έλληνες τον έκαναν με το χαμόγελο στα χείλη !!! Από κεί και πέρα η ιστορία είναι μεγάλη. Πογραδετς, Τεπελένι, Άγιοι Σαράντα, Τρία Αυγά, φωτιά, πόλεμος, αγωνία, πείνα, αναμέτρηση με τον θάνατο, συνηκολόγηση…Και οι ιστορίες του κυρ-Χρήστου δεν λέγαν να τελειώσουν. Φαντάζομαι με την ίδια ζέση θα γιορτάζει και στις αυλές του παραδείσου με τα φανταράκια της σειράς του την εθνική μας μνήμη.

Τύφων Τσομπάνης

 

Αληθινές ιστορίες της κατοχής

Βασίλης Γκάλιος

Το αδικοσφαγμένο παλικάρι

Κατοχή , χειμώνα του 1941-42 ο βαρύτερος και φρικτότερος χειμώνας όλων των χρόνων που έζησα . Κατοχή κακοκαιρία πείνα το ένα χειρότερο από το άλλο τι να δεις πρώτα . Στην αρχή του χειμώνα είχαμε μόνο τα δυο κατοχή και κακοκαιρία , η πείνα ήταν σε πολύ λίγα άτομα ανήμπορα και πολύ άπορα . Όσο προχωρούσε όμως ο χειμώνας η πείνα απλώνονταν περισσότερο γιατί τελείωναν τα αποθέματα τα λιγοστά που είχε ο κόσμος . Διότι εκείνη τη χρονιά είχε πολύ μικρή σοδειά γενικά σε όλο το κράτος λόγω του πολέμου και σπαρθήκαν πολύ λίγα σιτηρά . Ποιος να τα σπείρει οι άντρες που δούλευαν τα χωράφια επιστρατεύτηκαν , τα άλογα επιτάχτηκαν , έμειναν οι ηλικιωμένοι , τα γυναικόπαιδα και τα γέρικα ζώα που ήταν πολύ λίγα , τρακτέρ δεν υπήρχαν τότε ούτε ένα , μέχρι και τα γαϊδουράκια έζεψαν στο αλέτρι για να σπείρουν λίγο στάρι , κριθάρι , σίκαλη, για ψωμί , τα λίγα τρόφιμα που υπήρχαν πέρασαν στα χέρια των μαυραγοριτών , αυτοί έκαναν κουμάντο στις τιμές των τροφίμων , όσο ήθελαν πουλούσαν και τους παρακαλούσαν να τους δώσουν από αυτά που υπήρχαν στάρι , καλαμπόκι , κριθάρι , σίκαλη ότι να ‘ταν για να κάνουν λίγο ψωμάκι και για φαγητό φασόλια ,φακές ,ρεβίθια , λάδι , σουσάμι . Για φωτισμό λίγο πετρέλαιο και εκείνο όχι άσπρο, ένα σαν το σημερινό της θέρμανσης απλά μακάρι να ήταν τέτοιο ήταν σαν το μαζούτ που έκαιγε ….και το γυαλί ήταν πάντα μαύρο και δήθεν υπήρχε φως . Ζάχαρη δεν υπήρχε ούτε καφές για καφέ έψηναν ρεβίθι , κριθάρι το άλεθαν και έπιναν το καφεδάκι τους , για ζάχαρη έβαζαν χαρούπι, το ρύζι το αντικατέστησε το πλιγούρι φτιαγμένο από στάρι διότι ρύζι δεν έσπερναν στην Ελλάδα , μας έρχονταν από το εξωτερικό και ότι ήταν εισαγόμενο δεν μπορούσε να έρθει τίποτα .Αυτή ήταν η κατάσταση των τροφίμων των βασικών τότε , και από τα λίγα που είχαν ή έβρισκαν οι Γερμανοί καμιά αποθήκη με ποσότητα τα αγόραζαν όλα τα τρόφιμα που ήταν μέσα τρόπος του λέγει τα αγόραζαν ,τα κατάσχεσαν …διότι τα πλήρωναν επί τόπου, κύριοι οι άνθρωποι ,με μάρκα της κατοχής σε όποιο κράτος κυρίευαν έκοβαν χρήμα κατοχής και αγόραζαν τα πάντα για να τρωει ο στρατός τους, το χρήμα τους τα μάρκα δεν είχαν αντίκρισμα ήταν ένα ψεύτικο χρήμα σαν ένα απλό χαρτί . όταν έσφιγγε πολύ η πείνα και τα δικά μας χρήματα ήταν λίγα άρχισε και ο δικός μας πρωθυπουργός τότε Κοτσαμάνης να κόβει και αυτός . τι να κάνει ο άνθρωπος κοίταζε να σώσει το λαό του αν και κατευθυνόμενος των Γερμανών …….πολύ καλή πολιτική όσο μπορούσε να σώσει το λαό του από τη μεγάλη πείνα .Γι’ αυτό ξεκινάει από τις δραχμές που είχαμε τότε κατοστάρικα ,χιλιάρικα που σπάνια τα βλέπαμε και πεντοχίλιαρα . Κόβει πρώτα 10χιλιαρα μετά 50χιλιαρα υστέρα 100χιλιαρα και μπαίνουμε στα εκατομμύρια , δισεκατομμύρια και τελευταία στα τρισεκατομμύρια που δεν προλάβανε να κυκλοφορήσουν πολύ λίγα . Στης αρχές του χειμώνα του ’41 κυκλοφορούσε ακόμα το γερό χρήμα το προπολεμικό αλλά όσο προχωρούσε η ακρίβεια δεν έφτανε και κατά την άνοιξη άρχισε να κυκλοφορεί και καινούργιο χρήμα , εκεί που δεν βλέπαμε χιλιάρικα ,χιλιάρικα γέμισε από χιλιάρικα και πεντοχίλιαρα και όσο προχωρούσαν τα χρονιά φτάσαμε στα τρις εκατομμύρια και τα δικά μας τα προπολεμικά χρήματα χαθήκαν . Αυτή η κατάσταση του μαύρου εκείνου χειμώνα είχαμε και τους Γερμανούς στο κεφάλι μας οπού και αν πήγαινες έπρεπε να έχεις άδεια κυκλοφορίας ίδιος τη νύχτα εμείς που πηγαίναμε στη Θεσσαλονίκη τα λαχανικά είχαμε την άδεια στην τσέπη μας σαν διαβατήριο διότι μας σταματούσαν στο δρόμο τα περιπολικά και μας έκαναν έλεγχο. Έπρεπε να ήταν υπογεγραμμένη από τον( κομαντατούρ) τον διοικητή του τόπου σου .ευτυχώς όμως που εκείνο το χειμώνα τον πρώτα ήταν και ένα καλό ήταν ελεύθερη η κυκλοφορία της νύχτας , αργότερα όταν βγήκε η αντίσταση του ( ΕΑΜ ) υπαγορεύτηκε . δεν μας έφταναν τα τόσα που είχαμε εκείνον τον χειμώνα μας προστέθηκε κι άλλος μπελάς στο Λαγκαδά , ακριβώς στη καρδιά του χειμώνα στις μεγάλες παγωνιές που η θερμοκρασία ήταν -15 ως -20 Κελσίου . Άρχισαν και οι κλεψιές τη νύχτα σε τρόφιμα στάρι , καλαμπόκι , και ότι έβρισκαν ,ιδίως σε τρόφιμα γιατί αυτά είχαν μεγάλη ζήτηση τρομοκρατήθηκε ο κόσμος γιατί και αυτά τα λίγα που είχαν πήγαιναν νύχτα στα σπίτια και τα έκλεβαν κάθε βράδυ γινόταν κρούσματα και τα μαθαίναμε την άλλη μέρα φόβος και τρόμος του κοσμάκη . Εμείς στο σπίτι μας τα βάλαμε κάτω από τα κρεβάτια μας ήμασταν 4 αδέρφια είχαμε και δυο μεγάλα μαντρόσκυλα και δόξα το θεό μας φύλαξε και ο θεός κα δεν πάθαμε ζημιά στη γειτονιά μας σχεδόν τους περισσοτέρους τους πάτησαν τα σπίτια τους τη νύχτα Έναν γείτονα μας που είχε έρθει από τη Ρωσία το 1938-39 που τους έδιωξε τότε ο Στάλιν νοίκιασε ένα χωράφι που ήταν μπαξές πριν και το έσπειρε καλαμπόκι κι ήταν 10 μελής οικογένεια πρόσφυγες καταλάβεις τη φτώχια τους εμείς κτήματα είχαμε και γνωριστήκαμε όχι αυτοί που δεν είχαν ούτε πιθαμή χωράφι αυτό το λίγο καλαμπόκι που έβγαλαν από το χωράφι που νοίκιαζαν έλεγαν να περάσουν το χειμώνα πήγαν και σε αυτούς τους ανθρώπους ένα βράδυ τα αδίστακτα κλεφτρόνια τα είχαν πίσω από το σπίτι τους σε μια αποθηκούλα και τους τα μάζεψαν όλα ότι είχαν το καλαμπόκι λίγο αλεύρι και ένα αρνί είχαν και αυτό το πήραν την άλλη μέρα το πρωί ο καημένος ο παππούς ο φαμίλιας τις 10μελους οικογένειας που ήταν τόσο καλός και τον σέβονταν τα παιδιά του και τα εγγόνια του που ακόμα θυμάμαι εκείνο το σεβάσμιο γεροντάκι .Ήταν πρωί ακόμα και εγώ έκανα βόλτα στον μπαξέ εκεί κοντά και με είδε και φωνάζει Χρήστο – Χρήστο έλα λίγο προς τα εδώ και πήγα κοντά του να δω τη με θέλει μόλις πήγα κοντά του τον βλέπω να κλαίει ο παππούς αμέσως έβαλα στο νου μου το κακό μήπως έπαθε κανείς τίποτα από την οικογένεια του τι πάθατε του λέω παππού μήπως αρρώστησε κανείς από την οικογένεια μου λέει όχι παιδί μου εμείς είμαστε δόξα το θεό καλά άλλο πάθαμε τα λίγα τρόφιμα που είχαμε και ένα αρνί μας τα πήραν όλα .ακούγοντας αυτά τα λόγια του παππού κοπήκαν τα πόδια μου πολύ στεναχωρεθηκα τι θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι 10 μέλη οικογένεια ξένοι πρόσφυγες καμιά γνωριμία δεν είχαν πουθενά ούτε μπορούσε να τους βοηθήσει κανένας το κράτος διαλυμένο και ποιος μπορούσε να βοηθήσει τότε ο καθένας κοίταζε να βγάλει το χειμώνα .τότε σταμάτησα και δε μιλούσα τίποτα στο παππού που έκλεγε το μυαλό μου πάει σε αυτά τα καθάρματα τη συμμορία των κλεφτών που πήγαιναν και έκλεβαν το λίγο ψωμάκι που είχε ο καθένας στο σπίτι του εγκληματίες σαν να σκότωναν ανθρώπους κάθε βράδυ που άδειαζαν τα σπίτια .η αστυνομία ανήμπορη να βοηθήσει , οι Γερμανοί είχαν το πάνω χέρι αυτοί έκαναν κουμάντο , δεν τους ένοιαζε για τον κοσμάκη αυτούς τους ενδιέφερε να μην πειράξουν αυτούς τότε αλλοίμονο σε σκότωναν επί τόπου .αυτή η κατάσταση κράτησε όλο το χειμώνα , την άνοιξη Μάρτιο μήνα μια βραδιά λήστεψαν ένα σπίτι πάλι στη γειτονιά μας στο δρόμο κοντά στη Χρυσαυγή ένας φίλος μου νέος τότε στη κατοχή που σήμερα είναι παππούς μου τα διηγήθηκε πως έγινε η κλεψιά είχαν τα τρόφιμα στο διπλανό δωμάτιο και από ένα παράθυρο τα έβγαλαν όλα έξω τα σπίτια τότε ήταν πολύ χαμηλά και δεν τους δυσκόλεψε να τα βγάλουν έξω .άκουσαν θόρυβο την ώρα που έφευγαν αλλά που να βγουν έξω φοβόντουσαν τότε δεν το είχαν σε τίποτα μπορούσαν να σε σκοτώσουν και ποιος θα τους έπιανε μετά και έτσι το πρωί που βγηκαν είδαν τη ζημιά που είχαν κάνει οι αλήτες τους τα σήκωσαν όλα ότι είχαν από είδη τροφίμων .η οικογένεια αυτή ήταν αξιοπρεπείς με καλούς συγγενείς και τους συμπαραστάθηκαν σαν να μην έγινε τίποτα .Αλλοίμονο σε κάτι οικογένειες σαν τη προηγούμενη τη 10μελη , και πρόσφυγες και ξένοι και δεν τους ήξερε κανένας μόνο εμείς στη γειτονιά μας που τους είχαμε δυο χρόνια τους καταλάβαμε τους ανθρώπους και τους βοηθούσαμε όσο μπορούσαμε μα δεν σωνόταν η κατάσταση τότε με τέτοιες βοήθειες ήταν σαν να δίναμε ψίχουλα απέναντι σε μια πολυμελή οικογένεια ο θεός τους βοήθησε και έβγαλαν εκείνο το κακό χειμώνα .αυτοί η συμμορία των κλεφτών ήταν πολύ οργανωμένη σαν γκακστερική έκαναν τόσο καλά τη δουλειά τους που δεν μπορούσε κανείς να τους υποψιαστεί .την ημέρα κάθονταν στα καφενεία όπως όλος ο κόσμος έπιναν το καφεδάκι τους το ουζάκι τους το καλαμπούρι τους και συζητούσαν και το ζήτημα των κλεφτών και έλεγαν μάλιστα χωρίς ανθρώπινο ένστικτο ΄΄ καλά αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ανθρώπινη συνείδηση που παν και κλέβουν από έναν φτωχό το ψωμάκι του ΄΄ κάτι τέτοια έλεγαν για να μην τους υποψιαστούν . ο αρχηγός ήταν πολύ διαβασμένος με πολύ μυαλό γι αυτή τη δουλειά . αφού οι Γερμανοί κάθε βράδυ γύριζαν περιπολία έβγαιναν και οι δικοί μας χωροφύλακες και πως δεν μπόρεσε να τους πιάσει κανένας πήγαιναν στα σπίτια τα έκλεβαν τα φόρτωναν στη πλάτη και τα πήγαιναν στην αποθήκη του κλεπταποδόχου μα εκείνος την άλλη μέρα τα διοχέτευε στους πελάτες του που τον παρακαλούσαν να τους τα αγοράσουν . τη βραδιά όμως που βγηκαν από το γειτονικό μου σπίτι βγηκαν στο δρόμο της χρυσαυγής και έφτασαν μπροστά στο σημερινό ναό μεταμόρφωση του Σωτήρως τότε βέβαια δεν υπήρχε ναός ήταν μόνο μια τουλούμπα που έπαιρνε νερό η γειτονιά και όλη η Χρυσαυγή γιατί η Χρυσαυγή δεν είχε καλό νερό πόσιμο και κουβαλούσαν οι γυναίκες με τις στάμνες από τη τουλούμπα . κατά κακή σύμπτωση εκείνη την ώρα μια μετά τα μεσάνυχτα έβγαινε από την απέναντι γωνία την ανατολική πλευρά του Γκάλιου τον μπαξέ που είχε τότε ένα δρομάκι δίπλα στο χαντάκι που έτρεχε νερό και ήταν δημοτικό μέρος και αργότερα χτίστηκαν σπίτια όπως είναι σήμερα έβγαινε εκείνη την ώρα ο Βασίλης Γκάλιος με το κάρο φορτωμένο για να πάει στη λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης τα λαχανικά του . πως τα έφερε η κακία τύχη να ανταμωθούν ακριβώς στη τουλούμπα , φωτισμός δεν υπήρχε τίποτα τότε καθώς έπεσε πάνω τους σχεδόν τους γνώρισε όλους ήταν καμιά 10 άτομα και εκεί ακριβώς που ήταν ησυχία εκείνη την ώρα μια γριά από κοντινό σπίτι άκουσε μόνο του Βασίλη τη φωνή γιατί τη γνώριζε ήταν γείτονας της και τον άκουγε κάθε μέρα και τους λέει ΄΄ ποιον κάψατε πάλι απόψε ΄΄ και έφυγε με το κάρο για τη Θεσσαλονίκη . αυτά τα κτήνη εκείνη την ώρα δεν μίλησαν τίποτα ούτε να του αντιμιλήσουν ούτε να τον παρακαλέσουν να μη βγάλει βρώμα τσιμουδιά ποιος ξέρει τη εντολές είχαν από τον αρχηγό τους και τις εφάρμοζαν κατά γράμμα . αφού ξεκουράστηκαν φορτώθηκαν πάλι τα λάφυρα τους και συνέχισαν την πορεία τους στον προορισμό τους εκεί τους περίμενε ο κλεπταποδόχος και έκανε την παραλαβή των εμπορευμάτων υπό την αυστηρή επίβλεψη του αρχηγού .αφού έγινε η παράδοση και παραλαβή κάθισαν μετά να συνεδριάσουν για την υπόθεση του Βασίλη που τους είδε δεν άργησε να βγει η απόφαση ο αρχηγός ήταν σκληρό καρύδι και δεν σήκωνε τέτοια να τον κόψεις το δρόμο τους από τις επιχειρήσεις του και πρότεινε την απόφαση του που τη δέχτηκαν όλοι στη συμμορία και την άλλη μέρα να την εκτελέσουν .και έφυγαν για τα σπίτια τους σαν να μην έγινε τίποτα . ξημέρωσε η άλλη μέρα για τον Βασίλη στη λαχαναγορά .από εδώ και πέρα είναι ένα σκοτεινό κενό όλη μέρα ο Βασίλης δεν φάνηκε να ‘ρθει στο σπίτι του θειου του το μπαξέ που δούλευε . ο Χαράλαμπος Γκάλιος τον είχε ανιψιό και αφού έμεινε ορφανός από μάνα και πατέρα αυτός και η αδερφή του ,τους πήρε στο σπίτι και να δουλεύουν στο μπαξέ και να βγάλουν εκείνα τα δύσκολα χρονιά της κατοχής , έκανε μια μεγάλη πράξη ο θειος του Βασίλη για εκείνη την εποχή δουλειές δεν υπήρχαν πουθενά η πείνα θέριζε τον κόσμο που να πήγαιναν αυτά τα ορφανά παιδιά , και είχε και αυτός πέντε παιδιά δικά του αλλά τα αγκάλιασε και τα ορφανά σαν δικά του παιδιά και συνεχίζω την περιπέτεια του Βασίλη που δεν ηρθε στην ώρα του και ανησύχησε βέβαια ο θειος του που δεν ηρθε στην ώρα του γιατί συνήθως ερχόμασταν από τη λαχαναγορά στο Λαγκαδά 11 -12 σπάνια αν είχαμε καμιά δουλειά ερχόμασταν 1-2 ,που ήταν ο Βασίλης όλη τη μέρα κάθε ένας έλεγε ότι ήθελε άλλος ότι βοσκούσε το άλογο στα λαϊνιώτικα τα λιβάδια τότε που ήταν πολλά γύρω από το εργοστάσιο ΄΄ αγνό ΄΄. Και ο Βασίλης ηρθε αργά το βράδυ πήρε να νυχτώνει στο Λαγκαδά τον έφερε το άλογο ακυβέρνητο το άλογο ήξερε το δρόμο για το σπίτι όπως όλα τα άλογα μόνα τους να τα άφηνες το σπίτι το ήξεραν και πήγαιναν κατευθείαν στο στάβλο . όταν μπήκε στο Λαγκαδά και ήταν κοντά στο πρώτο δημοτικό σχολείο από κει ήταν ο δρόμος του για το σπίτι , το βλέπει ένας και νόμιζε ότι κοιμόταν επάνω στο κάρο γιατί πολλές φορές κοιμόμασταν από αϋπνίες αλλά όχι βέβαια μέσα στο Λαγκαδά αλλά είπε ίσως να τον έπιασε πολύ ο ύπνος , και τον φωνάζει ξύπνα στο Λαγκαδά είσαι τίποτα όμως απάντηση δεν πήρε προχωρούσε το άλογο πιο πέρα και εκείνη την ώρα είχε κόσμο στο δρόμο , φώναξαν και άλλοι αλλά ο Βασίλης δεν ξύπνησε αλλά βρέθηκε κάποιος πιο έξυπνος και το σταμάτησε το άλογο να τον ξυπνήσει και όταν είδε μέσα στο κάρο πλημμύρα από αίμα και άλλοι βέβαια πλησίασαν και είδαν το φρικτό θέαμα έμειναν άφωνοι, ήταν κοντά στο φαρμακείο του Λίγδα το μοναδικό που ήταν τότε αμέσως τον κατεβάζουν κάτω αιμόφυρτον όπως ήταν και τον πηγαίνουν μέσα στο φαρμακείο έξω δεν μπορούσαν να δουν το τραύμα του από πού αιμορραγούσε διότι ήταν σχεδόν σκοτεινά ,μέσα στο φως του φαρμακείου τι να δουν ο Βασίλης σφαγμένος σαν αρνί το φρικτότερο θέαμα και ήταν ακόμη ζωντανός φαίνεται λίγη ώρα θα είχε που τον έσφαξαν τα κτήνη και σήκωσε το χέρι του και έκανε με δυο δάχτυλα το νόημα δυο ήταν που τον έσφαξαν και ξεψύχησε . την άλλη μέρα έγινε η κηδεία του που τον έκλαψε όλος ο Λαγκαδάς ήταν 22 χρόνων παλικάρι και ήταν και καλό παιδί και ορφανό από γονείς. Έφυγε ο Βασίλης αλλά τα ερωτήματα πολλά ποιος τον έσφαξε και με τέτοιο βάρβαρο τρόπο ,δεν ήξερε με βεβαιότητα κανείς όλος ο κόσμος είχε την υποψία στη συμμορία αλλά δεν άφησαν καμιά απόδειξη η αστυνόμευση και η δικαιοσύνη ήταν ανύπαρκτες τότε και έτσι μείναμε με το ποιος έσφαξε τον Βασίλη . αλλά ο θεός το φανέρωσε το μυστικό του φονιά όταν μετά την κατοχή αρρώστησε βαριά και φώναξε έναν ιερέα να τον κοινωνήσει τότε εξομολογήθηκε το βάρος που είχε στη ψυχή του ότι εκείνος έσφαξε το Βασίλη το Γκάλιο με βοηθό του έναν συνεργό ήταν ο αρχηγός της σπείρας που τον καταδίκασε εκείνο το βράδυ . και ελάφρωσε η ψυχή του φονιά που εξομολογήθηκε και την άλλη μέρα ξεψύχησε .

ΧΡΗΣΤΟΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΑ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ ΤΟ 1940

Του κ. Χρήστου Φυλάκη

Θα σας γράψω μια ιστορία από τα καρναβάλια τις παλιάς εποχής ,διότι στο Λαγκαδά εκείνα τα χρόνια γίνονταν τα καλύτερα είχε πολλούς μερακλήδες και με τα απλά και φτωχικά μέσα παρουσίαζαν ένα θέαμα ευχάριστο και κωμικό και γελούσε ο κόσμος που τους έβλεπε . Απ’ όλα τα καρναβάλια της παλιάς εποχής τα καλύτερα ήταν του 1940 .Αποκριές και καθαρά Δευτέρα ,εκείνα τα καρναβάλια έγιναν με πολύ επίσημο ανταγωνιστικό τρόπο …..Δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω με τις λίγες γνώσεις που έχω σαν τύπου φεστιβάλ ,όπως κάνουν τώρα τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις .Αυτό ξεκίνησε από την Θεσσαλονίκη ,όπου ο τότε δήμαρχος ήθελε να δώσει χαρά στον κόσμο με διάφορες χαρούμενες εκδηλώσεις, γιατί αρχίσαμε να αισθανόμαστε τη σκιά του πολέμου και ο κόσμος ήταν σοκαρισμένος απ’την ημέρα που μπήκαν οι Ιταλοί στην Αλβανία .Το καταλαβαίναμε τι μας περίμενε και ανακοίνωσε ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης πως θα δώσει ένα χρηματικό βραβείο σε όποιο συγκρότημα θα παρουσίαζε το καλύτερο κωμικό σκετς ….Το’ μαθε και ο δικός μας δήμαρχος Ιωάννης Παντίρης και ανακοίνωσε και αυτός ότι θα δώσει ένα δώρο στο καλύτερο συγκρότημα …..και κάνω μια παρένθεση για να σας δώσω να καταλάβετε το πώς ήταν όλα διαφορετικά πολύ από το σήμερα ….περιορίζονταν ο κόσμος στον τόπο που ζούσε ,από εκεί τα περίμενε όλα και την ψυχαγωγία του ακόμα …..δεν γίνονταν διαφορετικά ,ούτε στη Θεσσαλονίκη που ήταν κοντά δεν μπορούσε να πάει ο καθένας. Στη Θεσσαλονίκη έκαναν το καρναβάλι στο σειχ-σου ή στο Κρυονέρι της άνω Τούμπας που είχε ένα δασάκι .Ο περισσότερος κόσμος τότε είχε φτώχια δεν του περίσσευαν για τέτοιες ψυχαγωγίες ,όπως είναι σήμερα που παίρνει το αυτοκινητάκι του και τραβάει οπού τον γουστάρει και οπου θα βρει το καλύτερο .Τότε περιορίζονταν στον τόπο του ότι θα δει και ευτυχώς είχε πολλούς μερακλήδες τότε και γίνονταν καρναβάλια, κατασκεύαζαν και τα απαραίτητα άρματα με απλά και φτωχά υλικά . Και μια και βγήκε αυτή η είδηση ότι θα δώσει ο δήμαρχος βραβείο , άρχισαν οι προετοιμασίες από το τριώδιο και μετά με πολύ μυστικότητα στις παρέες , ξέραμε ποιοι είναι οι μερακλήδες από άλλα χρόνια , αλλά δεν ξέραμε τι θα παρουσιάσουν γιατί όλοι δούλευαν με απόλυτη μυστικότητα . Έτσι και ‘μείς το αποφασίσαμε ήμασταν παρέα έξι άτομα . Καθίσαμε ένα βράδυ σ’ένα σπίτι για να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε και πως θα το κάνουμε …..προτάσεις και γνώμες έπεσαν πολλές, αλλά θα πούμε αυτή που εγκρίθηκε ,δηλ. να κάνουμε ένα κινητό χειρουργείο και υπό τύπον διαφήμισης , να κάνουμε μια χειρουργική επέμβαση σ’ένα παιδί που είχε σκωληκοειδίτιδα, που τότε άρχισε να εφαρμόζεται ,λίγα χρόνια πιο μπροστά, αλλά ο κόσμος δεν ήξερε τι ήταν αυτός ο σκωληκοειδίτις ,νόμιζαν ότι είχε σκουλήκια μες’τον άνθρωπο ,και ‘μείς θα θέλαμε να παρουσιάσουμε την εγχείρηση σε ανοιχτό χώρο στην πλατεία να δει ο κόσμος να μην φοβάται να πάει να εγχειριστεί .Κάπως ενημερωτικό το αντικείμενο τις υπόθεσης , γιατί τα παλιά χρόνια πολλοί άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους από το σκωληκοειδίτι, τους έπιανε πόνος πολύς κι αυτοί νόμιζαν ότι ήταν κρυολόγημα και του έβαζαν κομπρέσες ζεστές και καταλαβαίνεις, το ζεστό χειροτέρευε τον πόνο και η κατάληξη ήταν να γίνει περιτονίτιδα και μολύνονταν όλος ο οργανισμός και τελείωνε …. Και αφού αποφασίσαμε να κάνουμε το κινητό χειρουργείο έπρεπε να σκεφτούμε που θα το εγκαταστήσουμε και εφόσον ήταν κινητό, σε κινητή εγκατάσταση έπρεπε να το εγκαταστήσουμε και βγάλαμε την απόφαση να βρούμε ένα κάρο μικρό και χαμηλό για να βλέπει ο κόσμος . Κάρο βρήκαμε από ένα μανάβη ,που γύριζε στις γειτονιές και πουλούσε τα λαχανικά του, ένα μικρό καρότσι ζεμένο μ’ένα γαϊδουράκι ..ήταν ότι έπρεπε για ‘μας. Ήταν όμως πολύ ζόρικος και δεν μας το έδινε ..αλλά του πληρώσαμε καλά το μεροκάματο του γαϊδουριού και λύγισε και μας το έδωσε …του δώσαμε δυο τσουβάλια άχυρο και είκοσι οκάδες γιαρμά να τρώει το γαϊδουράκι του ένα μήνα ..και αυτόν ένα πενηνταράκι ούζο με μεζέ και έμεινε πολύ ευχαριστημένος . Μας το έδωσε την καθαρά Δευτέρα, το πήραμε απ’το σπίτι του, το πήγαμε σ’ένα δικό μας σπίτι και εκεί ετοιμάσαμε ότι χρειαζόταν, τα απαραίτητα μηχανήματα του χειρουργείου, και τέλος ήρθε η ώρα να μοιράσουμε στον καθέναν τους ρόλους που θα έπαιζε στο πόστο του και αρχίσαμε να μοιράζουμε τους ρόλους ανάλογα τον χαρακτήρα του καθενός, αν μπορούσε να κρατήσει υποκριτική .Τον ξάδερφο μου Ιωακήμ Φυλάκη τον ξαπλώνουμε να τον χειρουργήσουμε ήταν μικρότερος από μας , τον Κώστα τον Κούκο να τραβάει το γαϊδουράκι γιατί δεν βαστούσε από τα γέλια και τον είπαμε ο κόσμος να γελά όχι εσύ . Τι να κάνουμε του βάλαμε ένα τουλπάνι μαύρο στο πρόσωπο του και αν γελούσε δεν φαίνονταν . Τον Κώστα τον Περηφάντσο, για διαφημιστή να φωνάζει στο κόσμο να ‘ρθει να παρακολουθήσει το μεγάλο επίτευγμα της χειρουργικής . Μεγάλο ταλέντο Κώστας τα έλεγε τόσο σοβαρά που δεν γελούσε καθόλου , νομίζω πως και ο ίδιος τα πίστευε , αυτά που έλεγε . Και τον Σταύρο Σταυρούση για πιο σοβαρό καθηγητή χειρουργικής ,και εγώ με τον Χαρίλαο Καμπέρη ως απλοί χειρούργοι βοηθοί του καθηγητού, οι τρεις γιατροί ντυμένοι με άσπρες μπλούζες γιατρών πεντακάθαρες σωστοί γιατροί χειρούργοι , ξεκινήσαμε από το 1ο δημοτικό σχολείο και ερχόμασταν στη πλατεία .Ο Κώστας Κούκος τραβούσε το γαϊδουράκι , ο άλλος Κώστας ,.καλούσε τον κόσμο να ‘ρθουν στη πλατεία να δουν το μεγάλο γεγονός . Πράγματι με τις φωνάρες του Κώστα όλοι γύριζαν στη πλατεία. Όταν φτάσαμε στην πλατεία, ακριβώς στη κολώνα τότε που είχε τα τρία φώτα και μια τουλούμπα κάτω που έπαιρναν τα καφενεία νερό , τώρα δεν υπάρχει κανένα ίχνος ούτε σημάδι, να σας δώσω να καταλάβετε γιατί αλλάξανε όλα , σταματήσαμε εκεί. Χαμός έγινε ,μας σκέπασε ο κόσμος, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τη δουλειά μας , κατορθώσαμε λίγο να ανοίξουμε το χειρουργείο που είχε κουρτίνες και δεν φαινόταν , και άρχισε να φωνάζει στον κόσμο διαφημιστής μας , να σεβαστούν τον άρρωστο και να κάνουν λίγο ησυχία και να μην πέφτουν επάνω μας ,γιατί πρέπει να αρχίσει η εγχείρηση διότι είναι επείγον περιστατικό , ανοίγουμε τις κουρτίνες του χειρουργείου που δεν φαινόταν ο ασθενής και βλέπουν έναν νεαρό ξαπλωμένο κατακίτρινο χλωμό ( αφού τον είχαμε βάψει με κίτρινη μπογιά ). Τον βλέπετε κύριοι τώρα φωνάζει ο καθηγητής ,είναι ετοιμοθάνατο το παιδί αλλά εμείς θα τον σώσουμε σε λίγο. Και θ’ αρχίσουμε την εγχείρηση αλλά θα κλείσουμε λίγο τις κουρτίνα γιατί μερικοί είναι λίγο ευαίσθητοι και μην λιποθυμήσει κανένας και θα έχουμε και αλλά περιστατικά και δεν χωρά διακοπή στην επέμβαση . Τραβώντας τη κουρτίνα πέντε λεπτά , σκουπίσαμε το πρόσωπο του ασθενούς που ήταν μια απλή ώχρα σκόνη και γίνεται η εγχείρηση σχίζοντας μια φούσκα που είχαμε λίγη λιωμένη σάλτσα και ένα γριβαδάκι μικρό δίπλα που αντικαταστούσε το σκωληκοειδίτι , παίρνει στα χέρια του το ψάρι ο καθηγητής και φωνάζει, κοιτάξτε κύριοι το θηρίο που θα ‘τρωγε τον άνθρωπο, αλλά τώρα θα το φάμε εμείς το βράδυ και άνοιξε η κουρτίνα και είδαν των άρρωστο στο ωραίο του το χρώμα και τα αίματα στη κοιλιά του , και έγινε χαμός χειροκροτήματα φωνές και να πέφτει ο κόσμος επάνω μας να δει τον εγχειρισμένο που γελούσε και ο ίδιος στο χειρουργικό κρεβάτι. Χαμός γινόταν γέλια ,φωνές, με μεγάλη δυσκολία μπορέσαμε να μετακινηθούμε από το σημείο που δώσαμε την παράσταση και μας σκέπασε ο κόσμος και μαζί και το γαϊδουράκι μας .Πως να προχωρήσουμε να φύγουμε ο οδηγός του μάταια φώναζε να του ανοίξουν λίγο δρόμο να τραβήξει το γαϊδουράκι του .Με μεγάλη δυσκολία μετακινηθήκαμε από την πλατεία που δώσαμε την παράσταση ,και μπήκαμε στην οδό λουτρών , και εκεί κόσμος, χειροκροτήματα, ώσπου στρίψαμε σ’ένα δρόμο να πάμε από εκεί που ξεκινήσαμε και φτάσαμε στο σπίτι , ξεντυθήκαμε τα ρούχα του χειρουργείου πλυθήκαμε για να επιστρέψουμε στην πλατεία .Χαρούμενοι και αισιόδοξοι ότι την πρωτιά την είχαμε πάρει οπωσδήποτε , βλέποντας τον κόσμο με τόση χαρά και χειροκροτήματα μας αγκάλιασε ήμασταν σίγουροι ότι θα πάρουμε το βραβείο. Και ξεκινήσαμε να πάμε στην πλατεία να δούμε τα υπόλοιπα καρναβάλια τι θα παρουσιάσουν και να τα συγκρίνουμε με το δικό μας συγκρότημα .Όταν γυρίσαμε στην πλατεία είχε περάσει ένα συγκρότημα με κανταδόρους και μπροστά ένας κλόουν ντυμένος με στολή διαβόλου, μαύρη μονοκόμματη φόρμα, μόνο τα μάτια του φαίνονταν και είχε δυο κερατάκια επάνω στο κεφάλι του και μια ουρά στον πισινό του , και ήταν τόσο ευέλικτος που έκανε κάτι νούμερα στο δρόμο και ξεκαρδιζόταν ο κόσμος με τις κωμικές του φιγούρες .Και η άλλη κομπανία από πίσω τροβαδούροι ,τραγουδούσαν παλιές ωραίες καντάδες με συνοδεία μια κιθάρας που έπαιζε ο ένας . Αυτήν την παράσταση η παρέα την έκαναν κάθε χρόνο , ήταν γνωστοί και τους ξέραμε ήταν ο αξέχαστος κλόουν που έτρεχαν τα παιδιά να τον δούνε και να γελάσουνε ο Γιώργος Κόκοτας ,ήταν πάρα πολύ πετυχημένος στο ρόλο που έκανε , τον άλλο που θυμάμαι που τους διοργάνωνε ήταν ο Κωτσόπουλος που είχε τότε το εστιατόριο τώρα που είναι η ταβέρνα ΄΄ Γράδο ΄΄ ήταν όλοι η παρέα αυτή , καμιά δεκαριά και όταν γλεντούσαν τους χαιρόσουν με τα ωραία τραγούδια τους. Πέρασαν και αυτοί από την πασαρέλα της πλατείας με πολλά χειροκροτήματα ,και μετά έρχεται ένα συγκρότημα μουσικής με μαντολίνα ,ωραίοι και αυτοί με μαντολίνα και μια μαντόλα να τραγουδούν τραγούδια από τα Επτάνησα πάρα πολύ ωραία . Αρχηγός και μαέστρος ο περιπτεράς Νίκος Δεμερτζής, οι αδελφοί Μακρή, ο Κώστας Μπαλάρης και ο μοναδικός μαντολίστας Δημοσθένης Κουλαξίδης ήταν και άλλοι στην παρέα δεν τους θυμάμαι .Πάρα πολύ ωραίο συγκρότημα χαρούμενο ,πέρασε και αυτό από την πασαρέλα της πλατείας με πολλά χειροκροτήματα και πέρασαν και πολλά μεμονωμένα καρναβάλια, ανοργάνωτα ο καθένας όπως ήθελε να ντύσει τον εαυτό του. Πολύς κόσμος γινόταν καρναβάλια εκείνα τα χρόνια ,την κάθε γιορτή ήθελαν να τη χαρούν ,δεν είναι όπως σήμερα κάθε μέρα το γιορτάζουν ταβέρνες κέντρα διασκεδάσεων, τότε μόνο τις μεγάλες γιορτές διασκέδαζαν πολύ ,λόγω του οικονομικού . Και αφού πέρασαν και τα μεμονωμένα καρναβάλια μετά ακούμε από πάνω από του Γεωργιάδη τον μύλο να έρχεται προς τη πλατεία ένα γκρουπ με κόσμο που συνόδευαν ένα άρμα .Όταν ήρθαν στην πλατεία καταλάβαμε τους ανταγωνιστές μας .Ήταν οι αδερφοί Νικολή, Αντώνης και Θανάσης. Σταμάτησαν και αυτοί στο ίδιο σημείο που δίνονταν η παράσταση ,και βγαίνει από το άρμα πρώτος ο Θανάσης και μετά ο αδερφός του ο Αντώνης . Το άρμα που σας λέω μην πάει το μυαλό σας στα πολυτελέστατα άρματα που κάνουν τώρα τα καρναβάλια της Πάτρας και της Ξάνθης που έχουν μεγάλο κοστολόγιο .Ήταν μια πλατφόρμα από ένα κάρο μακρύ χωρίς παραπέτα , τέτοια είχαν οι Εβραίοι στη Θεσσαλονίκη που έκαναν μεταφορές από το λιμάνι εμπορεύματα και τα πήγαιναν στα λαδάδικα που ήταν όλο το χονδρεμπόριο της Θεσσαλονίκης. Δεν ξέρω που το βρήκαν γιατί στο Λαγκαδά δεν είχαμε τέτοια .Το έβαλαν πασσάλους κολωνάκια γύρω γύρω και το σκέπασαν με κουρελούδες που είχε τότε πάρα πολλές και τσουβάλια το καμουφλάρισαν καλά για να κρύβουν το καλλιτεχνικό τους πρόγραμμα .Και ανέβηκε πρώτος στην εξέδρα που άφησαν λίγο μέρος ,στο πίσω μέρος του άρματος, διότι μπροστά ήταν ζεμένο το άλογο ,πως θα μετακινούνταν δεν είχε τρακτέρ τότε, όλα με τα ζώα μετακινούνταν. Ο Θανάσης ήταν ντυμένος με μια αθλητική φόρμα και ένα καπελάκι και δίπλα του ο αδελφός του ο Αντώνης βοηθός του και με το θαρραλέο χιούμορ ο Θανάσης άρχισε να διαφημίζει το μεγάλο γεγονός που θα παρουσίαζε .Και αναφωνεί ΄΄ κυρίες και κύριοι ΄΄ , κυρίες και κύριοι αυτό το θέαμα που θα δείτε είστε πολύ τυχεροί , εγώ κατόρθωσα να μεσολαβήσω να παρακαλέσω να περάσει από το Λαγκαδά να τα δούμε ,διότι τέτοια διάσημα βλαστάρια που παράγει ο τόπος μας πρέπει να ήμαστε περήφανοι που θα μας εκπροσωπήσουν παντού και θα μας κάνουν περήφανους με τη δύναμη τους με τη δεξιοτεχνία τους , που τους έχει χαρίσει ο θεός .Και έφερε το κόσμο σε τέτοια αγωνία να περιμένει να δει , και λέει με πολύ σοβαρό ύφος, μόνο θέλω λίγη ησυχία να υποδεχτούμε το μεγάλο γεγονός .Και τώρα κυρίες και κύριοι ένα χειροκρότημα στην εθνική Ελλάδος του ποδοσφαίρου . Και ανοίγει την κουρτίνα της εξόδου και βγαίνει πρώτος ο τερματοφύλακας με τη μπάλα στα χέρια με κοντό παντελονάκι άσπρο και μπλε φανελίτσα . Ήταν ο μπάρμπα Γιώργης Καρπούζης ,μετά βγαίνουν οι οπισθοφυλακές αδερφοί Ράμτσιου Νικόλας και Γιάννης ο Τάκης Κύρου στη μεσαία γραμμή και ο Γιώργης ο Κανάκης με τον μπάρμπα Νικόλα Τανάσκου, κουτσοί και οι δυο για … να τρέχουν πολύ .Και αρχίζει ο Θανάσης που ήταν και προπονητής της ομάδας να διαφημίζει το ταλέντο του καθενός στη θέση που έπαιζε , ο κόσμος έπεσε κάτω από τα γέλια ,τι να σου πω, ήταν ένα θέαμα να τους βλέπεις με κοντά παντελονάκια τους δυο κουτσούς με το μπαστούνι να μην μπορείς να κρατηθείς από τα γέλια και να τα λέει τόσο σοβαρά ο προπονητής Θανάσης για τον καθέναν τι ταλέντο είχε .Και λέει για τον τερματοφύλακα τον μπάρμπα Γιώργη Καρπούζη , που ήταν ψαράς στη λίμνη Λαγκαδά , αυτό το παιδί όταν δεν έχει αγώνα πρωταθλήματος ή προπόνηση πάει και ψαρεύει στη λίμνη . Στη βάρκα επάνω που είναι άμα δει κανένα ψαράκι στη λίμνη βουτάει στα νερά και το πιάνει , όχι τη μπάλα που είναι μεγάλη θα αφήσει από την εστία του ; Για τον καθένα ποδοσφαιριστή είπε τα χαρίσματα του , για τους δυο κουτσούς εξτρεμ είπε : οι δυο ακραίοι κυνηγοί είναι άπιαστοι άμα δεν μπορούν να φτάσουν τη μπάλα ρίχνουν το μπαστούνι τους και την αποκρούουν και άλλες πολλές διαφημίσεις , τους επαίνεσε τους ποδοσφαιριστές του . Το τι έγινε στον κόσμο, το γέλιο που έριξε με τα λόγια του ταλαντούχου προπονητή Θανάση και να βλέπεις και τους ποδοσφαιριστές του με τα κοντά παντελονάκια στα τρυφερά ποδαράκια τους που μόνο που τους έβλεπες δεν μπορούσες να κρατηθείς από τα γέλια . Που τους βρήκε τόσους ηλικιωμένους δεν ξέρω και τους έβαλε στο ρόλο τους ΄. Τελείωσε και αυτή η παράσταση του συγκροτήματος που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις . Βράδιασε η μέρα κόσμος χιλιάδες στη πλατεία και στους γύρω δρόμους διότι ερχόντουσαν τότε όλα τα χωριά στο Λαγκαδά, γιατί ήξεραν που είχε καλά καρναβάλια , τα καφενεία , ταβέρνες , ζαχαροπλαστεία τα πάντα γεμάτα ,μια ατμόσφαιρα χαράς παρουσίαζε ο Λαγκαδάς, δεν μπορώ να περιγράψω τόση ζωντάνια χαράς ,να ρίχνουν κομφετί ,σερπαντίνες, γέλια τραγούδια, ήτανε από τις ομορφότερες μέρες του χρόνου . Σ’ εκείνον τον πανζουρλισμό της χαράς του κόσμου ,κατά τις 8 η ώρα το βράδυ νάτος πάλι ο δαιμόνιος Θανάσης Νικολής , έρχεται στη πλατεία, μόνος του τώρα με ένα καρότσι μωρουδίστικο, από εκείνα τα παλιά τα βαθιά , και ντυμένος σε γυναίκα χήρα μεσ’ τα μαύρα και μια μαντίλα μαύρη που δεν φαινόταν το πρόσωπο του και μέσα στο καρότσι έχει βαλμένο ένα μωρό ,έναν φίλο του που ήταν μικροκαμωμένος, τον είχε και στην ποδοσφαιρική ομάδα, τον έχωσε μέσα στο καρότσι, του έβαλε ένα σκουφάκι, μια σαλιάρα και ένα φουστανάκι και μπιμπερό να θηλάζει γάλα από το μπουκαλάκι ,αλλά το γαλατάκι ήταν τσίπουρο αρίστης ποιότητας και με λίγο νεράκι άσπριζε σαν γάλα που δεν το ξεχώριζες ,όλα τα είχε μελετημένα ο ταλαντούχος Θανάσης .Καμιά φορά έβγαζε τη ρόγα από το στοματάκι του και έκλεγε και φαινόταν τα δοντάκια του είχε 3-4 δόντια μαύρα ,μόνο στο κάτω σαγόνι και δήθεν έκλεγε . Και λέει η χήρα : βγάζει τα δοντάκια του τώρα γι’ αυτό κλαίει τι να το κάνω τώρα …Δεν μπορούσες να καταλάβεις αν μιλούσε άντρας ,τέτοιο φαινόμενο ήταν ο Θανάσης και να μυξοκλαίει η δήθεν χήρα και να λέει με άφησε χήρα μ΄ένα μωρό ,πώς να το θρέψω τώρα αυτό το παιδί . Βγήκα να δω και ‘γω τα καρναβάλια άνθρωπος είμαι και ΄γω… Στο μαχαλά όλες κουτούρντισαν, έκλεισαν τα σπίτια τους και ήρθαν να διούν τα καρναβάλια και ‘γω τι να κάνω μοναχιά στο μαχαλά ,ψυχούδα έχω και ‘γω και ήρθα να δω , πήρα και αυτό το σκασμένο που όλο κλαίει και δεν έχω και κανένα φράγκο να του πάρω καμιά τσικουλάτα . Και γάλα θα θέλ’ για του βραδ’ και μυξοκλαίει κάτω από τη μαύρη μαντίλα . Και εκεί που τα’λεγε αυτά ο δαιμόνιος Θανάσης άρχισαν να πέφτουν μέσα στο καρότσι σοκολάτες και δραχμούλες .Στη στάση αυτή που είχε κάνει η χήρα με το μωρό της ήταν μπροστά στο ζαχαροπλαστείο του Κώστα Παπαγεωργίου δεξιά και αριστερά το περίπτερο του Στρατή Βαφειάδη . Πονηρός ο Θανάσης να παίρνουν σοκολάτες και από ‘δω και από ‘κει ο κόσμος και να ρίχνουν στο καρότσι του μωρού και δραχμούλες για να του πάρει λίγο γαλατάκι για το βράδυ να φάει . Γέλια ο κόσμος με την ταλαίπωρη χήρα και να τη βοηθάει με τον τρόπο του ο καθένας άλλος σοκολάτες άλλος χρήματα . Όταν είδε ο πανέξυπνος Θανάσης ότι σταμάτησαν να ρίχνουν στο καρότσι έδωσε σύνθημα στο μωρό και άρχισε να κλαίει πάλι , γιατί έπρεπε να φύγουν ο χρόνος ήταν μετρημένος από το σπίτι που έφυγαν διότι το μωρό είχε τα χρονάκια του και πιάστηκε μέσα στο καρότσι Τι να σας πω τέτοιο πετυχημένο σκέτς δεν έχω δει .Ταλαντούχος ο Θανάσης που έκανε την κακομοίρα χήρα αλλά και το μωρό ήταν ειδικά φτιαγμένο από τη φύση μικροκαμωμένο . Ο Τάκης τότε ήταν 30 ετών πως έκανε υπομονή τόσες ώρες δεν πιάστηκε μέσα στο καρότσι του μωρού . Ταλαντούχος και ο Τάκης Κύρου ταίριαζαν με το Θανάση είχαν πολύ πλάκα μεταξύ τους. Και το μωρό συνέχεια έκλεγε και μετά λέει η χήρα άιντε τώρα να φύγουμε σιγά σιγά ,θέλει να κοιμηθεί του σκασμένου γιατί έφαγε πολλές τσικουλάτες και ηρθε η ώρα , γιατί είχε πάει κοντά 10 η ώρα και τα μωρά κοιμούνται εκείνη την ώρα . Και ευχαρίστησε τον κόσμο να ‘στε καλά ,τα χίλια καλά να σας δειν ο Θεός που με βοηθ’σατε να του πάρω γαλατούδ και τσικουλάτες θα τρωει του παιδούδιμ καμιά βδουμάδα και κλαίγοντας έφευγε μονολογώντας αλλά να ακούει ο κόσμος .. Έχασα και τον άντρα μ τον Ποστόλ άμ κι ‘κεινους αχαϊριφτους ήταν . Κάθε βράδυ ( κιόρ κιτούκ ) έρχονταν στο σπίτ, αν έβγαζε κάνα φράγκο από το γιαλό, ίσια στου καφενέ πήγαινε και τα ήπνι και έρχονταν στο σπίτ χωρίς φράγκο . Και τον έλεγα πάλι βρε Ποστόλ μέθσης τι θα γείν αυτό χάλ μι σένα ; μας δεν μας σκέφτεσαι καθόλου ; Κι μ’ έλεγε τι να κάνω βρε γυναίκα είμαν πολύ στεναχωρημένος . Γιατί μπρε Ποστόλ ήσαν στεναχωρημένος τόσο πολύ, πέμι και ‘μενα τουν πόνους . Να δεν είχαν καλές τιμές τα ψάρια αυτή τη βδομάδα και ήπια λίγο παραπάν να ξεσκάσω . Το άλλο Σάββατο έρχονταν πάλι μεθυσμένος ο Απόστολος και τον έλεγε η δόλια πάλι δεν πήγαν καλά τα ψάρια Ποστόλ αυτή τη βδουμάδα ; Α γυναίκα αυτή τ’ βδουμάδα πολύ καλά πήγαν ,πήραμε καλά ( κουσιάρια ) χρήματα . Ε γιατί μέθσης πάλι ; και απαντούσε χαρούμενος ο Ποστόλς απ’ τη χαρ’μ΄ βρε γυναίκα . Και αυτό γινόταν κάθε Σάββατο που έρχονταν ο Απόστολος από το γιαλό , το ένα Σάββατο στεναχωρημένος το άλλο χαρούμενος , με αυτές τις δικαιολογίες ήταν πάντα μεθυσμένος , κι ας περίμενε η δόλια η γυναίκα του να της δώσει χρήματα για τα έξοδα του σπιτιού ότι περίσσευε από πιοτό της έδινε . Πήγαινε η δόλια στο μύλο του Γεωργιάδη με τον τουρβά να πάρει λίγο αλεύρι να κάνει λίγο ψωμί με ελάχιστα χρήματα πάντοτε έγραφε ο καλός μπάρμπα Θόδωρος τη λυπόταν .Αυτά μονολογούσε η χήρα και έφευγε για το σπίτι με το μωρό . Και μας σάρωσε όλους ο ταλαντούχος Θανάσης και πήρε το βραβείο και δραχμουλες στο καρότσι και γλέντησαν όλη νύχτα η παρέα του , η ποδοσφαιρική . Του άξιζε του μακαρίτη είχε ταλέντο. Εγώ τον αγαπούσα πάρα πολύ μέχρι τελευταία που έφυγε …Όμως αυτά τώρα ανήκουν στο παρελθόν, στην ιστορία του Λαγκαδά. Ας ευχηθούμε οι νεότεροι να κάνουν καλύτερα πράγματα και να δίνουν πάντα χαρά στον κόσμο.

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

Η ΛΙΜΝΗ ΤΟΥ ΛΑΓΚΑΔΑ

Του κ. Χρήστου Φυλάκη

 

Δεν μπορώ να μη σας γράψω λίγα λόγια απ΄ ότι θυμάμαι από τη λίμνη μας, το γιαλό όπως τον έλεγαν οι παλιοί λαγκαδιανοί. Έχω αναμνήσεις από 80 χρόνια παλιότερα από την εποχή που πήγαινα στο δημοτικό σχολείο, γύρω στα 1930 ,τότε που η λίμνη μας ήταν στις μεγάλες της δόξες, τότε που ήταν το στολίδι του κάμπου της Μυγδονίας και που το νερό της έφτανε κοντά στα κτήματα του Πόνη. Είχε καλάμια στην άκρη της λίμνης και χρειαζόταν 500 μέτρα και περισσότερο για να φτάσεις στο καθαρό νερό. Από την άκρη μέσα στα καλάμια κυκλοφορούσαν οι πλάβες δηλαδή βάρκες που δεν είχαν μυτερά σκαριά από κάτω ,γιατί τα νερά ήταν ρηχά. Οι καλύβες που έμεναν οι ψαράδες ήταν μέσα στα καλάμια , φτιαγμένες πάνω σε πασσάλους μέσα στο νερό, και να είναι πιο ασφαλείς οι παλιοί ψαράδες και από τα άγρια ζώα που είχε πολλά τότε , αλλά και από κλέφτες και λογίς –λογίς κακοποιούς. Αυτοί οι καλαμιώνες ήταν πραγματικός θησαυρός γιατί ήταν πραγματική προστασία για ανθρώπους , για ζώα που έβρισκαν καταφύγιο, για εκατομμύρια πουλιά που έβρισκαν τροφή και ησυχία από ανθρώπους και αγρίμια. Μόλις νύχτωνε και έπεφτε το βράδι χώνονταν μέσα στα καλάμια χιλιάδες πάπιες ,χήνες, αμέτρητες μπεκάτσες και κοτσύφια και χιλιάδες άλλα μικρά πουλιά.

Οι άνθρωποι είχαν επίσης ένα καλό εισόδημα από τα καλάμια, γιατί πολλοί ήταν αυτοί που την άνοιξη πήγαιναν τα έκοβαν ,τα έκαναν δεμάτια και οι αγωγιάτες τα μετέφεραν στο Λαγκαδά .Εκεί στα συνεργεία των εργοδοτών δούλευαν αρκετοί εργάτες και έπλεκαν καλαμωτές που ήταν απαραίτητες για τις οικοδομικές εργασίες , μια και τότε όλες οι κατασκευές στις στέγες και στα χωρίσματα των δωματίων γινόταν από καλαμωτές. Από αυτά τα καλάμια λοιπόν της λίμνης ζούσαν αρκετές οικογένειες τα καλοκαίρια .Το χειμώνα είχε απασχόληση και δουλειά και για τους κυνηγούς γιατί όπως είπαμε είχε πολλά πουλιά και άγρια ζώα ακόμα και λαγούς και αλεπούδες .Δεν ήταν ερασιτέχνες κυνηγοί αλλά επαγγελματίες οι οποίοι πωλούσαν τα κυνήγια τους για να οικονομήσουν τα προς το ζην.

Τώρα ας έρθουμε στο κυριότερο επάγγελμα της λίμνης τους ψαράδες .Το κυριότερο και πιο βασικό επάγγελμα των Λαγκαδιανών ήταν το ψάρεμα .Αυτό θεωρούνταν το πιο σίγουρο και πιο αποδοτικό επάγγελμα της εποχής εκείνης και αυτό αποδείχτηκε όταν τι 1930 έγινε διανομή κλήρων στις οικογένειες του Λαγκαδά, οι ψαράδες δεν έδειξαν ενδιαφέρον για τη γη ,παρόλο που ο κλήρος ήταν 33 στρέμματα για τετραμελή οικογένεια. Στους ψαράδες έδωσαν μόνο από 5 στρέμματα σε χωράφια τέταρτης κατηγορίας, γιατί το επάγγελμα του ψαρά θεωρούνταν καλό και προσοδοφόρο. Είναι αλήθεια ότι τότε είχε πολλά ψάρια, γριβάδια, τούρνες, γκοτζάρια φημισμένα ,τσιρόνια, σίρκες, περκιά, γουλιανούς, χέλια και πάρα πολλά λιστιά. Και ο κόσμος τότε λόγω και της φτώχειας έτρωγε πολλά ψάρια γιατί ήταν και το πιο φθηνό φαγητό. Άλλωστε εδώ εφευρέθηκε και η τσιρονόπιτα. Βέβαια αυτά που λέμε δεν ίσχυαν μόνο για τους Λαγκαδιανούς αλλά και για τους κατοίκους των γύρω χωριών που συνόρευαν με τη λίμνη. Είχε πολλούς ψαράδες λοιπόν τότε γιατί οι άνθρωποι είχαν δουλειά για όλο το χρόνο , εκτός από τις 40 μέρες της απαγόρευσης που ήταν περίοδος αναπαραγωγής των ψαριών.Τότε κάναν για λίγο τους γεωργούς και δούλευαν περιστασιακά στα χωράφια.Με λίγα λόγια η λίμνη μας εκτός από την ομορφιά της , ήταν και ένας μεγάλος εργοδότης που έδινε δουλειά σε χιλιάδες ανθρώπους.Το 1941 με τη μεγάλη πείνα η λίμνη αποδείχθηκε μεγάλη μάνα για την περιοχή , γιατί έθρεψε τους ανθρώπους και έπαιξε σπουδαίο ρόλο τα δύσκολα χρόνια. Λες και από θαύμα εκείνη τη χρονιά είχε πάρα πολλά ψάρια που έφταναν να θρέψουν και τους ντόπιους αλλά και τους Γερμανούς που είχαν επιτάξει τη δουλειά των ψαράδων για να ταΐζουν το στρατό τους. Το χειμώνα είχε παγώσει η λίμνη και πήγαινε ο κόσμος έσπαγε τον πάγο και έβγαζε ψάρια. Πήγα και εγώ με τους φίλους μου ,πήραμε βαριοπούλες, σκαρπέλα, σπάναμε τον πάγο και βγάζαμε ψάρια .Πάγος 10-15 πόντους πάχος, περπατούσαμε πάνω του,και το κυριότερο κρατούσε τη στάθμη του νερού.Όλος ο κάμπος του Λαγκαδά είχε ευεργετηθεί από τη λίμνη γιατί έκανε έφορο το χώμα λόγω της υγρασίας του και χωρίς πότισμα έκαναν μεγάλες σοδειές ,ντομάτες ,μελιτζάνες, καρπούζια ,πεπόνια, καλαμπόκια, τροφοδοτούσαν ολάκερη τη Θεσσαλονίκη με τα καλύτερα και νοστιμότερα λαχανικά .Αργότερα ήρθε και ο σύλλογος κωπηλασίας

Και γινόταν προπονήσεις και αγώνες πρωταθλήματος . ΄Υστερα ιδρύθηκε και ο κωπηλατικός σύλλογος Λαγκαδά και πήγαιναν και τα δικά μας παιδιά και γυμνάζονταν . ΄Εκαναν και κτηριακές εγκαταστάσεις ,έγινε και ασφαλτόστρωση μέχρι την παραλία της λίμνης και ήταν όνειρο να πηγαίνεις βόλτα είτε με το αυτοκίνητο είτε με το ποδήλατο για να θαυμάσεις την ομορφιά της φύσης. Εκεί μαζευόμασταν τα Θεοφάνεια όπου ο δεσπότης έριχνε το σταυρό να αγιαστούν τα νερά και βουτούσαν μάλιστα και κολυμβητές. Όλα αυτά πριν από 15 χρόνια. Τώρα έσβησαν σαν ένα όνειρο. Τελευταία που πήγα και είδα την κατάσταση έφυγα τόσο στενοχωρημένος που δεν πάτησα ξανά .Από τότε ζω με τις αναμνήσεις από εκείνα τα παλιά καλά χρόνια που σας γράφω σήμερα.

Χρήστος Φυλάκης

Αναμνήσεις από τα παλιά

Μια χιονισμένη μέρα που καθόμουν στο σπίτι και διάβαζα ένα περιοδικό ή εφημερίδα να περάσει η ώρα καθόμουν κοντά στο παράθυρο και έβλεπα πως χιόνιζε. Σταμάτησα το διάβασμα χωρίς να το θέλω γιατί το μυαλό μου αλλού πήγε στα παλιά χρόνια και μου ήρθαν όλες οι αναμνήσεις . Τα παλιά χρόνια όταν χιόνιζε πολύ τότε ακούγαμε τις αγριόχηνες που περνούσαν από πάνω μ’ ένα θόρυβο κελαηδώντας με στοιχισμένες σειρές σαν τόξο , κοπάδια ολόκληρα που ήταν τόσο ωραίος ο θόρυβος που νόμιζες ότι περνούσε καμιά ορχήστρα . Περνούσαν και αγριόπαπιες αλλά εκείνες περνούσαν σιωπηλά . Τότε το μετεωρολογικό δελτίο το καταλαβαίναμε από τα πουλιά από 2-3 ημέρες μπροστά πριν από την κακοκαιρία έρχονταν οι αγριόχηνες και αγριόπαπιες μεγάλα κοπάδια από πάνω από τα ψυχρά κράτη Ρωσία , Ρουμανία , Βουλγαρία , κατέβαιναν στην Ελλάδα , Ιταλία τα μεσογειακά κράτη που ήταν πιο ζεστά , και μόλις τα βλέπαμε να έρχονται λέγαμε άιντε θα μας χαλάσει ο καιρός θα μας χιονίσει αφού οι χήνες έρχονται κοπάδια και πάπιες , μπεκάτσες ,κοτσύφια , αυτά ήταν χειμωνιάτικα πτηνά . Από αυτά ένα μέρος έμενε στη λίμνη του Λαγκαδά και της Βόλβης διότι είχε πολύ τροφή εκείνα τα χρόνια και μέσα στη λίμνη και τα γύρω χωράφια που ήταν σπαρμένα στάρια και τα βοσκούσαν όλο το χειμώνα και το βράδυ κοιμόνταν μέσα στις καλαμιές της λίμνης που είχαν τη ζεστασιά τους και την ασφάλεια τους .Και στον μπαξέ μας που ήταν γύρω γύρω χαντάκια και έτρεχαν νερό όλο τον χειμώνα και μέχρι τον Ιούνιο μήνα . όταν χιόνιζε έρχονταν στα χαντάκια μέσα στο νερό που δεν μπορούσε να πιάσει χιόνι και έβρισκαν τροφή που είχε πολλά σκουλήκια χορτάρια τρυφερά και βοσκούσαν αγριόπαπιες , κοτσύφια , μπεκάτσες ,μαυροπούλια και αλλά μικρά πουλιά .Χήνες έρχονταν όταν έκανε πολύ χιόνι και όταν πάγωνε η λίμνη . Εγώ τα χαιρόμουν και δεν τα πείραζα και όταν πήγαινα κοντά τους με έβλεπαν και έφευγαν τρομαγμένα .Και το βράδυ κούρνιαζαν τρομαγμένα στα δέντρα μας που είχαμε πολλά τότε καραγάτσια , ιτιές , αγριοδαμασκηνιές ένα μικρό δασάκι .Αυτά θυμήθηκα και λέω μέσα μου τι μεγάλη διαφορά έχει με το σήμερα . Ούτε χαντάκια έχει ούτε νερό έχει ούτε πάπιες , μπεκάτσες με τις μεγάλες μύτες , κοτσύφια που θορυβούσαν συνέχεια και όμορφα ούτε πολλά μαυροπούλια που είχε τότε .Έφυγε όλη η ομορφιά της φύσης . Όλα τα έφαγε η εξέλιξη και η πρόοδος τα πάντα τα εξαφάνισε και το νερό ακόμα με τη μεγάλη σπατάλη που γίνετε . Και αν έρθουν αυτά τα πουλιά πίσω τι νερό θα βρουν να πιούν πάπιες και χήνες να κολυμπήσουν ούτε χαντάκια έμειναν ούτε ρυάκια να τρέχει το γάργαρο νερό , όλα τα εξαφάνισε η ανθρώπινη εξέλιξη . Διότι ο άνθρωπος ήθελε όλες τις ανέσεις και ευκολίες να ζήσει αξιοπρεπώς με την σύγχρονη τεχνολογία . Και σε αυτή τη τεχνολογία στηριζόμαστε και δεθήκαμε να ζήσουμε έτσι που φτάσαμε γιατί δεν γίνετε αλλιώς . Σε δυο πράγματα στηρίζετε η ζωή μας ( ρεύμα – πετρέλαιο ) χάθηκαν αυτά χαθήκαμε . ούτε τουλούμπες έχουμε ούτε πηγάδια κοντά μας να ξεδιψάσουμε . Το νερό ίσον ζωή . Μπορεί να σας στεναχώρησα με τα τελευταία μου λόγια αλλά αυτή είναι η αλήθεια είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε .Και θα σας γράψω ένα παράδειγμα για να τα επαληθεύσετε και εσείς αυτά που θυμάμαι εγώ στο δρόμο της ζωή μου . Όταν έγινε ο πόλεμος της Αλβανίας του ’40 έφυγαν όλοι οι νέοι στρατιώτες έγινε γενική επιστράτευση έγινε και επίταξη των αλόγων και μουλαριών έφυγαν όλοι για το μέτωπο , πίσω τους άφησαν τους γέρους και τα γυναικόπαιδα . Σ’ αυτούς άφησαν να κρατήσουν τις καλλιέργειες για τη διατροφή της οικογένειας τους , στους ηλικιωμένους και στα γέρικα άλογα που έμειναν. Και πράγματι οι ηλικιωμένοι επιστρατεύσαν και τις λίγες δυνάμεις που τους έμειναν και πήγαν στα χωράφια έζεψαν τα γέρικα άλογα και βόδια που έζευαν τότε και έσπειραν λίγα χωράφια , και αυτά τα λίγα που έσπειραν ήταν ευχάριστο για μας που όταν γυρίσαμε τα βρήκαμε σπαρμένα . Ήταν λίγη όμως η σοδιά μόνο για τις οικογένειες τους , κανόνισαν οι άνθρωποι τόσο μπορούσαν δεν είχαν πολλά περισσεύματα να πουλήσουν και σ’ αυτούς που δεν ήταν αγρότες , ιδίως στις μεγάλες πόλεις που δεν υπήρχαν αγρότες , γι’ αυτό έγινε η πείνα του 41-42 και πέθαναν αρκετοί στις πόλεις , διότι οι φούρνοι σταμάτησαν να βγάζουν ψωμί μπροστά από τα Χριστούγεννα και μετά ο καθένας έκανε το κουμάντο του να πάει να βρει λίγο στάρι ή καλαμπόκι να το αλέσει στο μύλο και να το ζυμώσει να ο ψήσει και υστέρα να το φάει . Φαντάσου τι διαδικασία ήθελε , δεν τον πείραζαν όλα ,αρκεί να το έβρισκε και να είχε χρήματα . Γιατί αυτοί που είχαν πολλά λεφτά εύρισκαν τα πάντα από τους μαυραγορίτες , αλλοίμονο στους φτωχούς . Και καταλήγω στο συμπέρασμα τότε με τον πόλεμο ένα μόνο μας στοίχησε πολύ στη κατοχή δεν γινόταν και καμιά εισαγωγή και το σιτάρι τότε δεν μας έφτανε αλλά είδαμε τα δύσκολα του ’41 και με τα αλλά χρονιά της κατοχής κάναμε ψωμί απ’ όλα κριθάρι , καλαμπόκι , σίκαλη , σιτάρι ότι βρίσκαμε τη σοδειά όμως την έβγαζαν τα ζώα που όργωναν τη γη . Το νερό που ποτίζαμε τους μπαξέδες τα μαγκανοπήγαδα που ζεύαμε τα άλογα …και παρήγαμε λαχανικά . Το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής τότε στην κατοχή ήταν τα λαχανικά τα ψάρια της λίμνης μας . Και φτάνω στο σήμερα άλογα , βόδια δεν υπάρχουν να οργώνουν τη γη είναι μόνο τα τρακτέρ απλά τα τρακτέρ δεν τρων το χόρτο τρων πετρέλαιο . Και το νερό που είναι η ζωή του κάθε είδους που βρίσκετε στη γη , άνθρωποι , ζώα , φυτά , δέντρα πάντως είδους με το νερό όλα ζουν . Εμείς τώρα δεν έχουμε ούτε πηγάδια ούτε τουλούμπες ούτε χαντάκια να τρέχουν νερό , τα πάντα κινούνται με το ρεύμα και βγαίνει νερό και πίνουμε και ποτίζουμε τις παραγωγές μας . Και με τη σημερινή τεχνολογία και πρόοδο σε όλα βγαίνουν μεγάλες παραγωγές , και μεγάλες ευκολίες σε όλες τις δουλειές τα πάντα που γίνονταν με τα χέρια και με τα ζώα αντικατασταθηκαν με τα μηχανάκια και βγάζουν και μεγαλύτερη παραγωγή σε όλους τους τομείς και ζει πολύ καλύτερα ο κόσμος από τα παλιά τα χρονιά . Να δοξάζουμε το Θεό να ήμαστε έτσι . Να μην δουν πόλεμο τα παιδιά μας , τα εγγόνια μας τότε χαθήκαμε δεν έχει τότε μέτωπο του πολέμου παντού είναι το ίδιο . Και από θεομηνίες με τη φύση δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα , η θεομηνίες κάνουν πολύ άσχημες ζημιές και δεν διορθώνονται γρήγορα όπως γκρινιάζουν μερικοί και από τη μια και από την άλλη παράταξη της κυβέρνησης , φροντίζουν οι κυβερνήσεις αλλά δεν γίνονται οι ζημιές αμέσως . Αυτά που τα έγραψα μου έδωσε το παράδειγμα η Κεφαλλονιά , που ο Θεός μας δίνει τα παραδείγματα .

 

ΤΟ ΚΑΡΑΓΑΤΣΙ

Ήταν Ιούλιος μήνας του 1950 που μας επισκέφθηκε στον Μπαχτσέ μας μια μέρα, ένας παππούς από το Ηράκλειο, το γειτονικό μου χωριό, ονόματι Χρήστος Γιούτας˙ ήταν γνωστός με τους γονείς μου και ήρθε να μας δει. Καθίσαμε στην αυλή κάτω από τον ίσκιο μια μουριάς που είχαμε τότε και ο παππούς έβλεπε προς τα κάτω τον μπαχτσέ ώσπου να μας φέρει η μάνα μου τον καφέ. Και ξαφνικά μου λέει με τη Δρυμνιώτικη διάλεκτο: «Βε, συ Χρήστο τι το έκανες το μεγάλο το καραγάτσι που ήταν στη μέση του Μπαχτσιά;». Το κόψαμε του λέω παππού γιατί μας έκανε μεγάλη ζημιά. Ήταν ένα μεγάλο καραγάτσι πολύ χονδρό, 4 άτομα δεν μπορούσαν να το αγκαλιάσουν˙ ψηλό πολύ δεν ήταν αλλά είχε πλαγινούς κλόνους, πολύ μεγάλους και έκανε πολύ ίσκιο, η δε ζημιά που προκάλεσε ήταν 1 στρέμμα.

Αλλά τι σε νοιάζει εσένα παππού, κάτσε να πιούμε το καφεδάκι μας και να μου πεις πως τα πας με τα γεράματα, είσαι καλά στην υγεία σου;

Ο παππούς έσκυψε το κεφάλι του στο μπαστουνάκι του και δεν μου μιλούσε, φαίνεται ότι κάτι ήθελε να θυμηθεί από τα παλιά.

Σηκώνει το κεφάλι του και μου λέει: «άκου παιδίμ αυτό το καραγάτσι έχει μεγάλη ιστορία για μένα. Εδώ γινόταν τα περισσότερα γλέντια των Μπέηδων. Ιδίως το αφεντικό που είχε τους Μπαχτσέδες – δεν ξέρω αν τους είχε όλους στο Λαγκαδά – αλλά στην ανατολική πλευρά του Λαγκαδά τους είχε όλους, γιατί και τα χωράφια επάνω από την Χρυσαυγή ήταν δικά του˙ ήταν του Αλή Εφέντη. Αυτός ο Μπέης τους καλοκαιρινούς μήνες έφερνε το χαρέμι του για να απολαύσουν λίγη δροσιά και καθαρό αέρα, που τις είχε κλεισμένες στα καφάσια του χαρεμιού του».

Αυτά ξεκίνησε να μου λέει ο παππούς Γιούτας. Και παίρνει μια βαθιά ανάσα και μου λέει: «περισσότερο το σκέπτομαι για μένα που έχω στενάχωρες αναμνήσεις». Και εγώ που είμαι πολύ περίεργος και ήθελα πάντα να ακούω τους γέρους να διηγούνται ιστορίες από παλιά του επιμένω να μου διηγηθεί τις αναμνήσείς του.

Και μου λέει: «δεν είναι ώρα τώρα βρε παιδίμ, έχεις τώρα δλιά στο μπαχτσιά». Εγώ όμως του επέμενα να μου διηγηθεί. Και με τα πολλά που του είπα ότι θέλω να ακούσω την ιστορία με το καραγάτσι λύγισε ο παππούς και άρχισε να μου διηγείται.

Τότε που έγινε αυτό το περιστατικό που θα σου πω, ήμουν περίπου 10 – 12 χρονών. Με είχε στείλει το καλοκαίρι ο πατέρας μου από το χωριό να δουλέψω στο μπαχτσέ. Τώρα τι δουλειά θα κάνει ένα παιδί 10 – 12 χρονών; Και όμως τότε είχε δουλειά και για μεγάλους και για μικρούς. Καθόμουν σε ένα κούτσουρο κοντά στο μαγκανοπήγαδο που γύριζε το άλογο για να βγάλει νερό και όποτε στεκόταν το δόλιο για να ξεκουραστεί εγώ είχα μια βέργα ξύλο και το χτυπούσα να ξυπνήσει πάλι για να μην σταματήσει το νερό από το αυλάκι που πότιζαν˙ αυτή ήταν η δουλειά μου. Και εκεί που καθόμουν έβλεπα επάνω στο καραγάτσι που είχε πολλά πουλιά και πελαργούς που είχαν φωλιές και αυγά και όταν δεν θα είχε δουλεία στο μαγκανοπήγαδο, όταν δηλαδή θα ξέζευαν το άλογο για να ξεκουραστεί, ανέβαινα και εγώ στο δέντρο να πάρω τα αυγά από τα πουλιά. Αυτό ήταν το χόμπι μου.

Μια μέρα που έκανε πολύ ζέστη το ξέζεψαν το άλογο πολύ νωρίς. Κατά τις 10 η ώρα το πήραν το άλογο από κει και φύγανε. Σε λίγο βλέπω μια ησυχία, τίποτα, κανείς δεν ακουγότανε. Τότε βρήκα και εγώ την ευκαιρία να ανέβω στο καραγάτσι επάνω και να βρω αυγά να πάρω. Πράγματι ανέβηκα, τις φωλιές τις είχα επισημάνει από κάτω και πήγαινα κατευθείαν στο στόχο. Τα αυγά που έπαιρνα τα έβαζα στο πουκάμισό μου από μέσα που είχα δεμένη τη μέση μου με ένα σκοινί για να μην πέφτουν.

Εκεί που ετοιμαζόμουν να κατέβω σιγά – σιγά για να μην σπάσω τα αυγά, ακούω φωνές γυναικείες, γέλια και έρχονταν προς το πηγάδι. Ξαφνιάστηκα από την ησυχία που είχε πριν και τώρα από πού ερχόταν αυτές οι φωνές; Περίμενα να δω τι είναι, από πάνω βέβαια έβλεπα καλύτερα. Ξαφνικά βλέπω έφτασαν στον ίσκιο του καραγάτσι καμιά 10 κοπέλες και από πίσω ο μπέης βαριά – βαριά ερχόταν με τους υπασπιστές που ήταν και υπηρέτες του. Ξεδίπλωσαν ένα δέμα καινούριες ψάθες, έστρωσαν κάτι κιλίμια, μαξιλάρια που έφεραν από το κονάκι, τα έστρωσαν όλα. Έφεραν και κάτι καλάθια μεγάλα, μάλλον θα ήταν τρόφιμα και ποτά και έφυγαν. Αυτοί οι υπασπιστές ή υπηρέτες, τι ήταν δεν ξέρω.

Εγώ παρέμεινα ακίνητος επάνω στο δέντρο και έβγαζα μιλιά περιμένοντας να δω τι θα κάνουν. Δεν είχα δει άλλη φορά τέτοια πράγματα, πρώτη φορά ερχόμουν στο Μπαχτσέ και στο Λαγκαδά και από τον φόβο μου έμεινα ακίνητος.

Εν τω μεταξύ μόλις έφυγαν οι υπασπιστές του Μπέη έδωσε το σύνθημα ο ίδιος ότι δεν υπήρχε άνδρας και μπορούσαν να βγάλουν τους φερετζέδες και άλλα πανωφόρια που φορούσαν. Γέλια οι κοπέλες, όλες πανέμορφες ήταν, πέταξαν τους φερετζέδες, ελάφρωσαν και το ντύσιμό τους.

Αμέσως χώθηκαν στη δουλειά σαν μια κουρδισμένη μηχανή. Η κάθε μια ήξερε τη δουλειά της. Άλλη τα ποτά τα έβαλε σε ένα καλάθι και τα κρέμασε μέσα στο πηγάδι˙ το νερό να είναι κρύο, άλλες τους μεζέδες, σαλάτες κ.λ.π. Πιάτα, ποτήρια, πιρουνιά, όλα στρωμένα κάτω στα πολυτελή τραπεζομάντιλα που ήταν στρωμένα επάνω στα κιλίμια και στις ψάθες. Άπλωσαν επάνω τα διάφορα φαγητά, τα ψητά που τα έφεραν από το κονάκι, διάφορους μεζέδες, το ούζο και έβαλαν εμπρός το φαγοπότι.

Και συνεχίζει ο παππούς την αφήγηση του: Εγώ τώρα τα έβλεπα όλα πάνω από το δέντρο και είχαν αρχίσει να μου έρχονται και οι μυρωδιές από τα ψητά. Οι χανούμισσες άρχισαν να σιγοτραγουδούν κάτι αμανέδες για τον Μπέη και το γλέντι έστρωσε για τα καλά. Πέρασε αρκετή ώρα που ήμουν ακίνητος επάνω στο δέντρο και οι μυρωδιές που με χτυπούσαν, χωρίς να το θέλω έκανα μια κίνηση και πάτησα ένα ξερό κλωναράκι και έκανε κάποιο θόρυβο. Αμέσως ο Μπέης και οι κοπέλες που το άκουσαν έριξαν τα μάτια τους επάνω στο δέντρο και με είδαν. Τότε ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Ο Μπέης τράβηξε αμέσως το (ριβόλι) το πιστόλι και έριξε μια στον αέρα και φωνάζει στα τούρκικα «κατέβα κάτω γρήγορα». Καταλαβαίνεις πως κατέβηκα, ήμουν και φορτωμένος από μέσα από το πουκάμισο με αυγά από τα πουλιά. Κατεβαίνοντας μου σπάσανε όλα και έγινα μούσκεμα σαν κατουρημένος. Μόλις κατέβηκα κάτω με παρατεταμένο το ριβόλι προς τα πάνω μου με αρπάζει από το αυτί και μου δίνει δυο γερά χαστούκια, άστραψε ο ουρανός μπροστά μου˙ έκλαιγα και έτρεμα από το φόβο μου. Με την πιστολιά που έριξε ο Μπέης και τις φωνές που έβγαλαν, άκουσαν οι Σωματοφύλακες του που φυλούσαν σκοπιά γύρω από τον Μπαχτσέ και έφτασαν επί τόπου να δούνε τι συμβαίνει στο αφεντικό τους. Εν τω μεταξύ μόλις ο Μπέης έριξε την πιστολιά οι χανούμισσες αμέσως ντύθηκαν, φόρεσαν τους φερετζέδες τους γιατί ερχόταν άνδρες να δούνε τι συμβαίνει. Μετά ειδοποίησε και το αφεντικό που δούλευε στο μπαχτσέ, διότι αυτός είχε όλη την ευθύνη για τα γεγονότα που έγιναν. Τότε έρχεται και το αφεντικό δηλαδή ο ενοικιαστής που του δούλευε τον Μπαχτσέ. Σε αυτόν αγρίεψε περισσότερο γιατί δεν τήρησε τους κανονισμούς των Μπέηδων. Μάταια δικαιολογούνταν ο μισθωτής λέγοντας «μικρό παιδί ήταν, δεν το έδωσα σημασία˙ τους μεγάλους τους μάζεψα επάνω στα σπίτια τους». Τότε του λέει ο Μπέης « το λυπήθηκα που ήταν μικρό παιδί. Εάν ήταν άνω των 15 θα τον σκότωνα ακόμη επάνω στο δέντρο που ήταν». Αφού εισέπραξα και καναδυό χαστούκια και από το αφεντικό μου πήγα στο σπίτι κλαίγοντας.

Αυτή ήταν η ιστορία με το καραγάτσι που ξηλώσατε μου λέει ο παππούς˙ τα ξεχνάω αυτά που έπαθα και πως δεν με σκότωσε τότε.

Μετά άρχισα να του κάνω ερωτήσεις εγώ. Ποιος τον δούλευε τον Μπαχτσέ τότε; Και ποια χρονολογία ήταν; Έμ τώρα με φώτισες λέει ο παππούς, που να θυμάμαι πότε ήταν. Παππού του λέω πόσο χρονών είσαι τώρα; Έμ κάνει κοντά στα 85. Γυρίζω το δείκτη πίσω και βγάζω 1865 και 10 – 12 χρονών που μου είπε ότι ήταν, άρα θα ήταν το 1877. Τον μπαχτσέ τον δούλευαν της γιαγιάς μου τα αδέρφια. Τότε είχε παντρευτεί η γιαγιά μου το γένος Χ’’καλία.

Η δεύτερη ερώτηση που του έκανα ήταν: Γιατί ο Μπέης αγρίεψε πολύ εναντίον των αδερφών της γιαγιάς μου; Πρώτον λέει γιατί με άφησαν ελεύθερο χωρίς να με μαζέψουν και μένα έστω και αν ήμουν μικρός. Μου λέει ο παππούς άκου παιδίμ πως διέταζαν τότε οι Τούρκοι ότι ήθελαν. Έπρεπε να γίνει με νόμο δικό τους, όπως ήθελε ο καθένας τους. Τους προσκυνούσαμε και η ζωή μας ήταν στα χέρια τους, τίποτε δεν είχαμε δικό μας. Εκείνη την ώρα που εξαγριώθηκε με μένα το λιγότερο που είχε να κάνει ήταν να μας διώξει από το χωριό αλλά πάλι φάνηκε καλός και σε μένα και στο αφεντικό μου.

Και συνεχίζει ο παππούς να μου αφηγείται την ιστορία, πως ήταν οι κανονισμοί όταν θα επρόκειτο να επισκεφτεί ο Μπέης με το χαρέμι του και τι μέτρα θα λάβαινε ο ενοικιαστής.

Πρώτον έστελνε έναν υπηρέτη από το κονάκι του να πάει στο Μπαχτσέ και να πει στο αφεντικό που το δούλευε ότι θα το επισκεφτεί ο Μπέης με τις χανούμισσές του. Το αφεντικό που του δούλευε το Μπαχτσέ ήξερε τη δουλειά του γιατί το καλοκαίρι τακτικά τον επισκέπτονταν και δεν πήγε αλλού. Σε αυτό το καραγάτσι του άρεσε επειδή είχε πολύ ίσκιο και με μεγάλη έκταση.

Δεύτερον ειδοποιούσε όλους τους άνδρες που βρισκόταν στον Μπαχτσέ είτε δούλευαν είτε ήταν μουσαφίρια για να τους κρύψει μέσα στο σπίτι ή αν δεν δούλευαν να φύγουνε˙ ούτε αρσενικός γάτος να μην κυκλοφορεί μέσα στο Μπαχτσέ. Αυστηρότατος ο νόμος των Μπέηδων να μην δει άλλος άνδρας τις γυναίκες τους. Κατά το μεσημέρι όπως μου τα διηγούνταν ο παππούς Γιούτας, ερχόταν η άμαξα του Μπέη με τις χανούμισσες και ο Μπέης ήταν μέσα. Στην πόρτα του Μπαχτσέ τους υποδέχονταν η γυναίκα του ενοικιαστή. Αυτή έδινε την αναφορά ότι όλα είναι εντάξει. Ακόμα και οι ψάθες που θα έστρωναν έπρεπε να είναι έτοιμες. Κατέβαιναν από την άμαξα οι χανούμισσες μαζί με τον Μπέη και από πίσω ακολουθούσαν οι σωματοφύλακες και πήγαιναν προς το καραγάτσι, στον τόπο που θα γλεντούσαν.

Την συνέχεια τι γινόταν την γράφω πιο μπροστά˙ πως τα είδε το παιδί από επάνω από το δέντρο που ερχόταν γελώντας και χαρούμενες οι χανούμισσες. Το μόνο που δεν έγραψα είναι ότι οι σωματοφύλακες του δεν τελείωνε εκεί η δουλειά τους. Μόλις φθάνανε στον ίσκιο του καραγατσιού αμέσως έφευγαν γιατί οι χανούμισσες θα έβγαζαν τους φερετζέδες και απαγορεύονταν αυστηρώς να δούνε το πρόσωπό τους. Πήγαιναν στις σκοπιές τους στις τέσσερις γωνίες του Μπαχτσέ και φυλάγανε να μην μπει κανένας απρόσκλητος και θα έχανε την ζωή του χωρίς να ξέρει τίποτε. Θα τον εκτελούσε επί τόπου ο Μπέης.

Έμεινα κατάπληκτος με αυτά που μου διηγήθηκε ο παππούς. Τους τόσο αυστηρούς νόμους που είχαν οι Τούρκοι. Μου λέει ο παππούς: ο νόμος ήταν στα χέρια τους ανάλογα τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Αλίμονο αν έπεφτες σε κανέναν τρελό και νευρικό, θα σε εκτελούσε επί τόπου, δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν.

Τελειώνοντας ο παππούς την αφήγησή του μου λέει: δύσκολα χρόνια τότε παιδίμ, τίποτε δεν είχες δικό σου. Ούτε κτήματα ούτε δικαιώματα ανθρώπου˙ όλα ήταν στα χέρια τους. Ακόμη και όμορφη γυναίκα να είχε κανείς ή κορίτσι έπρεπε να το φυλάει πολύ, να είχε μαντίλα και να κρύβει όλο το πρόσωπό της γιατί αλλιώς θα την έχανε. Είχαν φοβερά πλοκάμια οι μπέηδες, οι αγάδες και οι πασάδες. Γύριζαν παντού, αυτή ήταν η δουλειά τους και αν έβρισκαν καμιά όμορφη κοπέλα την έπαιρναν από τους γονείς της δια της βίας και πήγαιναν και την πουλούσαν σε αυτούς για ένα γερό (μπαξίσι) που τους έδιναν. Αυτή η κατάσταση κράτησε μέχρι το 1908 που έγινε το (χουριέτ) το Τουρκικό Σύνταγμα. Αυτά μου τα έλεγε η μάνα μου γιατί το σπίτι της ήταν στο Δρυμό, επάνω στο κεντρικό δρόμο του χωριού και πριν το 1908 όταν επρόκειτο να περάσει ο στρατός τα μάθαινε ο (Μουχτάρης) ο Πρόεδρος του χωριού και έβαζε τον ντελάλη και γύριζε όλο το χωριό και φώναζε με τις παλάμες κολλητές στα μαγουλά του και έλεγε: «ακούστε χωριανοί απόψε θα περάσει από το χωριό μας ασκέρ στρατός, να μαζωχτείτε και να κλειδωθείτε νωρίς». Και καταλαβαίνεις πως ερημώνονταν το χωριό από νωρίς γιατί αυτοί ήταν αδίστακτοι, έκαναν ό,τι ήθελαν. Μετά όμως με το χουριέτ άλλαξαν τα πράγματα. Περιόρισαν τους Τούρκους από τους βανδαλισμούς και την ασυδοσία που είχαν και έδωσαν μερικά δικαιώματα στους Έλληνες˙ μέχρι και την άδεια να οπλοφορούν τους έδωσαν. Καταργήθηκε και το κόκκινο φέσι αφού ήταν υποχρεωτικό σε κάθε άνδρα από παιδί να φοράει φέσι.

Πρώτος πήγε χωρίς φέσι στο Δρυμό ο Θεμιστοκλής που γράψαμε σε άλλο επεισόδιο. Και έγινε πάταγο στο χωριό ιδίως οι κοπέλες που τον είδαν πρώτες μόλις ήρθε από τη Θεσσαλονίκη που δούλευε στους Μπαχτσέδες. Έτρεξαν να το ανακοινώσουν: «Μαρή ο Θεμιστοκλής δεν φοράει φέσι αλλά φοράει φράγκικο κασκέτο»˙ έτσι έλεγαν την Τραγιάσκα. Ο Θεμιστοκλής ήταν τότε 23 χρόνων παλικάρι και καταλαβαίνεις τι γινόταν. Τα πράγματα μετά πιο ελαστικά. Δεν ήταν το παλιό βάρβαρο και αυταρχικό καθεστώς των Τούρκων.

Αυτά που σας διηγήθηκα μου τα διηγήθηκαν οι παλαιότεροι˙ ο παππούς ο Γιούτας, η μάνα μου. Καμία όμως απόδειξη γραπτή δεν βρήκα. Για την ιστορία του καραγατσιού που σας έγραψα μου είπε και μερικά πράγματα ο (Μπαρμπαμήτας Δαλόγκος), Δημήτριος Βασιλείου που ήταν το μαγαζί του στη σημερινή πολυκατοικία του Αστερίου Βασιλείου, στην αγορά.

Ήμουνα πολύ μικρός όταν έμεινα ορφανός από πατέρα και με έστειλε η μάνα μου να πάρω κάτι μπογιές από τον Μπαρμπαμήτα. Όταν πήγα στο μαγαζί του με ρώτησε ποιανού παιδί ήμουν και του είπα. Με συλλυπήθηκε για τον πατέρα που χάσαμε και μου είπε: «με τον πατέρα σου γνωριζόμασταν πολύ καλά». Αλλά μου θυμίζει στο Μπαχτσέ σας που γλεντούσε ο Μπέης με τις χανούμισσες στο μεγάλο καραγάτσι από κάτω. Εγώ τότε αν και ήμουνα 13 χρονών παιδί αλλά και λόγω του κακού που μας είχε βρει ούτε έδωσα σημασία στα λόγια του και έφυγα. Το θυμήθηκα όμως όταν μεγάλωσε και μου διηγήθηκε την ιστορία ο παππούς ο Γιούτας. Αυτά όλα που έγραψα μου τα διηγήθηκαν.

Τώρα θα σας γράψω μερικά μετά το χουριέτ γιατί ο πατέρας μου με τα αδέρφια του, το Βαγγέλη και τον Αποστόλη, τον Μπαχτσέ τον πήραν μετά το 1908, ακριβώς τη χρονιά που έγινε το καινούριο Σύνταγμα των Τούρκων. Τον είχαν αφήσει τα αδέρφια της γιαγιάς μου στα ανίψια τους γιατί και αυτοί είχανε μείνει ορφανοί από πατέρα. Εν τω μεταξύ είχε αλλάξει και ο Μπέης. Τώρα ήταν ο γιος του Αλή Εφέντη, ο Μουσά Εφέντης και όπως μου τα διηγείται η μάνα μου δεν ήταν αυτός τόσο αυστηρός όπως ο πατέρας του. Τώρα αν ήταν στο χαρακτήρα του ή στο περιορισμό των δικαιωμάτων των˙ μάλλον ήταν το δεύτερο. Γιατί αυτοί ήταν «άγρια ζώα» αλλά τους περιόριζε το χουριέτ. Ιδίως μετά το ελληνικό 1912 – 13 τα πράγματα έγιναν πολύ καλύτερα για εμάς τους Έλληνες.

Βρήκα σε ένα παλιό σεντούκι που έκρυβε η μάνα μου τα χαρτιά του πατέρα μου γιατί και οι δυο δεν ήξεραν γράμματα τίποτε. Και έλεγε ο δόλιος: «βάλτο μαρή Βαγγελή αυτό το χαρτί, να σήμερα πλήρωσα στο Μπέη το ενοίκιο από τον Μπαχτσιά» και η μάνα μου τα καταχώνιαζε σε ένα που ήταν σαν συρταράκι και το λέγανε Βαρταλαμί. Όλα τα απόρρητα εκεί τα έβαζε η μάνα μου με αυστηρή φύλαξη. Εκεί βρήκα εγώ μερικά σημαντικά χαρτιά και μια απόδειξη πληρωμής του Μπέη την δημοσιεύω σε αυτή την ιστορία μου.

Σας παρουσιάζω το γραμμάτιο του Τούρκου Μουσά Εφέντη που πλήρωσε ο πατέρας μου το ενοίκιο του Μπαχτσέ. Δεν γράφει όμως για πόσο χρονικό διάστημα πλήρωσε το ενοίκιο. Όπως βλέπετε στο γραμμάτιο ο Μπέης είχε και Έλληνα διαχειριστή να κάνει την είσπραξη. Οι Τούρκοι ήταν μέχρι το 1912 που έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών λόγω της μικρασιατικής καταστροφής. Το 1912 ελευθερωθήκαμε από τους Τούρκους αλλά αυτοί παρέμειναν μέχρι το 1922. Γιατί έμειναν 10 χρόνια δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι άφησαν όλα τα κτήματά τους όπως τα άφησαν και οι πρόσφυγες της Μικρασίας και της Θράκης και έγιναν ανταλλάξιμα. Αυτά τα διαχειρίζονταν η Εθνική Τράπεζα ωσότου έγινε η διανομή το 1930 και τα χρέωσε στο κάθε κληρούχο που πήρε το κτήμα.

Το γραμμάτιο είναι φωτοτυπία από το γνήσιο του Τούρκου.